1. Παράλληλο Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Παράλληλα Κείμενα 📜

1. Η κηδεία του Αχιλλέα

Ο θάνατος του Αχιλλέα δεν περιγράφεται στην Ιλιάδα. Στην τελευταία όμως ραψωδία της Οδύσσειας ο νεκρός Αγαμέμνονας συναντά τον Πηλείδη στον Κάτω κόσμο και του διηγείται τα γεγονότα τα σχετικά με την κηδεία του.

«Κι απ' τις ριξιές σαν πήραμε το λείψανο στα πλοία, σε στρώμα σε ξαπλώσαμε, και τ᾽ όμορφο κορμί σου παστρέψαμε με χλιο νερό και λάδι, κι όλοι γύρω χύνανε δάκρυα οι Δαναοί κι έκοβαν τα μαλλιά τους. Κι η μάνα σου ήρθε απ' το γιαλό μ᾽ αθάνατες Νεράιδες, σαν άκουσε την είδηση και μια βουή μεγάλη σηκώθηκε στη θάλασσα, που όλους τρεμούλα πήρε. Θα 'μπαιναν τότε οι Δαναοί στα βαθουλά καράβια, αν δεν τους κράταγε άνθρωπος, πολλών κι αρχαίων γνώστης, ο Νέστορας, που κι από πριν σοφή ήταν η βουλή του. Αυτός με λόγια γνωστικά τους μίλησε έτσι κι είπε· “Αργίτες, Αχαιόπουλα, μη φεύγετε, σταθείτε, να 'ρθει απ' το κύμα η μάνα του μ' αθάνατες Νεράιδες το πεθαμένο της παιδί να το μοιρολογήσει”. Κι οι μεγαλόψυχοι Αχαιοί την άκουσαν και μένουν. Γύρω σου οι κόρες στάθηκαν του πελαγίσιου γέρου, κι άλιωτα ρούχα σου 'βαλαν και το χαμό σου κλαίγαν. Κι οι Μούσες όλες, κι οι εννιά, με τη γλυκιά φωνή τους, μοιρολογούσαν, που Αχαιού δεν έμεινε ένα μάτι αδάκρυτο. Τέτοιον καημό το μοιρολόι σκορπούσε. Μέρες και νύχτες δεκαφτά, χωρίς να πάψει ο θρήνος, σε κλαίγαμε, οι αθάνατοι με τους θνητούς ανθρώπους. Στις δεκοχτώ σε δώσαμε στις φλόγες και τριγύρω αρνιά παχιά σου σφάξαμε και τραχηλάτα βόδια. Και συ στα ρούχα των θεών, στο λάδι και στο μέλι καιγόσουν, κι άπειροι Αχαιοί, πεζούρα κι αμαξάδες, τ' άρματα ρίχναν στη φωτιά να δυναμώσει η φλόγα και μια βουή σηκώθηκε κι αλαλαγμός μεγάλος. Κι όταν πια σ᾽ έκαψε η φωτιά, τα κόκαλά σου τ᾿ άσπρα συνάξαμε τη χαραυγή και βάλαμε, Αχιλλέα, σε λάδι κι άδολο κρασί. Κι ένα χρυσό αμφορέα έφερε η μάνα σου, δουλειά του ξακουσμένου Ηφαίστου, κι έλεγε απ' το Διόνυσο πως χάρισμα τον είχε. Εκεί, Αχιλλέα, βάλαμε τα κόκαλά σου τ᾿ άσπρα, με του Πατρόκλου ανάμιχτα, που 'χε από πριν πεθάνει, και του Αντιλόχου χωριστά, που απ' όλους τους συντρόφους —ο Πάτροκλος σαν πέθανε— ξεχωριστά αγαπούσες. Κι ολόγυρά τους έπειτα ψηλό μεγάλο τάφο σηκώσαμε όλος ο στρατός των μαχητών Ελλήνων, στον απλωτόνε Ελλήσποντο, σε μιας κορφής την άκρη, να φαίνεται απ' το πέλαγο και να τον βλέπουν όλοι, όσοι στον κόσμο τώρα ζουν κι όσοι ξοπίσω θα 'ρθουν. Κι απ' τους θεούς η μάνα σου πεντάμορφα βραβεία ζήτησε και μας έβαλε στων Αχαιών τους πρώτους. Πολλές φορές θα σου 'τυχε να ιδείς ταφές ηρώων, όταν μεγάλος βασιλιάς καμιά βολά πεθάνει, που βγαίνουν στον αγώνα οι νιοι να πάρουν τα βραβεία. Μα εκείνα ανίσως τα 'βλεπες, θα σάστιζε έτσι ο νους σου, πόβαλε η αργυρόποδη θεά για σένα η Θέτη, γιατί ήσουν στους μακαριστούς θεούς αγαπημένος. Κι αν πέθανες, δεν χάθηκε στον κόσμο τ᾽ όνομά σου, μα θα 'ναι αιώνια η δόξα σου σ' όλη τη γη, Αχιλλέα».

2. Η καταστροφή της Τροίας

Στο ποίημα του Αρκτίνου από τη Μίλητο (8ος-7ος αι. π.Χ.) Ιλίου Πέρσις περιγράφεται η κατάληψη της Τροίας από τους Αχαιούς. Το απόσπασμα πληροφορεί για την τύχη του Πρίαμου και της οικογένειάς του.

«Η Τροία πια κουρσεύεται, καίγεται και πατιέται και δεν υπάρχει Αχαιός που δεν ευχαριστιέται. Ο Πρίαμος ο βασιλιάς σφάζεται με μανία στου Ερκείου Δία το βωμό χωρίς πια ευσπλαχνία. Ψάχνει και ο Μενέλαος να βρει πια την Ελένη, σκοτώνει το Δηίφοβο και την ελευθερώνει. Το ξόανο της Αθηνάς ο Αίας ρίχνει κάτω, τη μάντισσα αρπάζοντας Κασσάνδρα απ' το μπράτσο! Το μέγα το ρηγόπουλο, το Αστυανακτάκι, απ' τα ψηλά δεν πέταξε, σα να 'ταν κουταβάκι ο Οδυσσέας ο γνωστός, ο πρώτος στην Ιθάκη; Στον τάφο τ᾿ Αχιλλέα μας σφάζεται με μανία η δόλια Πολυξένη πια, χωρίς καμιά αιτία. Στην Τροία βάζουνε φωτιά από μια άκρη σ' άκρη κι η πόλη στάχτη γίνεται, πνίγεται μες στο δάκρυ! Τα λάφυρα μοιράζονται, τα δώρα απ' τη μάχη, παίρνει κι ο Νεοπτόλεμος λεία την Ανδρομάχη. Αυτά και άλλα πιο πολλά έπραξαν οι Αργείοι, χωρίς κανένα δισταγμό, καμιά αιδημοσύνη!»

Το ήξερες;

Η Ιλιάδα κλείνει με την ταφή του Έκτορα και δεν δείχνει ποτέ ούτε τον θάνατο του Αχιλλέα ούτε την άλωση της Τροίας. Τα δύο αυτά κείμενα συμπληρώνουν όσα ο Όμηρος αφήνει έξω από το έπος του.