Ραψωδία Α 1-53: Το Προοίμιο – Η Ικεσία του Χρύση 📜
Προοίμιο – Επίκληση της Μούσας 🎼
Ψάλλε, θεά, τον τρομερόν θυμόν του Αχιλλέως, πώς έγινε στους Αχαιούς αρχή πολλών δακρύων· που ανδράγαθες ροβόλησε πολλές ψυχές στον Άδη ηρώων, κι έδωκεν αυτούς αρπάγματα των σκύλων και των ορνέων— και η βουλή γενόνταν του Κρονίδη, απ' ότ' εφιλονίκησαν κι εχωριστήκαν πρώτα ο Ατρείδης, άρχων των ανδρών, και ο θείος Αχιλλέας.
Και απ' τους θεούς ποιος άναψε την έχθραν μεταξύ τους; Ο Απόλλων, όπου οργίσθηκε του Ατρείδη βασιλέως κι έφερε λώβαν στον στρατόν που εθέριζε τα πλήθη, ότι του εκαταφρόνεσε τον Χρύσην ιερέα.
Ένα έπος με 15.693 στίχους ξεκινά με μία λέξη: μῆνις, η οργή. Ο ποιητής δεν αρχίζει από την αρπαγή της Ωραίας Ελένης ούτε από την πρώτη μέρα του πολέμου, αλλά από τον θυμό ενός ανθρώπου — και μάλιστα από τη λέξη «θυμός». Η επίκληση στη θεά (τη Μούσα) που ακολουθεί υπάρχει και στον πρώτο στίχο της Οδύσσειας: έτσι ο ακροατής πείθεται ότι όσα θα ακούσει είναι θεόπνευστα, δεν τα εφευρίσκει ο αοιδός.
Το αίτημα του Χρύση 🙏
Στων Αχαιών τα γρήγορα καράβια τούτος ήλθε, με λύτρα πλουσιοπάροχα την κόρη του να λύσει· στο χρυσό σκήπτρο τυλικτό του Φοίβου το στεφάνι εκράτει, και τους Αχαιούς παρακαλούσεν όλους, μα από όλους πιο πολύ τους δυο τους γιους του Ατρέα:
«Ω γενναιόκαρδοι Αχαιοί, ω βασιλείς Ατρείδες, του Ολύμπου ας κάμουν οι θεοί, την πόλιν του Πριάμου αφού πορθήσετ᾽ ευτυχείς να πάτε στην πατρίδα· αλλ' αποδώσετε σ' εμέ την ποθητήν μου κόρην, δεχθείτε αυτά τα λύτρα της, αν τον υιόν του Δία τον μακροβόλον τοξευτήν Απόλλωνα ευλαβείσθε».
Η άρνηση του Αγαμέμνονα 😠
Όλοι αλαλάξαν οι Αχαιοί, κι είπαν τον ιερέα να σεβασθούν και τα λαμπρά λύτρα δεκτά να γίνουν· μόνος ο Αγαμέμνονας δεν το 'στεργεν ο Ατρείδης, αλλά κακά τον έδιωχνε και βαρύν λόγον είπε:
«Μη σ' απαντήσω, γέροντα, σιμά στα κοίλα πλοία ή τώρα εδώ ν' αργοπορείς ή πάλιν να γυρίσεις, και μη θαρρεύεις στου θεού το σκήπτρο και το στέμμα. Αυτήν δεν θ' απολύσω εγώ· το γήρας θα την έβρει στο Άργος μες στο σπίτι μου μακράν απ' την πατρίδα να υφαίνει αυτού και σύντροφον της κλίνης να την έχω. Μη μ' ερεθίζεις, σύρ᾽ ευθύς, αν θέλεις να μην πάθεις».
Ο Αγαμέμνονας δεν λέει μόνο «όχι» σε ένα αίτημα. Διώχνει βίαια έναν γέροντα ικέτη, περιφρονεί τη φανερή γνώμη ολόκληρου του στρατού και, το βαρύτερο, δηλώνει ότι δεν φοβάται «του θεού το σκήπτρο και το στέμμα» — δηλαδή ασεβεί απέναντι στον ίδιο τον Απόλλωνα. Αυτή η τριπλή προσβολή, όχι η κράτηση της Χρυσηίδας καθαυτή, είναι που φέρνει τον λοιμό.
Η προσευχή του Χρύση 🏹
Τον λόγον του εφοβήθηκε και υπάκουσεν ο γέρος· την άκραν πήρε σιωπηλός της ηχερής θαλάσσης και όταν ευρέθη ανάμερα, τον γόνον της ωραίας Λητούς, μέγαν Απόλλωνα, θερμά παρακαλούσε:
«Άκουσέ με, αργυρότοξε, της Χρύσης και της θείας Κίλλας προστάτη, κύριε στην Τένεδο, Σμινθέα, εάν σου έκτισα ναόν να χαίρεται η καρδιά σου, εάν ποτέ σου έκαψα μεριά καλοθρεμμένα ταύρων κι ερίφων, τούτον μου τον πόθον τελείωσέ μου· τα βέλη σου στους Δαναούς τα δάκρυά μου ας πλερώσουν».
Ο Απόλλωνας στέλνει λοιμό στο αχαϊκό στρατόπεδο 🌑
Ευχήθη και ως τον ακούσεν ο Φοίβος ο Απόλλων, κατέβη από τες κορυφές του Ολύμπου θυμωμένος, με τόξον και μ' ολόκλειστην φαρέτραν εις τους ώμους. Εβρόντησαν επάνω του τα βέλη ως εκινήθη ο χολωμένος και όμοιαζε την νύκτα, ως προχωρούσε. Των πλοίων κάθισε αντίκρυ και απόλυσε το βέλος και αχός εβγήκε τρομερός απ' τ' ασημένιο τόξο· και αφού τους σκύλους έπληξε και τα μουλάρια πρώτα, εις τους ανθρώπους έριχνε τα πικροφόρ᾽ ακόντια αδιάκοπα· και των νεκρών παντού πυρές εκαίαν.
Ο ποιητής δεν λέει απλώς ότι «πέθαναν πολλοί». Ανεβαίνει σκαλοπάτι-σκαλοπάτι: πρώτα οι σκύλοι, μετά τα μουλάρια, τέλος οι άνθρωποι. Αυτή η τριπλή κλιμάκωση από το λιγότερο στο πιο σημαντικό λέγεται «νόμος των τριών» και επανέρχεται συνεχώς στα ομηρικά έπη.
Στο τέλος όμως κρύβεται ένας αναχρονισμός: οι ανασκαφές δείχνουν ότι γύρω στο 1200 π.Χ., όταν τοποθετούνται τα γεγονότα του έπους, οι νεκροί θάβονταν. Το κάψιμο των νεκρών ήταν συνήθεια της εποχής του Ομήρου (9ος-8ος αι. π.Χ.) — έτσι ο ποιητής βάζει άθελά του τη δική του εποχή μέσα στην ηρωική.