1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Ραψωδία Α 494-612: Σκηνές από τον Όλυμπο 🏛️

🙏🧜‍♀️ Η ικεσία της Θέτιδας

Έφεξε η δωδέκατη αυγή, και οι θεοί γυρίζουν στον Όλυμπον κι εβάδιζεν εμπρός τους ο Κρονίδης και η Θέτις το παράγγελμα δεν ξέχανε του υιού της και της θαλάσσης έσχισε τα κύματα κι εβγήκε και ανέβη τα χαράματα στ᾽ Ολύμπου τον αιθέρα. Εύρηκε τον βροντόφωνον Κρονίδην καθισμένον μόνον στην άκραν κορυφήν του πολυλόφου Ολύμπου, εμπρός του εκάθισε η θεά και με τ' αριστερό της του έπιασε τα γόνατα, με τ' άλλο το πηγούνι, κι έλεγεν ικετεύοντας στον ύψιστον Κρονίδην: «Δία πατέρ', αν κάποτε με λόγον ή με έργον σ' έχω ωφελήσει, ευδόκησε σ' αυτό να με εισακούσεις· τον ολιγοημερότατον υιόν, αχ! τίμησέ μου· ιδέ πώς τον ατίμασεν ο μέγας Αγαμέμνων, οπού του άρπαξεν αυτός το δώρο του και το 'χει. Δικαίωσέ τον καν εσύ, πάνσοφε Ολύμπιε Δία, στους Τρώας νίκες δώρησε ωσότου το παιδί μου, να δικαιώσουν οι Αχαιοί να τον υπερδοξάσουν».

⚡👑 Η απάντηση του Δία

Και απάντησιν δεν έδωκεν ο νεφελοσυνάκτης κι ώραν πολλήν εσώπαινε· και η Θέτις του κρατούσε ως απ' αρχής τα γόνατα και πάλιν τον ερώτα: «Άσφαλτην δώσ' μου υπόσχεσιν μ' εκείνο σου το νεύμα ή αρνήσου· τι θα φοβηθείς; Θέλω να μάθω μόνον, αν είμαι το εξουθένωμα των αθανάτων όλων». Με βάρος της απάντησεν ο νεφελοσυνάκτης: «Ω! τι κακό! να οργισθώ της Ήρας θα με βάλεις, όταν με λόγια υβριστικά πικρά θα με κεντήσει· και χωρίς λόγον πάντοτε μου κλαίεται και λέγει εμπρός εις όλους τους θεούς πως βοηθώ τους Τρώας, αλλά συ φύγε ευθύς μη σε νοήσ' η Ήρα και άφες σ' εμέ την μέριμναν σ' αυτό να δώσω τέλος· και ιδού, για να βεβαιωθείς την κεφαλήν θα σκύψω· σημάδι τούτο αλάθευτο στους αθανάτους έχω· τι ό,τι με της κεφαλής το σκύψιμο κηρύξω δεν απατά, δεν παίρνεται οπίσω και θα γίνει». Είπε, τα μαύρα φρύδια του χαμήλωσε ο Κρονίδης· έκλινε από τ' αθάνατο κεφάλι του κυρίου η θεία κόμη και ο μανός ο Όλυμπος εσείσθη.

⚡🤬🌸 Φιλονικία Δία και Ήρας

Αυτά 'παν κι εχωρίσθηκαν· απ' τον ακτινοβόλον Όλυμπον κείνη επήδησε στης θάλασσας τα βάθη, και ο Δίας προς το δώμα του· κι εμπρός εις τον πατέρα όλ᾽ οι θεοί σηκώθηκαν· ουδέ να προχωρήσει κανείς επρόσμενε αλλ' ορθοί τον προϋπαντήσαν όλοι· κι εκάθισε στον θρόνον του· και ότι πρώτα η Θέτις η κόρ' η αργυρόποδη του γέρου της θαλάσσης, είχε μ' αυτόν συνακουσθεί, δεν ξέφυγε της Ήρας, και άρχισε πειραχτικά να λέγει προς τον Δία: «Ποια θεά πάλι, ω δολερέ, με σένα εσυνακούσθη; Σ' αρέσει πάντοτε μακράν από εμέ να κρίνεις, ν' αποφασίζεις μυστικά· δεν σου 'δωσε η καρδιά σου τίποτε απ' όσα σκέπτεσαι σ' εμέ να φανερώσεις». Σ' αυτήν αντείπε των θεών και ανθρώπων ο πατέρας: «Ήρα, μη ελπίσεις όλους μου τους στοχασμούς να μάθεις, δεν θα τους έβρεις εύκολα, και ας είσαι ομόκλινή μου, αλλ' ό,τι αρμόζει ν' ακουσθεί, κανείς δεν θα γνωρίσει ή των θεών ή των θνητών, πριν συ το μάθεις πρώτα· αλλ' ό,τι εγώ ανάμερα των αθανάτων θέλω να στοχασθώ, μη το ερωτάς, μη θέλεις να εξετάζεις». Και η μεγαλόφθαλμη θεά του απάντησεν, η Ήρα: «Οποίον λόγον, πρόφερες, σκληρότατε Κρονίδη; Έχω καιρόν π᾽ ούτε ρωτώ, ούτ᾽ εξετάζω πλέον, αλλ' όσα θέλεις ήσυχος ο νους σου κρίνει μόνος· αλλά φοβούμαι τώρα μη του γέρου της θαλάσσης η κόρη σε ξεπλάνεσε, ότι πρωί την είδα σιμά σου εκεί τα γόνατα κλιτή να σου αγκαλιάζει, και θα της έστερξες τιμήν να δώσεις του Αχιλλέως και ν' αφανίσεις Αχαιούς πολλούς εκεί στα πλοία». Και ο Δίας της απάντησε ο νεφελοσυνάκτης: «Στιγμή δεν παύεις, ω κακή, να με παραμονεύεις· αλλά δεν βγάζεις τίποτε και πλέον μισητή μου θα γίνεις και θα λυπηθείς χειρότερα· κι αν είναι το πράγμα ως έλεγες, θα πει που αυτό σ' εμένα αρέσει.

Αλλά κάθου και σώπαινε, στον λόγον μου υποτάξου, δεν θα σε σώσουν, πίστευσε, όλ' οι θεοί του Ολύμπου, αν τούτ' απλώσω εγώ σ' εσέ τ᾽ ανίκητά μου χέρια». Είπε και η μεγαλόφθαλμη φοβήθηκεν η Ήρα και την καρδιά της σφίγγοντας καθήμενη εβουβάθη· κι όλ᾽ οι θεοί λυπήθηκαν στο δώμα του Κρονίδη·

🔥🛠️ Παρέμβαση του Ήφαιστου

Τότε βοηθός εις την γλυκιά μητέρα του την Ήραν ο Ήφαιστος, ο ένδοξος τεχνίτης, σ' όλους είπε: «Κακό θα είναι αβάστακτο τωόντι σεις οι δύο να ερίζετε για τους θνητούς και μες στους αθανάτους να οχλοβοείτε φοβερά· και της καλής τραπέζης όλ' η ευφροσύνη εχάθηκεν, αφού νικάν τ' αχρεία, και της μητρός μου θα 'λεγα, που το εννοεί και μόνη, εις τον γλυκόν πατέρα μου να είναι καλή, μη πάλιν θυμώσει και την τράπεζαν μας βάλει επάνω-κάτω· να θέλει μας κατρακυλά απ' το θρονί μας όλους ο Βροντητής, στην δύναμιν περίσσι᾽ ανώτερός μας. Αλλά με λόγια μαλακά να τον καταπραΰνεις κι ο Βροντοφόρος ίλεως, θαρρώ, σ' εμάς θα γίνει». Είπ᾿ επετάχθη κι έβαλε το δίκουπο ποτήρι, στο χέρι της αγαπητής μητρός του και της είπε: «Υπόμεινε, μητέρα μου, και βάστα αν και θλιμμένη, μήπως εμπρός στα μάτια μου δαρθείς, γλυκιά μητέρα· και τότε δεν θα δυνηθώ ποσώς να σε βοηθήσω ο θλιβερός· αντίσταση δεν έχει ο Βροντοφόρος· άλλη φορά το ετόλμησα, και αυτός από τον πόδα μ' έπιασε και μ' απόλυσε του Ολύμπου απ' το κατώφλι. Ολημερίς εγύριζα, και ο ήλιος είχε δύσει όταν στην Λήμνον έπεσα κοντά να βγει η ψυχή μου· και άνθρωποι Σίντιες εκεί με περιποιήθηκαν».

🕊️ Αποκατάσταση της ηρεμίας 🍷 Συμπόσιο των θεών

Και χαμογέλασε η θεά, η Ήρα η λευκοχέρα και απ' το παιδί της έλαβε γελώντας το ποτήρι και γλυκό νέκταρ παίρνοντας απ' τον κρατήρα εκείνος δεξιά κερνούσε ολόγυρα τους άλλους αθανάτους· τότε οι μακάριοι θεοί τα γέλια δεν κρατούσαν να βλέπουν κει τον Ήφαιστον να υπηρετεί το δώμα· αυτού ετρώγαν κι έπιναν ολήμερα ως το δείλι, κι όλες χαρήκαν οι καρδιές το ισόμοιρο τραπέζι, του Φοίβου ακόμη την λαμπράν κιθάραν και τες Μούσες ως έψαλναν καλόφωνα με την σειράν τους όλες· κι άμα του ήλιου βύθισε το φως, καθείς επήγε να κοιμηθεί στο δώμα του, που ο ξακουστός τεχνίτης του εποίησεν ο Ήφαιστος με την σοφήν του γνώση. Εκίνησε και ο βροντητής Ολύμπιος κι ανέβη στην κλίνην που αναπαύονταν όσες φορές ο ύπνος τον εκυρίευε ο γλυκός· αυτού κοιμήθη ο Δίας και η χρυσόθρονη θεά, η Ήρα στο πλευρό του.

Το νεύμα που σείει τον Όλυμπο

Ο Δίας δεν υπόσχεται με λόγια αλλά με ένα σκύψιμο του κεφαλιού. Είναι το πιο δεσμευτικό σημάδι που διαθέτει ο θεός: ό,τι επικυρώσει έτσι «δεν απατά, δεν παίρνεται οπίσω και θα γίνει». Και ολόκληρο το βουνό των θεών κλονίζεται από την κίνηση.