1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Η υποδοχή του Τηλέμαχου από τον Εύμαιο 🤝

Κύρια θέματα

  • Η υποδοχή του Τηλέμαχου από τον Εύμαιο
  • Η συνάντηση του γιου με τον ακόμη αγνώριστο πατέρα του

Ο Οδυσσέας και δίπλα του ο θείος χοιροβοσκός, ανάβοντας χαράματα φωτιά, ετοίμαζαν το πρωινό τους. Ωστόσο οι σκύλοι, που γαβγίζουν συνήθως τους ξένους, μόλις είδαν τον Τηλέμαχο να πλησιάζει, έτρεξαν γύρω του κουνώντας την ουρά τους — δεν τον γάβγισαν. Το πήρε είδηση ο Οδυσσέας που τα σκυλιά τον χάιδευαν με την ουρά τους, κι ήλθε στα αυτιά του χτύπος από βήματα. Αμέσως γύρισε στον Εύμαιο μιλώντας και ανήγγειλε την άφιξη κάποιου γνωστού, αφού «δεν αλυχτούν οι σκύλοι».

Οι σκύλοι ως αφηγηματικό σημάδι

Ο ποιητής χρησιμοποιεί τη συμπεριφορά των σκύλων σαν προάγγελο: πριν καν φανεί ο Τηλέμαχος, ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι έρχεται κάποιος οικείος. Είναι μια μικρή αλλά χαρακτηριστική λεπτομέρεια που κάνει τη σκηνή πιο ζωντανή.

Η άφιξη του Τηλέμαχου

Δεν πρόλαβε ο Οδυσσέας να πει τον λόγο του, κι ο αγαπημένος γιος του πρόβαλε στη θύρα. Τα 'χασε ο χοιροβοσκός, κι όπως πετάχτηκε όρθιος, του έπεσαν οι κούπες από το χέρι, που τις ετοίμαζε να συγκεράσει με κρασί σπινθηροβόλο. Τρέχοντας, αντικρίστηκε με τον κύρη του και βουρκωμένος τον ασπάστηκε στην κεφαλή, στα δυο ωραία του μάτια, στα δυο του χέρια.

Με όση αγάπη ένας πατέρας υποδέχεται τον γιο του που γύρισε επιτέλους από μακρινή χώρα ύστερα από δέκα χρόνια, μοναχογιός μονάκριβος, μεγαλωμένος με βάσανα και κόπο, έτσι και τον θεόμορφο Τηλέμαχο τον έσφιξε στην αγκαλιά του ο θείος χοιροβοσκός και τον γέμισε φιλήματα, σάμπως να γλίτωσε από θάνατο.

Ολοφυρόμενος τον προσφωνούσε, και σαν πουλιά τα λόγια του πετούσαν: «Ήλθες, γλυκό μου φως! Κι εγώ δεν έλεγα πως θα σε ξαναδούν τα μάτια μου, αφότου έφυγες με το καράβι σου στην Πύλο. Μα τώρα εμπρός, κόπιασε μέσα, παιδί μου αγαπημένο, να χαρεί η ψυχή μου βλέποντας πως είσαι πάλι εδώ, φτασμένος από τα ξένα.»

Κι ο συνετός Τηλέμαχος αποκρίθηκε: «Μεγάλη μου χαρά, καλέ μου γέροντα· για τη δική σου εξάλλου χάρη βρίσκομαι εδώ, για να σε δουν τα μάτια μου, να ακούσω τον λόγο σου, αν είναι ακόμη η μάνα μου στο παλάτι.»

Η συζήτηση για την Πηνελόπη και η φιλοξενία στην καλύβα

Πήρε ξανά τον λόγο ο Εύμαιος, πρώτος ανάμεσα στους συντρόφους του: «Μένει και παραμένει στο παλάτι, καρτερικά υπομένοντας· φεύγουν οι μέρες της κι οι νύχτες όλες, χάνονται μέσα στη συμφορά, κι αυτή μουσκεύει με τα δάκρυά της.» Είπε, και πήρε από το χέρι του Τηλέμαχου το χάλκινο δόρυ του. Εκείνος πέρασε μέσα πατώντας το λίθινο κατώφλι· ο Οδυσσέας σηκώθηκε να του παραχωρήσει τη θέση του, αλλά ο Τηλέμαχος τον εμπόδισε λέγοντας: «Κάθισε, ξένε μου· θα βρούμε εμείς αλλού τη θέση μας σ' αυτή τη στάνη· δική μας είναι.»

Έτσι του μίλησε, κι εκείνος μετακινήθηκε και ξανακάθισε. Τότε ο χοιροβοσκός έστρωσε κάτω χλωρά κλαδιά και από πάνω τους προβιά, όπου κάθισε ο αγαπημένος γιος του Οδυσσέα. Τους έφερε αμέσως πινάκια με ψημένα κρέατα, όσα περίσσεψαν από το χθεσινό τους δείπνο, γέμισε με σπουδή τα πανέρια τους ψωμί και συγκερνούσε στη γαβάθα το γλυκόπιοτο κρασί· ύστερα κάθισε απέναντι στον θείο Οδυσσέα.

Το τυπικό της ομηρικής φιλοξενίας

Η σειρά των κινήσεων του Εύμαιου — κάθισμα, φαγητό, κρασί — δεν είναι τυχαία περιγραφή· ακολουθεί το σταθερό τυπικό της ομηρικής ξενίας, που απαιτούσε πρώτα να καλυφθούν οι ανάγκες του επισκέπτη και μετά να ξεκινήσει η κουβέντα.

Εκείνοι τότε άπλωσαν τα χέρια τους στο έτοιμο φαγητό, κι όταν χόρτασαν την επιθυμία τους για φαΐ και πιοτό, ο Τηλέμαχος γύρισε στον θεϊκό χοιροβοσκό και τον ρώτησε: «Πες μου, παππούλη, από πού μας ήλθε ο ξένος; Πώς τον έφεραν οι ναυτικοί προς την Ιθάκη; Για ποια γενιά τους καμαρώνουν; Γιατί φαντάζομαι δεν έφτασε πεζός αυτός στα μέρη μας.»

Η αφήγηση του Εύμαιου για τον «ξένο»

Και τότε, Εύμαιε χοιροβοσκέ, πήρες τον λόγο κι αποκρίθηκες: «Και βέβαια θα σου πω, παιδί μου, όλη την αλήθεια. Για τη γενιά του καμαρώνει, λέει, από τη μεγάλη Κρήτη· λέει πως περιπλανώμενος γνώρισε παραδέρνοντας πολλών ανθρώπων πολιτείες, γιατί κάποιος δαίμονας του όρισε τέτοια μοίρα· πως τώρα ξέφυγε από καράβι Θεσπρωτών — έτσι έφτασε στη στάνη μου. Εγώ σ' τον παραδίδω, και κάνε τον εσύ ό,τι θελήσεις.»

Ο συνετός Τηλέμαχος αποκρίθηκε: «Εύμαιε, ο λόγος σου πράγματι δάγκωσε την ψυχή μου· γιατί πώς θα μπορούσα εγώ να δεξιωθώ τον ξένο στο σπίτι μου; Είμαι ακόμη πολύ νέος, δεν εμπιστεύομαι τα χέρια μου, ώστε ν' αποκρούσω κάποιον αν αυτός αγριέψει πρώτος. Τον ξένο ωστόσο που έφτασε στο υποστατικό σου εδώ, υπόσχομαι πως θα τον ντύσω με χλαίνη και χιτώνα, ωραία ρούχα, πως θα του δώσω ξίφος δίκοπο και πέδιλα στα πόδια του — μετά θα τον ξεπροβοδίσω όπου η ψυχή κι η όρεξή του θέλουν. Αν πάλι προτιμάς, λέω να τον κρατήσεις στο καλύβι σου κι εσύ να τον φροντίζεις· εγώ θα στείλω ρούχα εδώ και το απαραίτητο ψωμί για την τροφή του, να μη σου γίνει βάρος. Όμως εκεί, με τους μνηστήρες, δεν θα τον άφηνα εγώ να 'ρθει· είναι το θράσος τους μεγάλο και ξεδιάντροπο, μην τον χλευάσουν, οπότε η λύπη μου θα γίνει ασήκωτη.»

Η παρέμβαση του «ξένου» και τα άστοχα ερωτήματα

Πήρε τότε τον λόγο ο βασανισμένος και θείος Οδυσσέας: «Φίλε, θαρρώ πως επιτρέπεται να πω κι εγώ τον λόγο μου. Σ' ακούω αλήθεια κι η καρδιά μου γίνεται κομμάτια, με τις ξεδιαντροπιές που λέτε των μνηστήρων, όσα μηχανεύονται μέσα στο παλάτι και δεν σε λογαριάζουν, ας είσαι αυτός που είσαι. Πες μου, μήπως από φωνή θεού σ' εχθρεύεται ο λαός; Ή πικραμένος κατηγορείς τ' αδέλφια σου; Κι όμως σ' αυτά στηρίζεται όποιος συναγωνίζεται μαζί τους, αν σηκωθεί μεγάλη φιλονικία. Νέος ας ήμουν κι εγώ, αν είχα το κουράγιο σου, να ήμουν ο γιος του άψογου Οδυσσέα· τότε επιτόπου να μου κόψει το κεφάλι ο κάθε ξένος, αν δεν γινόμουν σ' όλους αυτούς η συμφορά τους. Αν πάλι, έναν εμένα, οι πολλοί με δάμαζαν, καλύτερα νεκρός να πέσω χτυπημένος μέσα στο παλάτι μου, παρά να βλέπουν συνεχώς τα μάτια μου τα ανόσια έργα τους.»

Τα «άστοχα ερωτήματα» ως αφηγηματική τεχνική

Ο «ξένος» ρωτά τον Τηλέμαχο πράγματα που φαινομενικά δεν έχουν σχέση με την πραγματική αιτία της αδυναμίας του (θεϊκή έχθρα, καβγάς με αδέλφια), ενώ ο ίδιος —ως Οδυσσέας— γνωρίζει πολύ καλά την αληθινή κατάσταση. Έτσι ωθεί τον γιο του να μιλήσει ανοιχτά, ενώ ταυτόχρονα ο ακροατής απολαμβάνει τη δραματική ειρωνεία: γνωρίζει την αληθινή ταυτότητα του «ξένου», κάτι που ο Τηλέμαχος αγνοεί.

Αποκρίθηκε στα λόγια του ο φρόνιμος Τηλέμαχος: «Ξένε, θα σου μιλήσω ξεκάθαρα, χωρίς περιστροφές. Μήτε ο λαός μ' εχθρεύεται κι είναι βαρύς μαζί μου, μήτε κατηγορώ τ' αδέλφια μου, που όποιος συναγωνίζεται μαζί τους βρίσκει σ' αυτά πράγματι στήριγμα, αν σηκωθεί μεγάλη φιλονικία. Γιατί ο Κρονίδης τη γενιά μας την έκανε μονόκληρη· μοναχογιό γέννησε ο Αρκείσιος τον Λαέρτη, μοναχογιό ο Λαέρτης τον πατέρα μου Οδυσσέα, κι ο Οδυσσέας πάλι μόνο εμένα έσπειρε και μ' άφησε σε τούτο το παλάτι, αλλά δεν πρόλαβε να δει το όφελος. Και να, στο σπίτι τώρα χιλιάδες κακόβουλοι ξεφύτρωσαν· τόσοι είναι της μάνας μου οι μνηστήρες, τόσοι λυμαίνονται το βιος μου. Κι εκείνη μήτε αρνείται τον μισητό της γάμο μήτε μπορεί να βάλει τέλος στην υπόθεση· στο μεταξύ οι μνηστήρες τρων κι αφανίζουν τα αγαθά μου· λίγο ακόμη, θα φάνε κι εμένα ολόκληρο — όμως αυτά, το ξέρω, είναι στο χέρι των θεών.

Η μονόκληρη γενιά της Ιθάκης

Το γενεαλογικό δέντρο της βασιλικής οικογένειας —Αρκείσιος, Λαέρτης, Οδυσσέας, Τηλέμαχος— έχει μία ιδιαιτερότητα: κάθε γενιά έχει έναν μόνο γιο. Γι' αυτό ο Τηλέμαχος δεν έχει αδέλφια να τον στηρίξουν απέναντι στους μνηστήρες, κάτι που βαραίνει ακόμη περισσότερο τη μοναξιά του.

Και τώρα, γέροντά μου, πήγαινε όσο πιο γρήγορα μπορείς στη συλλογισμένη Πηνελόπη, να της πεις το νέο πως είμαι σώος, πως έφτασα καλά από την Πύλο. Εγώ προς το παρόν θα μείνω εδώ. Εσύ γύρισε πάλι πίσω, αφού αναγγείλεις το μήνυμά μου μόνο σ' εκείνην· από τους Αχαιούς άλλος κανείς ας μην πάρει είδηση, γιατί πολλοί θέλουν και μελετούν το κακό μου.»

Μιλώντας έτσι, τον ξεσήκωσε· ο χοιροβοσκός έπιασε αμέσως τα σανδάλια του στο χέρι και τα έδεσε στα πόδια του — ύστερα κίνησε να πάει στην πόλη.