1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Ραψωδία Α 431β-493 🚢

👩‍🦰➡️👴 Η Χρυσηίδα παραδίδεται στον πατέρα της. ⚓🧭 Επιστροφή της αποστολής με επικεφαλής τον Οδυσσέα στο στρατόπεδο των Αχαιών.

Αλλ' έφθανεν ο ισόθεος Οδυσσέας στην Χρύσην όπου έφερνε την θείαν εκατόμβην· κι όταν εμπήκε στο βαθύ λιμάνι το καράβι, μάζωξαν όλα τα πανιά και τ' αποθέσαν κάτω, τα ξάρτια λύσαν κι έβαλαν στην θήκην το κατάρτι, έφεραν μέσα στ' άρασμα με τα κουπιά το πλοίον, και τα πρυμνόσχοιν' έδεσαν κι ερίξαν τες αγκύρες, και εβγήκαν έξω στην στεριά και μέσ' απ' το καράβι την εκατόμβην έβγαλαν του μακροβόλου Φοίβου, και απ' όλους βγήκεν ύστερη του Χρύση η θυγατέρα.

Την κόρην ο πολύγνωμος οδήγησε Οδυσσέας εις τον βωμόν και του πατρός την έδωσε και του 'πε: «Ω Χρύση, ο μέγας μ' έστειλεν Ατρείδης Αγαμέμνων την κόρην να σου φέρω εδώ και θείαν εκατόμβην, να τον εξιλεώσομε, του Φοίβου να προσφέρω, πο 'βαλε εις πολυστένακτες οδύνες τους Αργείους». Είπε και του την έδωσε την ακριβή του κόρην· εδέχθη αυτός και χάρηκε· κι ευθύς την εκατόμβην εις τον καλόκτιστον βωμόν ολόγυρ' αραδιάσαν και αφού εχερονίφθηκαν κι επήραν το κριθάρι, ψηλά τα χέρια σήκωσεν ο Χρύσης κι εδεήθη: «Άκουσέ με, αργυρότοξε, της Χρύσης και της θείας Κίλλας υπέρμαχε θεέ, ω κύριε της Τενέδου, ως έδωκας ακρόασιν εις τες ευχές μου πρώτα, κι επλήγωσες τους Αχαιούς κι ετίμησες εμένα, αυτή μου πάλι ευδόκησε να γίν' η επιθυμία, απ' το κακό θανατικό τους Δαναούς ω σώσε!».

Είπε, και ο Φοίβος άκουσε, κι εδέχθη την ευχή του. Τότε αφού κάμαν τες ευχές κι ερίξαν το κριθάρι, των σφακτών στρέψαν τους λαιμούς, τα έσφαξαν, τα γδάραν, τα μεριά κόψαν, με διπλό κνισάρι τα σκεπάσαν κι επάνω τους ωμά 'βαλαν κομμάτια και στες σχίζες λαμπρό κρασί τα εράντιζε και τα 'καιεν ο γέρος και τα πεντόσουβλα σιμά τ' αγόρια τού κρατούσαν· και αφού καήκαν τα μεριά κι εγεύθηκαν τα σπλάχνα, ελιάνισαν τα επίλοιπα, τα πέρασαν στες σούβλες, και αφού με τέχνην τα 'ψησαν, απ' την φωτιά τα επήραν και άμ' απ' τον κόπον έπαυσαν κι ετοίμασαν το γεύμα, ετρώγαν κι όλ' ισόμοιρα χαρήκαν το τραπέζι· και άμα εφάγαν κι έπϊαν όσ' ήθελε η ψυχή τους, ξέχειλο εβάλαν το κρασί τ' αγόρια στους κρατήρες κι έδωκαν σ' όλους απαρχές στα ολόγεμα ποτήρια, κι εξελεώναν τους θεούς με άσματα ολημέρα καλόν παιάνα ψάλλοντας των Αχαιών τ' αγόρια και ο μακροβόλος άκουε κι ευφραίνετο η ψυχή του· και ο ήλιος άμα εβύθισε και ήλθε το σκοτάδι, στου πλοίου τα πρυμνόσχοινα κοιμήθηκαν πλησίον· και άμα ερόδιζ' η αυγή, αφήκαν το λιμάνι στων Αχαιών το απέραντο στρατόπεδο να γύρουν· και πρίμον τους απόστειλε ο μακροβόλος Φοίβος· τότ' άπλωσαν τα κάτασπρα πανιά τους στο κατάρτι, κι ο άνεμος τα φούσκωνε, κι ως πήγαινε το πλοίον εις την καρίνα ολόγυρα το μαύρο κύμα ηχούσε κι έκοβε δρόμον γρήγορο στο κύμα το καράβι· στων Αχαιών το απέραντο στρατόπεδο άμα εφθάσαν, ετράβηξαν εις την στεριά τ' ολόμαυρο καράβι ψηλά στην άμμον κι έβαλαν στυλώματα αποκάτω και στες σκηνές εσκόρπισαν εκείθε και στες πρύμνες.

Ωστόσο εκείνος θύμωνε σιμά στα γοργά πλοία ο φτεροπόδης διογενής Πηλείδης Αχιλλέας· δεν πήγαινε στην σύνοδον, όπου δοξάζοντ' άνδρες, ούτε στον πόλεμον, και αυτού βαρύλυπ' η καρδιά του ελαχταρούσε την βοήν, την φλόγα του πολέμου.

Η ίδια προσευχή, αντίστροφο αίτημα

Ο Χρύσης επικαλείται τον Απόλλωνα με τα ίδια ακριβώς λόγια που είχε χρησιμοποιήσει όταν ζητούσε την τιμωρία των Αχαιών — αργυρότοξε, προστάτη της Χρύσης και της Κίλλας, κύριε της Τενέδου. Αλλάζει μόνο το αίτημα: τότε ζητούσε βέλη, τώρα ζητά να σταματήσουν.