20ή Ενότητα: ξ, ο, π — παράλληλα κείμενα 🐕
α. Οδύσσεια
Ο Οδυσσέας φτάνει στο καλύβι του Εύμαιου την ώρα που εκείνος ταίριαζε στα πόδια του σαντάλια, κόβοντας σε λουρίδες δέρμα καλόχρωμο βοδιού. [...]
Και ξαφνικά αλυχτώντας είδαν τον Οδυσσέα οι σκύλοι,
έπεσαν πάνω του γαβγίζοντας, εκείνος όμως πονηρός
έσκυψε κάτω κι άφησε από το χέρι το ραβδί.
Και μολοντούτο, εκεί στο χτήμα το δικό του, θα ζούσε τότε
ένα κακό ντροπής, αν ο χοιροβοσκός δεν πέταγε το δέρμα
που κρατούσε, αν δεν ορμούσε τρέχοντας να βγει προς την αυλόθυρα·
όπου, με δύναμη φωνάζοντας, απόδιωξε τους σκύλους
πετώντας πέτρες. [...]
— Είπε, κι αμέσως με τη ζώνη του μάζεψε τον χιτώνα,
έτρεξε στα μαντριά, όπου ασφαλίζονται κοπάδια οι χοίροι,
επήρε δυο, έφερε δυο, τους σφάζει, τους καψάλισε,
τους λιάνισε, τους πέρασε στις σούβλες.
Ο Εύμαιος δεν αρκείται σε λόγια καλωσορίσματος: αφήνει αμέσως τη δουλειά του, τρέχει να διώξει τα σκυλιά και θυσιάζει δύο χοίρους για να ταΐσει έναν άγνωστο «ζητιάνο». Η γρήγορη, έμπρακτη φιλοξενία είναι από τις πιο τιμημένες αξίες στον ομηρικό κόσμο.
β. Οι άσημες λεπτομέρειες
Καθώς ο Εύμαιος, ο χοιροβοσκός, σηκώθηκε για να προλάβει
τον ξένο, που τον αλυχτούσαν τα μαντρόσκυλα,
του 'πεσε από τα γόνατά του τ᾽ όμορφο, το καλοδουλεμένο
δέρμα βοδιού που ετοίμαζε για τα σαντάλια του. Ύστερα,
καθώς πορεύονταν να σφάξει τους δυο χοίρους
για τη φιλοξενία του γέροντα, έσφιξε τη ζώνη του.
Αυτά, το δέρμα, τα σαντάλια του, το σφίξιμο της ζώνης—
το μυστικό νόημά τους (πέρα από θεούς και μύθους,
πέρα από σύμβολα και ιδέες), μόνο οι ποιητές τα νιώθουν.
(Γιάννης Ρίτσος, Μαρτυρίες Β΄, Κέδρος, Αθήνα 1966)
Το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου δεν είναι μέρος της αρχαίας Οδύσσειας: είναι ένα δικό του, νεότερο ποίημα που σχολιάζει μικρές, φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες του ομηρικού κειμένου —το δέρμα, τα σανδάλια, το σφίξιμο της ζώνης— δείχνοντας πόσο νόημα μπορεί να κρύβεται σε μια απλή κίνηση.