Ο λόγος του Οδυσσέα και ο αντίλογος του Αχιλλέα 🗣️
ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
1. Οι καυχησιολογίες του Έκτορα
«[...] και τρεις εβρόντηξε ο βαθύγνωμος ο Δίας από την Ίδα, σημάδι για τους Τρώες, πως χάριζε σ' αυτούς τη νίκη ακέρια. Φώναξε τότε ο μέγας Έχτορας στους Τρώες γκαρδιώνοντάς τους: “Λυκιώτες και Δάρδανοι αντρόψυχοι και Τρώες, ακούστε με όλοι! Άντρες σταθείτε, ορθή κρατάτε τη της αντριγιάς τη φλόγα! Τώρα το ξέρω πως εσύγκλινε του Κρόνου ο γιος και δίνει νίκη σε με και δόξα αθάνατη, και πίκρες στους Αργίτες. Οι ανέμυαλοι! Που πήραν κι έχτισαν το καστροτείχι ετούτο, κούφιο και τιποτένιο, ανήμπορο τη λύσσα μας να κόψει· τι το σκαφτό χαντάκι τ' άτια μας μεμιάς θα το πηδήξουν. Μα όντας εγώ μπρος στα καράβια τους τα βαθουλά πια φτάσω, την καταλύτρα ας μην ξεχάσουμε φωτιά την ώρα εκείνη· θέλω να κάψω τα πλεούμενα κι αυτούς να τους σκοτώσω, τους Δαναούς, πλάι στα καράβια τους, μες στον καπνό πνιγμένους».
(Ιλιάδα, Θ 170-183, μτφρ. Ν. Καζαντζάκης – Ι.Θ. Κακριδής, ΟΕΔΒ 1983)
2. Της Λιογέννητης (απόσπασμα, στ. 41-51)
«Για πείτε του του Κωσταντή, του μοσκαναθρεμμένου, δε θέλω τον, δε χρήζω τον, δεν καταδέχομαί τον. Σαν έρθει η μάνα μ' απ' τη γης κι ο κύρης μ' απ' τον Άδη, τα δυο μ' αδέλφια τα καλά από τον Κάτω Κόσμο, να σπείρουνε τη θάλασσα σιτάρι να καρπίσει, χρυσάγανο, χρυσόσταχο και χρυσοκονδυλάτο, και με τ' αργυροδρέπανα να μπουν να το θερίσουν, κι εις τον αφρό της θάλασσας να κάνουμε τ᾽ αλώνι, μηδέ και τ' άχυρο βραχεί, μηδέ και το σιτάρι, μηδέ την πάχνη τ᾽ αλωνιού αέρας να την πάρει, τότε κι εγώ τον Κωνσταντή θα τονε πάρω γι᾿ άντρα».
(Ν. Πολίτης, Εκλογή από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, αρ. 74, εκδόσεις «γράμματα», Αθήνα 1991, σελ. 112)
Η Λιογέννητη απαριθμεί όρους που δεν μπορούν ποτέ να συμβούν — να θεριστεί σιτάρι σπαρμένο στη θάλασσα — για να πει «ποτέ». Το ίδιο κάνει και ο Αχιλλέας, όταν λέει ότι δεν θα δεχτεί τα δώρα ούτε αν του δώσουν όσα η άμμος της θάλασσας. Το σχήμα λέγεται «αδύνατον» και ταξιδεύει από το έπος ως το νεοελληνικό δημοτικό τραγούδι.