1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

📖 Οδύσσεια: Ραψωδίες ρ και σ 🐕

Περιληπτική αναδιήγηση της ραψωδίας ρ και ανάλυση των στ. 331-376

Το πρωί, την 39η μέρα της Οδύσσειας, ο Τηλέμαχος πήγε στο παλάτι μαζί με τον μάντη Θεοκλύμενο. Εξιστόρησε στη μητέρα του τα σχετικά με το ταξίδι του, από τα οποία ενδιαφέρον για την Πηνελόπη είχε η πληροφορία ότι ο Οδυσσέας βρίσκεται αποκλεισμένος στο νησί της Καλυψώς. Πήρε όμως τον λόγο ο μάντης και τη βεβαίωσε ότι ο άντρας της βρίσκεται κάπου στην Ιθάκη και σχεδιάζει την εξόντωση των μνηστήρων.

Γιατί ακολούθησε ο μάντης τον Τηλέμαχο;

Η προφητεία του Θεοκλύμενου εδώ εξηγεί τον λόγο για τον οποίο ο μάντης χρειάστηκε να συνοδεύσει τον Τηλέμαχο στο ταξίδι της επιστροφής: η παρουσία του προετοιμάζει τον ακροατή για την επικείμενη εκδίκηση του Οδυσσέα.

Στο μεταξύ, ξεκίνησαν για την πόλη κι ο Εύμαιος με τον «ζητιάνο». Στον δρόμο συνάντησαν τον γιδοβοσκό Μελάνθιο, που τους έβρισε και κλότσησε τον «ξένο». Πλησιάζοντας στο παλάτι, άκουσαν τον ήχο της κιθάρας του Φήμιου και σταμάτησαν· συγκινημένος ο Οδυσσέας έσφιξε το χέρι του βοσκού, εξέφρασε τον θαυμασμό του για τα ανάκτορα και δάκρυσε μόλις αντίκρισε ανήμπορο πάνω στην κοπριά το πιστό σκυλί του.

Ο Άργος αναγνωρίζει τον Οδυσσέα

Κι ενώ εκείνοι συναλλάσσοντας τα λόγια τους μιλούσαν, ένα σκυλί που ζάρωνε σήκωσε ξαφνικά τ' αυτιά και το κεφάλι του — ο Άργος του καρτερικού Οδυσσέα! Τον είχε ο ίδιος μεγαλώσει, όμως δεν πρόλαβε να τον χαρεί· πρωτύτερα αναχώρησε να πάει στην άγια Τροία.

Τα πρώτα χρόνια οι νιούτσικοι τον έβγαζαν κυνήγι, και κυνηγούσε αγριοκάτσικα, ζαρκάδια και λαγούς. Μετά τον παραμέλησαν, αφότου ο κύρης του ταξίδεψε μακριά, και σέρνονταν στην κοπριά, χυμένη σε σωρούς από τις μούλες και τα βόδια στην αυλόθυρα μπροστά, απ' όπου του Οδυσσέα οι δούλοι σήκωναν κάθε τόσο να κοπρίσουν το μέγα τέμενός του.

Εκεί τώρα σερνόταν το σκυλί, με αμέτρητα τσιμπούρια, ο Άργος. Κι όμως, αναγνωρίζοντας τον Οδυσσέα στο πλάι του, σάλεψε την ουρά του και κατέβασε πάλι τ' αυτιά του· όμως τη δύναμη δεν βρήκε να φτάσει πιο κοντά στον κύρη του. Τον είδε εκείνος, και γυρίζοντας αλλού το βλέμμα του, σκούπισε ένα δάκρυ — από τον Εύμαιο κρυφά, για να τον ξεγελάσει. Ύστερα μίλησε ρωτώντας:

«Εύμαιε, τι παράξενο· τέτοιο σκυλί μες στις κοπριές να σέρνεται, φαίνεται η καλή του ράτσα. Δεν ξέρω ωστόσο και γι' αυτό ρωτώ· εξόν από την ομορφιά, ήταν και γρήγορο στο τρέξιμο; Ή μήπως έτσι, σαν τους άλλους σκύλους που τριγυρίζουν στα τραπέζια των αντρών, και τους κρατούν οι άρχοντες μόνο για το καμάρι τους;»

Και τότε ο Εύμαιος ο χοιροβοσκός πήρε ξανά τον λόγο κι αποκρίθηκε: «Ω ναι, ετούτο το σκυλί σ' αυτόν ανήκει που αφανίστηκε πέρα στα ξένα. Αν είχε ακόμη το σκαρί, αν είχε και την αντοχή, όπως ο Οδυσσέας το άφησε, μισεύοντας στην Τροία, βλέποντας θα το θαύμαζες και για τη γρηγοράδα και για την αλκή του· που, κυνηγώντας, δεν του ξέφευγε κανένα αγρίμι, βαθιά χωμένο στο δάσος το βαθύ — ξεχώριζε πατώντας πάνω στα πατήματά του. Τώρα το πλάκωσε η μιζέρια, αφότου χάθηκε το αφεντικό του μακριά από την πατρίδα του, κι αδιάφορες οι δούλες αφρόντιστο το αφήνουν. Ξέρεις, οι δούλοι, σαν τους λείψει το κουμάντο των αρχόντων, δεν θέλουν πια να κάνουν τη στρωτή δουλειά τους. Γιατί κι ο Δίας, που το μάτι του βλέπει παντού, κόβει του ανθρώπου τη μισή αρετή, απ' τη στιγμή που θα τον βρει η μέρα της σκλαβιάς.»

Μιλώντας πια, προχώρησε στα ωραία δώματα, και πέρασε στην αίθουσα με τους περήφανους μνηστήρες. Κι αυτοστιγμεί τον Άργο σκέπασε η μαύρη μοίρα του θανάτου, αφού τα μάτια του είδαν ξανά, είκοσι χρόνια περασμένα, τον Οδυσσέα.

Ο μόνος που δεν ξεγελάστηκε

Οι αντιδράσεις του Άργου —πρώτα όταν σηκώνει το κεφάλι, ύστερα όταν σαλεύει την ουρά— δείχνουν την απόλυτη αφοσίωση κάθε πιστού σκύλου στον αφέντη του. Είναι μάλιστα το μοναδικό πλάσμα σε ολόκληρο το παλάτι που αναγνωρίζει τον Οδυσσέα παρά τη μεταμφίεσή του σε ζητιάνο.

Η πρώτη μέρα του Οδυσσέα-ζητιάνου στο παλάτι

Ο «ζητιάνος» ακολούθησε τον Εύμαιο, κάθισε στο κατώφλι και δέχτηκε ελεημοσύνη από τον Τηλέμαχο, ενώ η θεά Αθηνά τον παρακίνησε να ζητιανέψει από όλους, για να δει «ποιοι το μέτρο σέβονται και ποιοι το δίκαιο καταργούν». Όλοι κάτι του έδιναν εκτός από τον Αντίνοο, που, όταν άκουσε από τον Μελάνθιο ότι τον «ζητιάνο» τον έφερε στο παλάτι ο Εύμαιος, επέπληξε τον χοιροβοσκό («γιατί μας τον κουβάλησες αυτόν εδώ στην πόλη;») και πρόσβαλε βάναυσα τον «ξένο»· εκείνος προσπάθησε μάταια να προκαλέσει τον οίκτο του, κι όταν δεν τόλμησε παρά να σχολιάσει τη συμπεριφορά του («δεν φαίνεται στα κάλλη σου να ταίριαξε και το μυαλό σου»), ο Αντίνοος έριξε καταπάνω του ένα σκαμνί.

Οι άλλοι μνηστήρες προσπάθησαν να συνετίσουν τον Αντίνοο με το επιχείρημα ότι ο «ζητιάνος» μπορεί να κρύβει έναν θεό, αλλά μάταια. Ο Τηλέμαχος οργίστηκε με το χτύπημα, αλλά δεν εκδηλώθηκε.

Η Πηνελόπη, μόλις πληροφορήθηκε το χτύπημα του «ζητιάνου», καταράστηκε τον Αντίνοο και ζήτησε από τον Εύμαιο να της φέρει τον «ξένο», για να του ζητήσει πληροφορίες για τον άντρα της. Ο Οδυσσέας όμως πρότεινε να αναβληθεί η συνάντηση, ώσπου να δύσει ο ήλιος και να αδειάσει ο χώρος από τους επικίνδυνους μνηστήρες. Η βασίλισσα βρήκε λογική την πρότασή του — και ο Εύμαιος έφυγε για το χοιροστάσιο.

Περιληπτική αναδιήγηση της ραψωδίας σ: η πυγμαχία Οδυσσέα-Ίρου

Το βραδάκι, έφτασε στο παλάτι ο γνωστός στην Ιθάκη ζητιάνος Ίρος, που ενοχλήθηκε από την παρουσία του άλλου «ζητιάνου» και επιχείρησε να τον διώξει. Ο Οδυσσέας όμως διεκδίκησε τη θέση του κι εκείνος τον προκάλεσε να παλέψουν. Ο Αντίνοος θεώρησε την πάλη τους ευκαιρία για διασκέδαση, όρισε μάλιστα και έπαθλο για τον νικητή μια ψημένη γιδοκοιλιά και το αποκλειστικό δικαίωμα της ζητιανιάς στο παλάτι. Μαζεύτηκαν λοιπόν όλοι γύρω τους και παρακολουθούσαν το θέαμα.

Ο Οδυσσέας κέρδισε τον αγώνα με το πρώτο χτύπημα και δέχτηκε τα δώρα των μνηστήρων και την ευχή να του δώσει ο Δίας «ό,τι καλύτερο ποθεί».

Μια ευχή με διπλό νόημα

Η ευχή των μνηστήρων ακούγεται τραγικά ειρωνική: το «καλύτερο» για τον Οδυσσέα σημαίνει η ίδια η καταστροφή τους. Οι ακροατές της εποχής το γνώριζαν ήδη, ενώ οι ίδιοι οι μνηστήρες, ανύποπτοι, το εύχονται χωρίς να καταλαβαίνουν τι ζητούν.

Ο Αμφίνομος μάλιστα τον περιποιήθηκε ιδιαίτερα, κι ο «ζητιάνος» τον συμπάθησε και προσπάθησε να τον πείσει να γυρίσει σπίτι του, γιατί ο Οδυσσέας δεν θα αργήσει να νοστήσει· εκείνος όμως βημάτισε μελαγχολικός στην αίθουσα και επέστρεψε στη θέση του.

Στο μεταξύ, η Αθηνά φρόντισε για τον καλλωπισμό της Πηνελόπης στον ύπνο της και την υποκίνησε να παρουσιαστεί στους μνηστήρες, που μόλις την είδαν τους συνεπήρε ο πόθος να την παντρευτούν· εκείνη όμως στράφηκε στον γιο της και τον μάλωσε που επέτρεψε να συρθεί ο «ξένος» «σε πάλη αισχρή».

Η Πηνελόπη μιλά στους μνηστήρες

Ενώ ο Τηλέμαχος δικαιολογούνταν, πήρε τον λόγο ο Ευρύμαχος: επαίνεσε την ομορφιά και τη σύνεση της Πηνελόπης· εκείνη όμως δήλωσε ότι τα κάλλη της τα έχασε από τη μέρα που ο άντρας της έφυγε για την Τροία και αναφέρθηκε στην παρακαταθήκη που της είχε αφήσει: «όταν [...] δεις στα μάγουλα του γιου σου να φυτρώνει γένι, τότε μπορείς να παντρευτείς ξανά». Βλέπει λοιπόν ότι έφτασε η ώρα του δεύτερου, μισητού, γάμου της και θλίβεται που οι μνηστήρες της, αντί να συναγωνίζονται μεταξύ τους για την προσφορά δώρων στη νύφη, ρημάζουν ξένα αγαθά. Ο Οδυσσέας χάρηκε ακούγοντας τη γυναίκα του να χειρίζεται έξυπνα το θέμα του γάμου της «κι ας μελετούσε άλλα ο νους της», ενώ ο Αντίνοος πρότεινε στη βασίλισσα να δεχτεί τα δώρα τους, και όλοι τής έστειλαν αμέσως δώρα πολύτιμα. Ανέβηκε έτσι πλουσιότερη στην κάμαρή της.

Στήθηκαν τότε τρεις πυροστάτες για φωτισμό, κι ο «ζητιάνος» ζήτησε να αναλάβει τη φροντίδα τους. Οι υπηρέτριες όμως τον ειρωνεύτηκαν, η δε Μελανθώ (αδερφή του Μελάνθιου) τον πρόσβαλε· σκόρπισαν ωστόσο όλες τρομαγμένες όταν εκείνος τις απείλησε.

Φροντίζοντας λοιπόν τους πυροστάτες, ο Οδυσσέας παρακολουθούσε τα πάντα και μελετούσε το σχέδιό του, ενώ η Αθηνά δεν άφηνε τους μνηστήρες να σταματήσουν τις προσβολές εις βάρος του, ώστε να θυμώνει όλο και περισσότερο ο Οδυσσέας μαζί τους. Ο Ευρύμαχος τον ειρωνεύτηκε για τη φαλάκρα του και τον χαρακτήρισε τεμπέλη.

Τρία είδη ειρωνείας σε μία ενότητα

Η σκηνή αυτή συνδυάζει δραματική ειρωνεία (οι ακροατές ξέρουν κάτι που οι μνηστήρες αγνοούν), τραγική ειρωνεία (η ευχή που στρέφεται εναντίον όσων την εκφέρουν) και απλή, περιπαικτική ειρωνεία, όπως αυτή του Ευρύμαχου για τη φαλάκρα του «ζητιάνου».

Ο «ζητιάνος» τον προκάλεσε τότε να παραβγεί μαζί του σε οποιαδήποτε δουλειά, κι εκείνος τού πέταξε ένα σκαμνί, χτύπησε όμως τον οινοχόο. Οι μνηστήρες αναστατώθηκαν, ενώ ο Τηλέμαχος τους επέκρινε και τους θύμισε ότι είναι ώρα να φύγουν για τα σπίτια τους. Εκείνοι απόρησαν με το θάρρος του, ο Αμφίνομος όμως αναγνώρισε το δίκιο του και πρότεινε να αποχωρήσουν αφήνοντας τον «ξένο» στην έγνοια του Τηλέμαχου, αφού στο σπίτι του έφτασε ικέτης.