Παράλληλο κείμενο: η μονομαχία του Ερωτόκριτου ⚔️
ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Η μονομαχία του Ερωτόκριτου με τον Άριστο
Το παρακάτω απόσπασμα προέρχεται από το έμμετρο μυθιστόρημα του Βιτσέντζου Κορνάρου Ερωτόκριτος (αρχές του 17ου αι.). Στην αρχαία Αθήνα ζει ο βασιλιάς Ηράκλης με τη γυναίκα του Αρτέμη και την κόρη τους, την Αρετούσα. Ο Ερωτόκριτος, γιος του συμβούλου Πεζόστρατου, ερωτεύεται την Αρετούσα, αλλά ο πατέρας της είναι αντίθετος σ' αυτή τη σχέση και προσπαθεί να παντρέψει την κόρη του με το βασιλόπουλο του Βυζαντίου. Όταν μάλιστα η νέα αρνείται τον γάμο, φυλακίζεται μαζί με την παραμάνα της, που προσπάθησε να τη δικαιολογήσει. Τότε εμφανίζεται ένας βόρειος αντίπαλος· οι Βλάχοι με τον βασιλιά τους Βλαντίστρατο εισβάλλουν στη χώρα και πολιορκούν την Αθήνα. Στην κρίσιμη στιγμή παρουσιάζεται ο Ερωτόκριτος αγνώριστος, γιατί έχει μαυρίσει το πρόσωπό του με ένα μαγικό υγρό, και σώζει την Αθήνα και τον ρήγα Ηράκλη. Εξασφαλίζει μάλιστα και την τελική νίκη σε μια μονομαχία που γίνεται, έπειτα από συμφωνία των δύο αντιπάλων, ανάμεσα στον Ερωτόκριτο και τον ανιψιό του βασιλιά των Βλάχων Άριστο, ο οποίος σκοτώνεται τελικά στη μονομαχία. Σκηνές αυτής της μονομαχίας παρουσιάζονται στα χωρία που ακολουθούν.
«Ωσάν αμνόξασι κι οι δυο, φιλευτικά μιλούσι,
πιάνουνται κι αγκαλιάζουνται και κλαίγοντας φιλούσι.
Και δίδουσι το φοβερό θέλημα του πολέμου·
το 'να φουσάτο εχλώμιανε, στ᾽ αλλού δειλιούν και τρέμου.
[...]
Θωρούσι δυο χρυσούς αϊτούς, πρεπειά στην οικουμένη,
κατέχουν κι ένας απ' αυτούς σήμερον αποθαίνει
και κάθα εις παρακαλεί συχνιά το ριζικό του
να του βουηθήσουν οι ουρανοί ογιά τον εδικό του.
Σαν όντε μεσοπέλαγα δυο ανέμοι σηκωθούσι
αξάφνου, και με τη βροντή φυσώντας πολεμούσι,
μάχουνται με τη θάλασσα, μανίζου και φουσκώνου,
τσι ψυχαλίδες του γιαλού στα νέφαλα σηκώνου,
ένας φυσά απ' ανατολή κι ο άλλος από τη δύση,
πάσκει ο Βορράς και μάχεται το Νότο να νικήση·
ο κάμπος έτσι εβρόντησε και στα βουνά εγρικήθη,
όντε τσι πρώτες κονταρές εδώκαν εις τα στήθη.
Εσπάσαν τα κοντάρια τως, εις εκατό εγενήκα
και τα κομμάτια σ᾽ τ᾽ ουρανούς εφτάξαν κ᾿ εκαήκα·
κι όντεν εβγάλαν τα σπαθιά, στη χέρα όντε τα σφίξα,
τα ξάζου, τα μπορούσινε και τα κατέχου εδείξα.
[...]
Άριστος που 'χε πεθυμιά τέλος να δει στη μάχη
κι εις έτοιο κίντυνο βαρύ δεν τ᾽ όλπιζε να λάχη,
ήριξε το σκουτάρι, και μ' ένα κι άλλο χέρι
σφίγγει, σηκώνει το σπαθί, το κοφτερό μαχαίρι
και κατεβάζει κοπανιά, στην κεφαλή ξαμώνει,
σ᾽ δυο μέσα κόψειν ήθελε το σιδερόν αμόνι.
Εσύρθηκε ο Ρωτόκριτος και βάνει ομπρός να δώση
εις το σκουτάρι η κοπανιά, να μην τονε λαβώση·
σα να 'χεν είσται κέρινο, τέτοιας λογής διαβαίνει,
στον κάμπο πέφτει το μισό, τ᾿ άλλο μισό απομένει·
και κατεβαίνει στο λαιμό του αλόγου, εις δυο τον κόβγει,
πλιο δε γυρεύγει ουδ' άχερα ουδέ ταγή να τρώγη.
Ο Ρώκριτος ωσάν αϊτός από τη σέλα βγαίνει,
πεζέφνει και τον Άριστον ήστεκε κι ανιμένει·
εκείνος πάλι να θωρή πεζόν έτοιον οχθρό του,
για τα πρεπά της αντρειάς πεζέφνει απ᾽ τ᾿ άλογό του.
Εμάνισε παρά ποτέ κι ως λιόντας αγριεύγει
και λέγει του Ρωτόκριτου: “Η μέρα μας μισεύγει
και για ντροπή μου το κρατώ, να σου το μολογήσω,
τόση ώρα να σε πολεμώ και να μη σε νικήσω.
Περμάζωξε όλη την αντρειά, βάλε τη δύναμή σου,
λέγω σου εδά παρά ποτέ βαρίσκω και βλεπήσου”.
“Μη βιάζεσαι πολλά, Άριστε, κι η μέρα πρι βραδιάση,
ένας μας θε να σκοτωθή κι ο ρήγας του θα χάση
κι ακόμη ο ήλιος είν᾽ ψηλά και πρι να χαμηλώση,
γη αυτό γη τούτο το σπαθί το τέλος θέλει δώσει”.
Τούτα τα λόγια μοναχάς είπασιν όλη μέρα
κι απόκει αρχίζου άλλη μαλιά με το σπαθί στη χέρα».
(Β. Κορνάρος, Ερωτόκριτος, Δ', στ. 1629-1782, κριτική έκδοση Στ. Αλεξίου, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1980)
Όταν ο Άριστος βλέπει τον Ερωτόκριτο να ξεπεζεύει, κατεβαίνει κι εκείνος από το άλογό του «για τα πρεπά της αντρειάς». Είναι ακριβώς το ήθος που δείχνει και ο Έκτορας όταν αρνείται να χτυπήσει τον Αίαντα «απόκρυφα»: ο αντίπαλος πρέπει να νικηθεί με ίσους όρους, αλλιώς η νίκη δεν μετράει.