Ραψωδία Ω 678-805: Ο Θρήνος για τον Έκτορα 😭
⚰️🏛️ Ο νεκρώσιμος νόστος του Έκτορα
🕊️🛡️ Ο Ερμής άγρυπνος βοηθός και συνοδός
Θεοί και άνθρωποι γλυκά στον ύπνον βυθισμένοι ολονυκτός ησύχαζαν· ο αγαθοδότης μόνον Ερμής μάτι δεν έκλειε, στον νουν του μεριμνώντας δρόμον ν' ανοίξει ακίνδυνον του γέροντος Πριάμου, χωρίς να ιδούν οι θυρωροί, να φύγει από τες πρύμνες· στην κεφαλήν του εστήθηκεν επάνω του και του είπε: «Ω γέρε, πόσο αμέριμνα στη μέση των εχθρών σου κοιμάσαι αφού σ' εθάρρεψε το έλεος του Αχιλλέως. Μ' άπειρα λύτρα ελύτρωσες το ποθητό παιδί σου· αλλά για σένα ζωντανόν και τρίποδα θα δίδαν τα τέκνα οπού σου έμειναν, εάν ο Αγαμέμνων και όλ' οι άλλοι Αχαιοί πως είσ' εδώ γνωρίσουν». Φοβήθηκε κι εσήκωσεν ο γέρος τον Ιδαίον. Κι έζεψ' ο Ερμής τες άμαξες κι εκείνος οδηγούσε εις τον στρατόν ανάμεσα, χωρίς να ιδεί κανένας. Και όταν στον Ξάνθον έφθασαν, διογέννητο ποτάμι, ο Ερμής οπίσω εγύρισε στες κορυφές του Ολύμπου, και η χρυσόπεπλη Ηώς την γην εφώτιζ᾽ όλην.
🏰😭 Η Τροία υποδέχεται τον νεκρό Έκτορα
κι εκείνοι με το λείψανο που εφέρναν τα μουλάρια με δάκρυα, με ξεφωνητά τραβούσαν προς την πόλιν και δεν τους νόησε κανείς παρά η Κασσάνδρα μόνη, η κόρη οπού της χρυσής ομοίαζε Αφροδίτης. Είχε ανεβεί στην Πέργαμον κι εκείθ᾽ είδε στ᾽ αμάξι τον ποθητόν πατέρα της μαζί με τον Ιδαίον, και ως είδε τον κειτάμενον στο νεκρικό του στρώμα μες στ' άλλο αμάξι, έσκουζεν η κόρη και στην πόλιν έβαλε το ξεφωνητό: «Ω Τρώισσες, ω Τρώες, κοιτάτ᾽ εκεί τον Έκτορα, που άλλοτε απ' την μάχην να σας γυρίζει ζωντανός ευφραίνετο η καρδιά σας οπού τον είχεν ο λαός χαρά κι ελπίδα μόνην».
Τότε ψυχή δεν έμεινε στην πόλιν, μήτε άνδρας, μήτε γυναίκα ότι σφοδρός τους συνεπήρε πόνος· και τον νεκρόν προϋπάντησαν εκεί σιμά στην πόλιν· πρώτη η γυνή του εχύθηκε στ᾽ αμάξι και η μητέρα την κεφαλήν του αγκάλιαζαν, εκλαίαν, εμαδιόνταν, και ο λαός ακίνητος ολόγυρα εθρηνούσε. Και ο ήλιος θα εβασίλευε και ακόμη αυτόν θα κλαίαν τον πεθαμένον Έκτορα εκεί εμπρός στις πύλες, αν απ' τ' αμάξι ο γέροντας δεν έλεγε στα πλήθη: «Τόπον στες μούλες κάμετε· κατόπι αφού στο σπίτι τον φέρω, ξεθυμάνετε τον πόνον της ψυχής σας».
Η πρόθεσις – Οι θρήνοι 😭
Και ως είπ' εκείνοι εχώρισαν τ' αμάξι να περάσει· και αφού στα ωραία δώματα το λείψανο ανεβάσαν, στην κλίνη τον απόθεσαν, κι εκάθισαν στο πλάγι τους θρηνωδούς, το θλιβερό τραγούδι ν' αρχινήσουν. Και αντιφωνούσαν κλαίοντας στον θρήνον οι γυναίκες.
💔👩🍼 Ο θρήνος της Ανδρομάχης
Και η λευκοχέρ᾽ αρχίνησε τον θρήνον Ανδρομάχη στην κεφαλήν του Έκτορος απλώνοντας τα χέρια: «Άνδρα μου, νέος πέθανες, κι εμέν᾽ αφήνεις χήραν στο σπίτι με το τρυφερό παιδί που εμείς οι δύο οι άμοιροι εγεννήσαμεν· και δεν θα μεγαλώσει οϊμένα, ότι γρήγορα τούτη θα πέσ' η πόλις τώρα που εσύ εχάθηκες, ο στύλος της, η ασπίδα, που τα παιδιά της έσωζες και τες σεμνές μητέρες, που γρήγορα στα πλοία τους θενά μας ρίξουν όλες και συ μαζί μου, τέκνον μου, θα είσαι να δουλεύεις με κόπον σ' έργα ουτιδανά καταδυναστεμένος κάτω από κύριον σκληρόν, αν πρώτα δεν σε ρίξει από του πύργου την κορφήν να κακοθανατίσεις κανείς οπού του φόνευσεν ο Έκτωρ τον πατέρα, τον αδελφόν ή το παιδί, διότι από το χέρι εκείνου πλήθος Αχαιών εδάγκασαν το χώμα.
Ότι ο πατέρας σου απαλός στον πόλεμον δεν ήταν· για τούτο σήμερα ο λαός ολόκληρος τον κλαίει, και λύπη θα 'σαι αμίλητη, ω Έκτορ, στους γονείς σου, μόν' άλλος είναι ο πόνος μου· στην κλίνην σου, ω γλυκέ μου, δεν πέθανες, το χέρι σου στο χέρι μου ν' απλώσεις, και κάποιον λόγον φρόνιμον να βάλεις στην καρδιά μου ημέρα νύκτα μες στον νου να το 'χω και να κλαίω».
Και με τον θρήνον πόκαμνε στενάζαν οι γυναίκες και ανάμεσόν τους άρχισε κι η Εκάβη να θρηνήσει:
💔👵 Ο θρήνος της Εκάβης
«Έκτορ, ω το ακριβότερο απ' όλα τα παιδιά μου, και όταν μου εζούσες, οι θεοί, γλυκέ μου, σ' αγαπούσαν και τώρα μες στον θάνατον ακόμη σε λυπούνται. Τ' άλλα παιδιά μου, όσα 'πιανεν ο γρήγορος Πηλείδης απόπερ᾽ από την θάλασσαν στα ξένα τα επουλούσε στην Λήμνον την σκοταδερή, στην Σάμον και στην Ίμβρον· και συ, αφού σ᾽ ενέκρωσεν η λόγχη του και γύρω του φίλου οπού του εφόνευσες τον τάφον σ᾽ έχει σύρει, και όμως με αυτό δεν έκαμε τον φίλο ν' αναζήσει, εμπρός μου τώρα δροσερός και ανέγγιχτος στο σπίτι κείτεσαι, ωσάν τον άνθρωπον που την ψυχήν του επήρε ο Φοίβος ο αργυρότοξος με τ' άλυπά του βέλη».
Και η κλάψα της εσήκωσε γύρω οδυρμόν και θρήνους.
💔👸 Ο θρήνος της Ελένης
Και τρίτ' η Ελένη άρχισε τον θρήνο της κι εκείνη: «Ω Έκτορ μου, ο ακριβότερος των αδελφών του ανδρός μου, κι είν' άνδρας μου ο θεόμορφος Αλέξανδρος που εμένα εδώ στην Τροίαν έφερε· να 'χα πεθάνει πρώτα. Χρόνοι επεράσαν είκοσιν αφ' ότου εκείθεν ήλθα και άφησα την πατρίδα μου· και απ' τα δικά σου χείλη λόγον ποτέ δεν άκουσα κακόν να με πικράνει. Και αν κάποιος απ' τους αδελφούς ή από τες αδελφές σου ή από τες συννυφάδες μου με απόπαιρνεν ή ακόμη η πεθερά μου –ο πενθερός με αγάπα ωσάν πατέρας— συ μόνος τον ημέρωνες με λόγια μελωμένα με την αγαθοσύνην σου· για τούτο σένα κλαίω και αντάμα εμέ την άμοιρην και σχίζεται η καρδιά μου. Ότι κανείς δεν μόμεινεν εις όλην την Τρωάδα να είναι φίλος της καρδιάς και μ' αποστρέφοντ᾽ όλοι».
⚱️🕯️ Ετοιμασίες για την ταφή
Και ως έκλαιε τριγύρω της εστέναζαν τα πλήθη. Και τότε ο γέρος Πρίαμος επρόσταξε στα πλήθη: «Στην πόλιν, Τρώες, φέρετε τα ξύλα, μη φοβείσθε καρτέρι από τους Αχαιούς· μου έταξε ο Πηλείδης όταν από τες πρύμνες του αυτός μ' ξεπροβοδούσε, πριν φέξ' η δωδεκάτη αυγή να μη μας πολεμήσει». Και αυτοί τες μούλες έζεψαν στ' αμάξια και τους ταύρους και με σπουδήν συνάχθηκαν εμπρός στην πόλιν όλοι και εννιά ημέρες έφερναν από το δάσος ξύλα.
🔥⚰️ Η πυρά και η ταφή του Έκτορα
Και άμα η δεκάτη εφάνη αυγή τον κόσμον να φωτίσει τότ᾽ έβγαλαν τον Έκτορα και κλαίοντας τον θέσαν εις της πυράς την κορυφήν, κατόπι την ανάψαν. Και άμα η ροδοδάκτυλη Ηώς στον κόσμο εφάνη, εις την πυράν ολόγυρα του Έκτορος του ανδρείου όλος συνάχθηκε ο λαός κι άφθονο πρώτα εχύσαν κρασί μες στην πυρκαϊά και την εσβήσαν όλην ως εκεί που εβόσκησε η φωτιά, κι οι αυτάδελφοι και οι φίλοι κατόπιν όλα εσύναξαν τα άσπρα κόκαλά του, κι έτρεχαν δάκρυα θερμά από τα μάγουλά τους. Και μέσα εις χρυσήν λάρνακα τα έθεσαν κατόπι με πορφυρά και μαλακά σεντόνια τυλιγμένα· κατόπι τα εκατέβασαν μες στο βαθύ κιβούρι κι επάνω εστοίβασαν πυκνά λιθάρια και μεγάλα· και αφού τάφον εσήκωσαν με χώματα εκαθόνταν φύλακες, απ' τους Αχαιούς το μνήμα να φρουρήσουν. Και αφού το μνήμα ετοίμασαν, συναθροισθήκαν όλοι με τάξιν και εκάθησαν στο θαυμαστό τραπέζι μέσα στα υψηλά δώματα του σεβαστού Πριάμου. Αυτός του ανδρείου Έκτορος ο ενταφιασμός εγίνη.
Οι τρεις θρήνοι δεν λένε το ίδιο πράγμα. Η Ανδρομάχη κλαίει τον σύζυγο και το μέλλον του παιδιού της, η Εκάβη τον αγαπημένο γιο, η Ελένη τον μόνο άνθρωπο στην Τροία που της μίλησε με καλοσύνη. Έτσι ο ποιητής δείχνει τον Έκτορα από τρεις διαφορετικές πλευρές.