Ραψωδία Γ 121-244: Η Τειχοσκοπία 🏛️
Η ραψωδία Γ της Ιλιάδας, γνωστή και ως «Τειχοσκοπία», μας μεταφέρει σε μια στιγμή αναμονής και έντασης, λίγο πριν την κορύφωση της μάχης. Μέσα από τα μάτια της Ελένης, παρακολουθούμε τους πρωταγωνιστές του Τρωικού Πολέμου, ενώ οι γέροντες της Τροίας εκφράζουν τον θαυμασμό τους για την ομορφιά της.
Η Ελένη και ο Πρίαμος στα τείχη 🏰
Η Ίρις, η αγγελιαφόρος των θεών, έφτασε στην λευκόχερη Ελένη, παίρνοντας τη μορφή της Λαοδίκης, της πιο όμορφης κόρης του Πριάμου. Την βρήκε να υφαίνει ένα μεγάλο πορφυρό ύφασμα, πάνω στο οποίο κεντούσε τις μάχες των χαλκοφόρων Αχαιών και των ιπποδάμων Τρώων.
Η Ελένη υφαίνει πάνω στο πανί της ακριβώς τη σκηνή που εξελίσσεται έξω από τα τείχη: τη μάχη Αχαιών και Τρώων που γίνεται για χάρη της. Ο ποιητής χρησιμοποιεί τους ίδιους ακριβώς στίχους για το υφαντό και για την πραγματικότητα — το έργο τέχνης μέσα στο έργο τέχνης λέγεται «έκφραση».
Τα λόγια με τα οποία οι γέροντες σχολιάζουν την ομορφιά της, στο πρωτότυπο ομηρικό κείμενο:
«οὐ νέμεσις Τρῶας καὶ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιοὺς
τοιῇδ᾽ ἀμφὶ γυναικὶ πολὺν χρόνον ἄλγεα πάσχειν·
αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν·
ἀλλὰ καὶ ὡς τοίη περ ἐοῦσ᾽ ἐν νηυσὶ νεέσθω,
μηδ᾽ ἡμῖν τεκέεσσί τ᾽ ὀπίσσω πῆμα λίποιτο.»
(Γ 156-160)
Η θεά, με γοργά βήματα, πλησίασε την Ελένη και της είπε: «Έλα, γλυκιά μου, να δεις και να θαυμάσεις τους χαλκοφόρους Αχαιούς και τους ιππόδαμους Τρώες. Αυτοί που ήταν πρόθυμοι να αρχίσουν τον πολύθρηνο αγώνα του πολέμου, τώρα ησυχάζουν όλοι. Ο πόλεμος σταμάτησε και αυτοί, γυρισμένοι στις ασπίδες, κάθονται και έχουν στήσει όρθια τα κοντάρια τους. Ο ψυχερός Μενέλαος και ο Πάρις θα πολεμήσουν εκεί κάτω με τα μακριά κοντάρια τους για σένα. Και ο νικητής θα σε έχει αγαπημένη».
Η θεά μίλησε και της ενέπνευσε τρυφερή επιθυμία για τον πρώτο της άνδρα, τη χώρα της και τους γλυκούς γονείς της. Αμέσως, η Ελένη βγήκε από τον θάλαμο με ένα λευκό μαγνάδι και της κυλούσαν θερμά δάκρυα. Δύο θεράπαινες, η Αίθρα και η Κλυμένη, την ακολουθούσαν.
Οι γέροντες της Τροίας και η Ελένη 👴👵
Ανέβηκαν στον πύργο των Σκαιών Πυλών. Εκεί κάθονταν ο Πρίαμος, ο Πάνθοος, ο Λάμπος, ο Θυμοίτης, ο Ικετάων, ο Κλυτίος, και οι φρόνιμοι Αντήνωρ και Ουκαλέγων, όλοι αρχηγοί και σύμβουλοι των Τρώων. Ήταν γέροντες και είχαν αφήσει τα άρματα, αλλά ήταν εξαίρετοι δημηγόροι και έμοιαζαν με τους τζίτζικες που χύνουν από το πυκνό φύλλωμα την ιλαρή λαλιά τους. Μόλις είδαν την Ελένη να πλησιάζει στον πύργο, συνομιλούσαν σιγανά με λόγια πτερωμένα:
«Κρίμα δεν έχουν οι Αχαιοί, δεν έχουν κρίμα οι Τρώες
χάριν ομοίας γυναικός τόσον καιρόν να πάσχουν·
τωόντι ομοιάζει ωσάν θεάς η τρομερή θωριά της
αλλά και ως είναι ασύγκριτη καλύτερα να φύγει
παρά να μείνει συμφορά σ' εμάς και στα παιδιά μας».
Και ο Πρίαμος κάλεσε την Ελένη κοντά του: «Προχώρησε, παιδί μου, κάθισε εδώ κοντά μου να δεις τον πρώτο σου άνδρα, τους συγγενείς και φίλους. Εσύ δεν μου φταις, οι θεοί μου φταίνε, που με έριξαν στον πολύθρηνο αγώνα των Αχαιών. Και ονόμασέ μου εκείνον τον θεόρατο άνδρα που φαντάζει τόσο λαμπρά ανάμεσα στους Αχαιούς. Αλήθεια, στο ανάστημα τον υπερβαίνουν κι άλλοι, αλλά άνδρα σαν αυτόν, καλό και σεβαστό, δεν έχω δει στη ζωή μου. Φαίνεται πως είναι βασιλιάς».
Η Ελένη περιγράφει τους ήρωες 🗣️
Η θεία Ελένη του απάντησε: «Σέβας και φόβον, ω γλυκέ, σου έχω, πεθερέ μου. Καλύτερα να είχα σκοτωθεί, παρά να φύγω, οϊμένα, με τον υιό σου, αφήνοντας τον θάλαμο, τους φίλους, τις τρυφερές ομήλικες, την μόνη θυγατέρα. Αλλά έζησα, να φθείρεται στα κλάματα η ζωή μου. Αλλά σ' αυτό που με ρωτάς, εγώ θα σου απαντήσω. Εκείνος είναι ο κραταιός Ατρείδης Αγαμέμνων, συνάμα βασιλιάς καλός και ανδρείος πολεμάρχος και ανδράδελφος, έναν καιρόν, εγώ τον είχα η σκύλα!»
Και ο γέρος τον θαύμασε και είπε: «Ευτυχισμένε Ατρείδη, θεαγάπητε, καλόμοιρε, τωόντι σου πρέπει τόσων Αχαιών εσύ να βασιλεύεις. Και στης Φρυγίας μια φορά τ' αμπελοφόρα μέρη επήγα κι είδα πληθυσμόν Φρυγών των ιππομάχων, που τότε εστρατοπέδευσαν στις όχθες του Σαγγάρου, του θείου Μύγδονος λαοί συνάμα και του Οτρέως, ότι βοηθός τους έφθασα κι εγώ να πολεμήσω, όταν αυτοί τες ίσανδρες κτυπούσαν Αμαζόνες· αλλ' ήσαν ολιγότεροι των Αχαιών εκείνοι».
Είδε κατόπι ο Πρίαμος τον Οδυσσέα κι είπε: «Παιδί μου, τώρα λέγε μου ποιος είναι πάλι εκείνος· του Ατρείδη Αγαμέμνονος στ' ανάστημα δεν φθάνει, αλλ' έχει αυτός πλατύτερα τα στήθη και τους ώμους. Άφησε κάτω τ' άρματα στην γην την πολυθρέπτραν, και μόνος περιφέρεται στες τάξεις των ανδρείων· τον παρομοιάζω με τρανό δασύμαλλο κριάρι, οπού διαβαίνει απέραντην κοπήν λευκών προβάτων».
Η Ελένη κόρη του Διός σ' εκείνον απαντούσε: «Αυτός είναι ο πολύβουλος Λαερτιάδης Οδυσσέας όπου ανετράφη στο νησί της πετρωτής Ιθάκης και πολλούς δόλους και άπειρα σοφίσματα γνωρίζει».
Και προς αυτήν απάντησεν ο συνετός Αντήνωρ: «Λόγον τωόντι αληθινόν, ω δέσποινα, μας είπες· γιατ' ήλθ' εκείνος άλλοτε για σέν' αποσταλμένος εδώ με τον Μενέλαον και φιλικά στο σπίτι τους δέχθηκα κι εγνώρισα την πλάση και των δύο και την μεγάλην σύνεσιν· αλλ' όταν εσταθήκαν των Τρώων εις την σύνοδον, ο Ατρείδης τον περνούσε με τους μεγάλους ώμους του και ότ' ήσαν καθισμένοι, εφάνη σεβαστότερος ο θείος Οδυσσέας· αλλ' όταν λόγους συνετούς να ειπούν στα πλήθη αρχίσαν, γοργότατα ο Μενέλαος και σύντομα ομιλούσε, αλλά κοφτά, γλυκά πολύ, χωρίς στιγμήν να φύγει απ' τον σκοπόν, νεώτερος αν κι ήταν του Οδυσσέα· αλλ' όταν ο πολύβουλος σηκώθηκε Οδυσσέας, στέκονταν με τα μάτια του στη γη προσηλωμένα, και μήτ' εμπρός το σκήπτρο του κινούσε μήτ' οπίσω και το βαστούσε ασάλευτο σαν πράξη να μην είχε, θα 'λεγες που 'ναι ένας μωρός κι από χολήν γεμάτος. Αλλ' άμ' από τα στήθη του βγήκε η φωνή η μεγάλη και ωσάν πυκνές χιονόψιχες οι λόγοι του πετιόνταν, θνητός δεν ήταν άξιος να μετρηθεί μ' εκείνον· και τότε δεν μας ξίπασεν η όψις του ωσάν πρώτα».
Και τρίτον είδ' ο γέροντας τον Αίαντα κι ερώτα: «Και αυτός ποιος είν' ο εξαίσιος, που τους μεγάλους ώμους υψώνει και την κεφαλήν επάνω των Αργείων;»
Απάντησε η μακρόπεπλη Ελένη γυνή θεία: «Ο Αίας ο γιγάντιος των Αχαιών ο στύλος· πλησίον στέκει ωσάν θεός μες στων Κρητών τα πλήθη ο Ιδομενεύς και ολόγυρα οι Κρήτες πολεμάρχοι· συχνά τον φιλοξένησε στο σπίτι μας ο ανδρείος Μενέλαος, ότ' έρχονταν εκείνος απ' την Κρήτην· κι όλους τους άλλους Αχαιούς και βλέπω και γνωρίζω και θα ημπορούσ' αλάθευτα να ειπώ τα ονόματά τους, και δύο μόνον βασιλείς να ιδώ δεν κατορθώνω τον Κάστορα ιπποδαμαστήν, τον πύκτην Πολυδεύκην· κι είναι αδελφοί μου από μια μητέρα γεννημένοι· μήπως στην Λακεδαίμονα την ποθητήν εμείναν, ή με τους άλλους έφθασαν κι εκείνοι στην Τρωάδα, αλλά δεν θέλουν να φανούν στες μάχες των ανδρείων, μην πάρουν από τ' όνειδος και από την εντροπή μου;»
Αυτά 'λεγε και από καιρόν τους είχε η γη σκεπάσει εκεί στην Λακεδαίμονα, στην ποθητήν πατρίδα.
Η Ελένη ψάχνει με το βλέμμα της τα δύο αδέρφια της, τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, και υποθέτει ότι κρύβονται από ντροπή για εκείνη. Ο ποιητής όμως αποκαλύπτει αμέσως ότι είναι ήδη νεκροί και θαμμένοι στην πατρίδα τους. Όταν ο ακροατής γνωρίζει κάτι που τα πρόσωπα του έπους αγνοούν, μιλάμε για επική ειρωνεία.