1. Παράλληλο Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Παράλληλα Κείμενα 📚

1. «Το κέντημα του μαντιλιού» του Κ. Κρυστάλλη

Στην άκρη του γιαλού ξανθή κάθεται κόρη
κι ωριόπλουμο λευκό χρυσοκεντάει μαντήλι,
μαντήλι του γαμπρού, του γάμου της κανίσκι (= δώρο).
Τη θάλασσα κεντάει με τα νησιά της όλα,
κεντάει τον ουρανό με τα λαμπρά του αστέρια,
τη γη με τα πολλά και τα ωραία λουλούδια,
κεντάει κι ένα βουνό ψηλό και μέγα·
το χάραμα γλυκά προβάλλει στην κορφή του
και βάφεται η κορφή και τ' ουρανού η λουρίδα
ροδόλευκη. Νερά καθάρια κι ασημένια
τα διάπλατα πλευρά ξετρέχουν κι αυλακώνουν·
χιλιόχρονα, παλιά, βαθιά, ισκιωμένα ορμάνια (= ρουμάνια, δάση)
κεντάει στες λαγκαδιές με πράσινο μετάξι.
Στους όχτους (= υψώματα), στα ριζά, κοπάδια ασπρολογάνε
και φαίνονται βοσκοί και στ᾽ όμορφο κεντίδι
φλογέρες λες κι ακούς, λες και γροικάς (= ακούς) τραγούδια,
βελάσματα βραχνά και ήχους από τρουκάνια (= μεγάλα χάλκινα κουδούνια).
[...]
[...] Ολόυρα (= γύρω γύρω) από τον κάμπο
πλήθος μικρά χωριά κεντάει, χωράφια αλλούθε
με ολόχρυσα σπαρτά, με θημωνιές (= σωρός από θερισμένα στάχυα), με αλώνια.
Πράσινα αμπέλια αλλού με κίτρινα σταφύλια,
κίτρινα σαν φλουριά, κι έμορφα κοπελλούδια
που μπαίνουν με πλεχτά καλάθια και τρυγάνε.
Γάμον αρχοντικό σ᾽ ένα χωριό πλουμίζει (= κεντάει, στολίζει)
με νύφην, με γαμπρό, με φλάμπουρα (= λάβαρα), με ψίκι (= γαμήλια πομπή).
Δράκους αλλού κεντάει και λάμιες (= τερατώδεις γυναικείες μορφές) και νεράιδες,
κεντάει κι έναν γιαλό με ζαφειρένια πλάτια
στην άκρη του γιαλού την ίδια τη θωριά της
ολόφαντη ιστορεί από εμορφιάν και νιότη
και πλούτον και αρχοντιά, και στα λευκά της χέρια
ταργόχειρο κρατεί, τ' ωριόπλουμο μαντήλι,
μαντήλι του γαμπρού, του γάμου της κανίσκι [...]».

(Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Β΄ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ 2001, σελ. 387-388)

2. Η ασπίδα του Ηρακλή

Στην Ασπίδα, ένα σύντομο επικό ποίημα που αποδίδεται στον Ησίοδο αλλά ανήκει στον 6ο π.Χ. αιώνα, περιγράφεται η μάχη του Ηρακλή με τον Κύκνο, τον γιο του Άρη. Από το ποίημα αυτό προέρχονται τα παρακάτω αποσπάσματα (στ. 238-244, 248-257, 270-276 και 285-292), που αναφέρονται στην ασπίδα του Ηρακλή. Σε αντίθεση με την ασπίδα του Αχιλλέα, στην οποία ο ποιητής περιγράφει ποικίλες σκηνές από την καθημερινή ζωή, ο ποιητής της Ασπίδος προτιμά να εντυπωσιάσει. Γι' αυτό και στο ποίημά του πληθαίνουν οι αποτρόπαιες εικόνες και τα φοβερά όντα.

«Άντρες πολεμούσανε φορώντας τα πολεμικά τους άρματα, από τη μιαν αυτοί να σώσουν τον εαυτό τους, υπερασπίζοντας από τον όλεθρο την πόλη τους και τους γονιούς τους, κι από την άλλη εκείνοι θέλοντας την πόλη να κουρσέψουν. Πολλοί κείτονταν που έπεσαν, μα πιο πολλοί στη μάχη που 'χαν στήσει πολεμούσαν. Πάνω από τα χυτά στο χάλκωμα καλοχτισμένα καστροπύργια γοερά οι γυναίκες φώναζαν και σχίζανε τα μάγουλά τους κι ήτανε σάμπως ζωντανές, δουλειά του ξακουστού Ηφαίστου [...]. Και οι σκοτεινές ανάμεσά τους Κήρες τ' άσπρα χτυπώντας δόντια τους, τρομάρα να τις βλέπεις, ζοφερές, αιματωμένες και φριχτές για τα κορμιά που επέφταν συνερίζαν· κι όλες ορμούσανε να πιούνε μαύρο γαίμα. Κι όποιον πεσμένο πρωταρπάζανε, ή μόλις χτυπημένον που έπεφτε του μπήγαν στο κορμί τα νύχια τα μεγάλα τους, και του κατέβαινε στον Άδην η ψυχή, στον παγωμένο Τάρταρο. Κι όταν η ψυχή τους χόρταινε αίμα ανθρώπινο, ξωπίσω το κουφάρι ερίχνανε, και ξαναφέρνανε τη λύσσα τους στης μάχης μέσα την αντάρα. [...]
Κι ήτανε πλάι μια πόλη μ᾽ όμορφο καστρί. Εφτά πόρτες χρυσές καλοπροσαρμοστές στα πανωπόρτια τη σφαλούσαν. Οι άντρες με γιορτάσια και χορούς γλεντούσανε. Πολλοί φέρνανε μ᾿ άμαξα καλότροχη τη νύφη προς το σπίτι του γαμπρού κι ανέβαινε μακρύ-μακρύ του υμεναίου τραγούδι, ενώ απ' τις αναμμένες δάδες που κρατούσαν δούλες μια γλυκιά από μακριά χυνόταν λάμψη [...].
Άλλοι μπροστά στην πόλη καβάλα σ' άλογα γυμνάζονταν. Κι οι γεωργοί τη γη τη θεία σχίζανε, κι είχανε τους χιτώνες αναζώσει. Κι ήταν πολύς καρπός για θέρισμα παρέκει· άλλοι θερίζανε με κοφτερά δρεπάνια τα γερτά καλάμια με τ' αστάχυα τα πυκνά ήταν σα να 'βλεπες στ' αλήθεια τον καρπό της Δήμητρας· κι άλλοι τα δέναν σε χερόβολα και τα 'ριχναν στ᾽ αλώνι· κι άλλοι τρυγούσανε σταφύλια [...]».

(Ησίοδος, Ασπίς Ηρακλέους,
μτφρ. Π. Λεκατσάς, εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 11941)