1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

25η Ενότητα: Ο Αγώνας του Τόξου 🏹

Α΄.Ι. Περιληπτική αναδιήγηση της ραψωδίας φ: Τόξου θέσις (Προκήρυξη αγώνα τόξου)

Υποκινημένη από την Αθηνά, η Πηνελόπη πήρε από την αίθουσα κειμηλίων το τόξο του Οδυσσέα, θρήνησε κρατώντας το, κατέβηκε στο «μέγαρο» και προκήρυξε αγώνα μεταξύ των μνηστήρων με έπαθλο την ίδια· δήλωσε δηλαδή ότι θα παντρευόταν αυτόν που θα τεντώσει το τόξο και θα περάσει το βέλος μέσα από δώδεκα πελέκια.

Γιατί διάλεξε το τόξο η Πηνελόπη;

Το τόξο ήταν το αγαπημένο όπλο του Οδυσσέα, δώρο παλιού του φίλου. Λίγοι μπορούσαν να το τεντώσουν, γι' αυτό ο αγώνας λειτουργούσε ως φυσική δοκιμασία δύναμης — αλλά, χωρίς να το ξέρουν οι μνηστήρες, ήταν ταυτόχρονα το τέλειο τέχνασμα για να αναγνωριστεί ο ίδιος ο Οδυσσέας.

Ο Τηλέμαχος αιφνιδιάστηκε προς στιγμήν, γρήγορα όμως ανέλαβε ρόλο προστάτη της μητέρας του, την επαίνεσε ως έπαθλο του αγώνα, έστησε τα πελέκια και έκανε ο ίδιος την αρχή, για να αποδείξει ότι είναι άξιος να κρατήσει τα όπλα του πατέρα του. Δοκίμασε τρεις φορές χωρίς επιτυχία, την τέταρτη θα τα κατάφερνε, λέει ο ποιητής, τον ανέκοψε όμως με νεύμα ο Οδυσσέας. Αντιλήφθηκε τότε το σχέδιο του πατέρα του, προσποιήθηκε αδυναμία και παραιτήθηκε δίνοντας τη σειρά στους μνηστήρες.

Πρώτος δοκίμασε ο μάντης Ληώδης, αλλά απέτυχε και προέβλεψε ότι ο αγώνας αυτός θα φέρει συμφορά. Ο Αντίνοος όμως τον αποπήρε και πρότεινε να αλείψουν το τόξο με λίπος ζεστό, για να μαλακώσει· δοκίμασαν στη συνέχεια όλοι χωρίς επιτυχία, εκτός από τους δύο κορυφαίους, τον Ευρύμαχο και τον Αντίνοο.

Μια πρόβλεψη που θα επαληθευτεί

Ο Ληώδης είναι μάντης και η αποτυχημένη πρόβλεψή του για «συμφορά» δεν αναφέρεται στην αποτυχία του ίδιου, αλλά προμηνύει τη μνηστηροφονία που θα ακολουθήσει. Οι μάντεις στα ομηρικά έπη λειτουργούν συχνά ως φωνές που προαναγγέλλουν την εξέλιξη της πλοκής.

Στο μεταξύ, ο Εύμαιος και ο γελαδάρης Φιλοίτιος είχαν βγει στην αυλή, ο «ζητιάνος» τούς ακολούθησε και, αφού βεβαιώθηκε για την αφοσίωση στον αφέντη τους, τους αποκαλύφτηκε και τους έδωσε εντολές: ο Εύμαιος να φροντίσει να του δώσει το τόξο και να πει στις υπηρέτριες να κλείσουν την πόρτα του «μεγάρου» και να μείνουν στον χώρο τους, ο δε Φιλοίτιος να κλείσει την αυλόθυρα. Ένας ένας έπειτα ξαναμπήκαν μέσα.

Την ώρα εκείνη δοκίμαζε ο Ευρύμαχος να τεντώσει το τόξο, χωρίς επιτυχία κι αυτός, οπότε ο Αντίνοος πρότεινε να αναβάλουν για αύριο τον αγώνα· σήμερα, εξάλλου, είναι η γιορτή του Απόλλωνα, είπε.

Παρακάλεσε τότε ο Οδυσσέας να του επιτρέψουν να δοκιμάσει κι αυτός, τον πρόσβαλε όμως άσχημα ο Αντίνοος. Αλλά η Πηνελόπη κι ο Τηλέμαχος στήριξαν το αίτημά του και το τόξο πέρασε τελικά στα χέρια του. Η Ευρύκλεια και ο Φιλοίτιος έκλεισαν τις πόρτες και οι υπηρέτριες περιορίστηκαν στον χώρο τους, όπως και η Πηνελόπη.

Ο Οδυσσέας περιεργαζόταν κιόλας το τόξο, ενώ οι μνηστήρες τον σχολίαζαν πικρόχολα· πανικοβλήθηκαν όμως όταν τον είδαν να τεντώνει εύκολα τη χορδή και να περνά το βέλος μέσα από τις τρύπες όλων των τσεκουριών.

Α΄.2. ΚΕΙΜΕΝΟ 📜

Το τόξο στα χέρια του Οδυσσέα (με ενδιάμεσες παραλείψεις)

Εκείνοι στάλαξαν σπονδή, ήπιαν μετά όσο τραβούσε η ψυχή τους, και τότε ο Οδυσσέας, πολύγνωμος και δολοπλόκος, μπήκε στη μέση λέγοντας:
«Μνηστήρες της περήφανης βασίλισσας, ακούστε με ό,τι θα πω, όσα η ψυχή στα στήθη μου προστάζει·
απ' τον Ευρύμαχο προπάντων και τον θεόμορφο Αντίνοο ζητώ μια χάρη· πολύ σωστός ο λόγος που είπε,
προσώρας το τόξο να το βάλετε στην άκρη και στους αθάνατους ν' αφήσετε την τελική απόφαση — αύριο ο θεός θα κρίνει σε ποιον θα δώσει σίγουρα τη νίκη.
Αλλά παρακαλώ, δώσετε και σ' εμένα αυτό το τόξο το γυαλιστερό, να δοκιμάσω ανάμεσά σας τη δική μου δύναμη, όση μου απόμεινε [...].»

[Ο Αντίνοος τον πρόσβαλε και τον απείλησε, πήρε όμως τον λόγο η Πηνελόπη:]
«Αντίνοε, μήτε σωστό μήτε και δίκαιο είναι με τέτοιον τρόπο να καταφρονείς ξένους του Τηλεμάχου, όποιος κι αν βρέθηκε φιλοξενούμενος στο σπίτι του.
Μήπως σου πέρασε η ιδέα πως, αν ο ξένος κατορθώσει το μέγα τόξο να τεντώσει, γιατί εμπιστεύεται τα χέρια και τη δύναμή του, πως θα με πάρει και γυναίκα του στο σπίτι [...];»

Στη μέση μπήκε του Πολύβου γιος ο Ευρύμαχος, ανταπαντώντας:
«Του Ικαρίου κόρη, φρόνιμη Πηνελόπη, καθόλου δεν το φανταστήκαμε πως θα σε πάρει αυτός στον τόπο του γυναίκα, πράγμα εντελώς αταίριαστο. Ντρεπόμαστε όμως την καταλαλιά από γυναίκες κι άντρες, μήπως και κάποιος ταπεινότερος κουτσομπολέσει λέγοντας:
“Κοίτα λοιπόν, άντρες κατώτεροι γυρεύουν ταίρι τους τη γυναίκα ενός ανώτερου, αλλά δεν έχουν δύναμη το τορνεμένο τούτο τόξο να τανύσουν· κι όμως ένας ζητιάνος, που έφτασε εδώ περιπλανώμενος, το τάνυσε εύκολα και τη σαΐτα στα πελέκια πέρασε.”
Αυτά θα πουν, κι εμείς θα φορτωθούμε την ντροπή.»

Πήρε ξανά τον λόγο η Πηνελόπη, με γνώση και με φρόνηση:
«Ευρύμαχε, για τον θεό, δεν τίθεται νομίζω ζήτημα μνείας εύφημης· στον κόσμο μας, όσο ατιμάζουν κάποιοι το σπίτι και το βιος ενός ενάρετου κι αντρείου. Λοιπόν ποιος λόγος τώρα να νιώθετε ντροπή;
Όσο γι' αυτόν τον ξένο, δείχνει και μεγαλόσωμος και μπρατσωμένος, καυχιέται εξάλλου και για τη γενιά του, πως είναι γόνος πατέρα ευγενικού.
Λέω λοιπόν να του παραχωρήσετε το τορνεμένο τόξο, κι ύστερα βλέπουμε. Και κάτι ακόμη έχω να πω, και πείτε το συντελεσμένο:
ανίσως το τανύσει αυτός, αν ο Απόλλων τού χαρίσει νίκη, υπόσχομαι πως θα τον ντύσω με ρούχα ωραία, χλαίνη, χιτώνα, πως θα του δώσω μυτερό κοντάρι, να τον φυλάει από σκυλιά κι ανθρώπους, πως θα του δώσω δίκοπο σπαθί, σαντάλια για τα πόδια του, κι έτσι θα τον προπέμψω όπου η ψυχή του και η καρδιά του επιθυμεί.»

Μια υπόσχεση με διπλό νόημα

Η Πηνελόπη υπόσχεται στον «ζητιάνο» δώρα και ασφαλή αποχώρηση αν πετύχει. Δεν ξέρει ότι μιλάει στον ίδιο της τον άντρα — έτσι τα λόγια της αποκτούν μια τραγική ειρωνεία που μόνο ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται.

Στην ώρα του αντιμίλησε ο Τηλέμαχος, με τη δική του γνώση:
«Μάνα, το τόξο αυτό μου ανήκει, κανείς σ' αυτό δεν είναι ανώτερός μου· το δίνω σ' όποιον θέλω εγώ ή και τ᾽ αρνούμαι. [...]
κανένας δεν μπορεί, παρά τη θέλησή μου, να βγάλει απαγόρευση δική του, αν ήθελα εγώ το τόξο στον ξένο να το δώσω, και μάλιστα για πάντα, να καμαρώνει με το δώρο μου.
Αλλά του λόγου σου τράβα στην κάμαρή σου και κοίτα τις δουλειές σου [...]
το τόξο όμως είναι των αντρών υπόθεση, όλων και προπαντός δική μου, αφού σ᾽ εμένα ανήκει το κουμάντο του σπιτιού.»

Τα 'χασε εκείνη και πήρε ν' ανεβαίνει στην κάμαρή της [...].
Κι ενώ ο χοιροβοσκός το γυαλισμένο τόξο κουβαλούσε, έβαλαν οι μνηστήρες όλοι τις φωνές μες στο παλάτι, και κάποιος ξιπασμένος νιος ανάμεσά τους έλεγε:
«Για πού το πας, χοιροβοσκέ ρεμάλι, που εδώ συνέχεια τριγυρνάς, αυτό το κυρτωμένο τόξο; Αύριο κιόλας τα σκυλιά στην ερημιά θα σε ξεσχίσουν, μπρος στα γουρούνια σου που τρέφεις, αν ο Απόλλωνας μας ευνοήσει κι οι άλλοι αθάνατοι θεοί.»

Έτσι του φώναξαν, κι αυτός παράτησε στη μέση εκεί της αίθουσας το τόξο που κρατούσε, απ᾿ τις φωνές τους φοβισμένος.
Απ' τη δική του όμως ο Τηλέμαχος μεριά, φωνάζοντας κι αυτός, τον απειλούσε:
«Γέρο, για φέρε καταδώ το τόξο· αν στον καθένα πείθεσαι, κακό του κεφαλιού σου. Κι ας είμαι εγώ μικρότερος, με πέτρες θα σε κυνηγήσω, ώσπου να φτάσεις στα χωράφια — υπερτερώ σε δύναμη από σένα.
Μακάρι να 'μουνα πιο δυνατός, πιο χεροδύναμος κι απ᾿ τους μνηστήρες, όσοι κυκλοφορούν εδώ· γρήγορα τότε, και με μίσος, κάποιον απ' όλους, θα τον έδιωχνα έξω απ' το σπίτι, να πάει στα κομμάτια — οι πάντες μηχανεύονται μονάχα το κακό.»

Αυτά τους είπε, κι όλοι οι μνηστήρες γλυκοχαμογέλασαν, σαν να τους έπεσε ο βαρύς θυμός για τον Τηλέμαχο.
Επάνω εκεί ο χοιροβοσκός σήκωσε πάλι το δοξάρι, προχώρησε στην αίθουσα και φτάνοντας στο πλάι του έμπειρου Οδυσσέα έβαλε στα χέρια του το τόξο. [...]
[Και το «μέγαρο» αποκλείστηκε.]

Αυτός εξέταζε κιόλας το τόξο σ᾽ όλες του τις μεριές, το στριφογύρισε, το 'φερε πάνω κάτω, προσέχοντας μήπως ο σκόρος έφαγε τα δυο του κέρατα, όσο το αφεντικό του τόξου έλειπε στα ξένα. [...]

Το τόξο ήταν φτιαγμένο από κέρατα

Το ομηρικό τόξο δεν ήταν ένα κομμάτι ξύλο, αλλά είχε δύο κέρατα ζώου σφηνωμένα σε ξύλινο σκελετό. Γι' αυτό ο Οδυσσέας το ελέγχει προσεκτικά πριν το χρησιμοποιήσει — φοβάται μη φθάρηκε από έντομα όσο έλειπε είκοσι χρόνια.

Κι ενώ οι μνηστήρες τον γλωσσότρωγαν, ο Οδυσσέας πολύβουλος, αφού είχε ψάξει από παντού το τόξο, τώρα το κράτησε γερά μέσα στα χέρια του.
Πώς ένας αοιδός, που ξέρει από κιθάρα και τραγούδι, εύκολα τη χορδή τεντώνει στο καινούριο της στριφτάρι, δένοντας πάνω κάτω καλοστριμμένη την αρνίσια κόρδα·
έτσι κι ο Οδυσσέας εύκολα τάνυσε το μέγα τόξο, μετά με το δεξί του χέρι τη χορδή δοκίμασε, κι αυτή κελάηδησε καλά σαν χελιδόνα.
Τότε οι μνηστήρες ένιωσαν πανικό, πρασίνισε το μούτρο τους· και πάνω εκεί ο Δίας βρόντηξε βροντή μεγάλη και σημαδιακή.

Μια παρομοίωση φορτισμένη με νόημα

Ο ποιητής παρομοιάζει τον Οδυσσέα με έναν αοιδό που κουρδίζει τη λύρα του. Η εικόνα φαίνεται ειρηνική, όμως προετοιμάζει κάτι βίαιο: η ίδια ευκολία που έχει ο μουσικός στο όργανό του θα τη δείξει ο Οδυσσέας λίγο αργότερα σκοτώνοντας τους μνηστήρες με το ίδιο τόξο.

Ένιωσε μέσα του χαρά βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος, που ο γιος του δολοπλόκου Κρόνου έστειλε το σημάδι του.
Άρπαξε ευθύς μια γρήγορη σαΐτα – ήταν εκεί γυμνή στο πλαϊνό τραπέζι· περίμεναν οι άλλες στη βαθιά φαρέτρα, που θα τις ένιωθαν σε λίγο οι μνηστήρες στο κορμί τους.
Το τόξο μεσοπιάνοντας στον πήχη, τέντωσε τη χορδή με τη διχαλωτή σαΐτα, και καθισμένος στο σκαμνί ρίχνει το βέλος σημαδεύοντας· πελέκι δεν απόμεινε ασημάδευτο· η χάλκινη σαΐτα βρίσκοντας την πρώτη τρύπα, τις πέρασε όλες φτάνοντας στην άκρη.

Τότε ο Οδυσσέας γύρισε λέγοντας στον Τηλέμαχο:
«Τηλέμαχε, δεν σε ντροπιάζει ο ξένος που φιλοξένησες εσύ στο σπίτι σου. Άστοχος στον στόχο μου δεν φάνηκα μήτε και κόπιασα το τόξο να τανύσω. Μου μένει ακόμη ακλόνητο το μένος της ψυχής· να μη νομίσουν οι μνηστήρες πως αξίζω την άτιμή τους καταφρόνηση.
Μα τώρα είναι η ώρα να ετοιμαστεί το δείπνο, όσο ακόμη φέγγει· μετά θ᾽ αρχίσει το ξεφάντωμα με μουσική και με τραγούδι – συμπλήρωμα απαραίτητο σ᾽ ένα καλό τραπέζι.»

Λόγια με δύο νοήματα

Οι φράσεις του Οδυσσέα για «τη νίκη που θα κρίνει ο θεός αύριο» και για «την ώρα του δείπνου» ακούγονται αθώες στους μνηστήρες, όμως ο ίδιος εννοεί κάτι εντελώς διαφορετικό: τη δική του νίκη πάνω τους και το αιματηρό «δείπνο» της εκδίκησης που ετοιμάζεται. Αυτή η τεχνική, όπου ένας ήρωας μιλά με λόγια που έχουν κρυφό νόημα μόνο για εκείνον και τον αναγνώστη, ονομάζεται τραγική ειρωνεία.

Είπε κι έκανε με το φρύδι νεύμα στον Τηλέμαχο· κι αυτός ζώστηκε αμέσως κοφτερό σπαθί, ο γιος του θεϊκού Οδυσσέα, πιάνει στο χέρι του το δόρυ, κι έτσι λαμπρά οπλισμένος με χαλκό, στήθηκε πλάι στο σκαμνί, έτοιμος παραστάτης του πατέρα του.