20ή Ενότητα: ξ, ο, π — περίληψη 🐖
Κύρια θέματα
- Ο Οδυσσέας στο καλύβι του Εύμαιου
- Η Αθηνά στη Σπάρτη — επιστροφή του Τηλέμαχου
- Συνάντηση του Τηλέμαχου με τον Οδυσσέα
- Ο πιστός υπηρέτης Εύμαιος
- Οι ενέργειες των μνηστήρων και της Πηνελόπης
Ραψωδία ξ: η συνομιλία του Οδυσσέα με τον Εύμαιο
Ο Εύμαιος καλοδέχτηκε και φιλοξένησε στο καλύβι του τον «ζητιάνο», που δεν ήταν άλλος από τον μεταμφιεσμένο Οδυσσέα. Από τη συζήτησή τους ο Οδυσσέας έμαθε πολλά. Πρώτα, διαπίστωσε την αφοσίωση του υπηρέτη στον απόντα αφέντη του. Άκουσε τον Εύμαιο να απαριθμεί με περηφάνια τη μεγάλη κτηνοτροφική περιουσία του Οδυσσέα, στην αύξηση της οποίας είχε συμβάλει κι ο ίδιος, και να παραπονιέται που ο αφέντης του δεν είναι εκεί να δει την προκοπή της περιουσίας και να τον ανταμείψει. Τον είδε επίσης να αγανακτεί με τους μνηστήρες, που τρωγοπίνουν κάθε μέρα στο παλάτι, αλλά και να τον διαβεβαιώνει για τη συζυγική πίστη της Πηνελόπης, που ζητά συνεχώς πληροφορίες από κάθε ξένο περαστικό για τον άντρα της. Τέλος, άκουσε για το ταξίδι του Τηλέμαχου στην Πελοπόννησο και για τη φονική ενέδρα που του έχουν στήσει οι μνηστήρες.
Μετά το γεύμα, ο Οδυσσέας έδωσε στοιχεία για την ταυτότητά του: δήλωσε πάλι πως ήταν Κρητικός και διηγήθηκε μια εκτεταμένη πλαστή ιστορία, ανακατεύοντας μέσα σε αυτήν και αρκετά αληθινά στοιχεία.
Στο μεταξύ, βράδιασε, και οι βοσκοί του Εύμαιου έφεραν τα ζώα στο χοιροστάσιο, όπου ετοιμάστηκε δείπνο με ιδιαίτερη φροντίδα για τον «ξένο». Επειδή όμως η νύχτα ήταν κρύα και βροχερή, ο Οδυσσέας διηγήθηκε άλλη μια πλαστή ιστορία, με αποτέλεσμα να εξασφαλίσει ζεστό σκέπασμα και ύπνο κοντά στη φωτιά. Ο Εύμαιος, αντίθετα, ντύθηκε καλά και πήγε να κοιμηθεί κοντά στους χοίρους, για να τους προσέχει.
Ο Εύμαιος δεν είναι απλός δούλος: φροντίζει μόνος του ολόκληρη την κτηνοτροφική περιουσία του Οδυσσέα και μιλά γι' αυτήν σαν να ήταν δική του. Η εμπιστοσύνη που του έχει δείξει ο αφέντης του φαίνεται καθαρά μέσα από αυτή τη λεπτομέρεια.
Ραψωδία ο: η άφιξη του Τηλέμαχου στο καλύβι του Εύμαιου
Την ίδια νύχτα η Αθηνά έφτασε στο παλάτι του Μενέλαου στη Σπάρτη και βρήκε τον Τηλέμαχο ξάγρυπνο, ανήσυχο για τον πατέρα του. Τον παρακίνησε να επιστρέψει αμέσως στην Ιθάκη, για να προστατέψει την περιουσία του από τους μνηστήρες και για να προλάβει έναν επικείμενο γάμο της μητέρας του. Τον ενημέρωσε και για την ενέδρα των μνηστήρων και του συνέστησε, μόλις φτάσει στην Ιθάκη, να πάει μόνος του στο χοιροστάσιο. Ο Τηλέμαχος υπάκουσε αμέσως στις συμβουλές της θεάς.
Το επόμενο πρωί, μόλις ο Μενέλαος άκουσε την απόφαση του επισκέπτη του να επιστρέψει στην Ιθάκη, ετοίμασε γεύμα αποχαιρετισμού και πολύτιμα δώρα φιλοξενίας. Ο Τηλέμαχος, συνοδευόμενος από τον γιο του Νέστορα, ταξίδεψε με άρμα εκείνη τη μέρα ως τις Φηρές, όπου διανυκτέρευσε, και την επομένη έφτασε στο λιμάνι της Πύλου. Εκεί αποχαιρέτησε τον συνοδό του και έδωσε εντολή στους ναύτες, που τον περίμεναν, να ετοιμαστούν για αναχώρηση.
Την ώρα εκείνη πλησίασε τον Τηλέμαχο ο μάντης Θεοκλύμενος, αυτοεξόριστος από το Άργος επειδή είχε διαπράξει φόνο, ζητώντας του να τον πάρει μαζί του ως ικέτης — και ο Τηλέμαχος δέχτηκε. Με το ηλιοβασίλεμα το καράβι απέπλευσε και ταξίδεψε όλη τη νύχτα, με τον Τηλέμαχο να σκέφτεται πώς θα απέφευγε την ενέδρα των μνηστήρων στην Αστερίδα.
Στον ομηρικό κόσμο δεν υπήρχε κρατικό δικαστήριο που να τιμωρεί έναν φόνο· το ζήτημα το έλυνε συνήθως η οικογένεια του θύματος με αντεκδίκηση. Γι' αυτό ο δράστης έφευγε αυτοεξόριστος και αναζητούσε προστασία αλλού, όπως κάνει εδώ ο Θεοκλύμενος.
Το ίδιο βράδυ ο Οδυσσέας ξαγρυπνούσε στο καλύβι του Εύμαιου, ζητώντας πληροφορίες για τη μητέρα και τον πατέρα του, αλλά και για τον ίδιο τον χοιροβοσκό. Ο Εύμαιος διηγήθηκε τότε τη δική του ιστορία: ήταν βασιλόπουλο, όμως όταν ήταν μικρός η Φοίνισσα παραμάνα του τον πήρε μαζί της σε φοινικικό καράβι και οι Φοίνικες έμποροι, περνώντας από την Ιθάκη, τον πούλησαν στον Λαέρτη. Η Αντίκλεια, η μητέρα του Οδυσσέα, τον ανάθρεψε σαν δικό της παιδί και, όταν μεγάλωσε, τον εγκατέστησε στους αγρούς. Με τη συζήτηση, ο Οδυσσέας και ο Εύμαιος έφτασαν ως το πρωί. Την ίδια ώρα ο Τηλέμαχος έφτανε στον πρώτο όρμο της Ιθάκης. Έδωσε εντολή στους ναύτες να συνεχίσουν το ταξίδι προς την πόλη, ανέθεσε σε έναν σύντροφό του τη φιλοξενία του μάντη και πήρε μόνος τον δρόμο για το καλύβι.
Ραψωδία π: η αναγνώριση του Οδυσσέα από τον Τηλέμαχο
Τον Τηλέμαχο υποδέχτηκε ο Εύμαιος όπως πατέρας τον ξενιτεμένο γιο του, ενώ ο «ζητιάνος» παρακολουθούσε τη σκηνή κρύβοντας τη συγκίνησή του. Ο Τηλέμαχος προκάλεσε τον «ξένο» να μιλήσει για τα προβλήματά του και τον ενθάρρυνε.
Ο Τηλέμαχος έδωσε έπειτα εντολή στον Εύμαιο να αναγγείλει στην Πηνελόπη την άφιξή του. Μόλις έφυγε ο χοιροβοσκός, η Αθηνά —αόρατη για τον Τηλέμαχο— ξαναέδωσε στον Οδυσσέα την αρχική μορφή του. Ακολούθησε η αναγνώριση πατέρα και γιου, ανταλλαγή πληροφοριών και συνεργασία τους με στόχο την εξόντωση των μνηστήρων.
Με αυτή τη σκηνή τελειώνει η αναζήτηση του Οδυσσέα από τον Τηλέμαχο, που είχε ξεκινήσει νωρίτερα στο ταξίδι του προς την Πύλο και τη Σπάρτη. Από εδώ και πέρα πατέρας και γιος θα ενεργούν μαζί, με κοινό σχέδιο.
Ο Τηλέμαχος απαρίθμησε στον πατέρα του τους μνηστήρες: 52 από το Δουλίχιο με 6 συνοδούς, 24 από τη Σάμη, 20 από τη Ζάκυνθο, 12 από την Ιθάκη, καθώς και ο κήρυκας Μέδοντας, ο αοιδός Φήμιος και δύο θεράποντες — σύνολο 108 μνηστήρες και 10 συνοδοί τους. Ο Τηλέμαχος πρότεινε να αναζητήσουν συμμάχους, ο Οδυσσέας όμως τον βεβαίωσε πως θα τους συμπαρασταθούν η Αθηνά και ο Δίας, και κατέστρωσε αμέσως σχέδιο αντιμετώπισης των μνηστήρων.
Παρότι ο Οδυσσέας βασίζεται στη βοήθεια της Αθηνάς και του Δία, δεν μένει άπραγος περιμένοντάς την: καταστρώνει αμέσως συγκεκριμένο σχέδιο δράσης. Οι ομηρικοί ήρωες εμπιστεύονται τις θεϊκές υποσχέσεις, αλλά ενεργούν σαν να εξαρτώνται όλα από τους ίδιους.
Η αφήγηση μεταφέρεται κατόπιν από το χοιροστάσιο στο παλάτι, όπου η Πηνελόπη πληροφορήθηκε την επιστροφή του γιου της. Η είδηση όμως έφτασε και στους μνηστήρες, που αναστατώθηκαν: είδαν το καράβι της ενέδρας τους να φτάνει άπρακτο στο λιμάνι και συγκεντρώθηκαν όλοι στην αγορά. Ο Αντίνοος πρότεινε νέο φονικό σχέδιο για τον Τηλέμαχο και διανομή της περιουσίας του, πριν προλάβει, όπως είπε, να αποκαλύψει τη βρόμικη ενέργειά τους στον λαό. Οι άλλοι σιώπησαν· διαφώνησε μόνο ο Αμφίνομος, προτείνοντας να διερευνήσουν πρώτα τις βουλές των θεών. Όλοι συμφώνησαν μαζί του και επέστρεψαν στο παλάτι.
Η Πηνελόπη τα έμαθε όλα αυτά από τον κήρυκα Μέδοντα και, οργισμένη, απευθύνθηκε στον Αντίνοο κατηγορώντας τον και απαιτώντας να σταματήσουν όλοι τα αποτρόπαια σχέδιά τους. Προσπάθησε να την καθησυχάσει υποκριτικά ο πάντα διπρόσωπος Ευρύμαχος, εκείνη όμως αποσύρθηκε αμίλητη στην κάμαρή της.
Ο Αντίνοος, ο Αμφίνομος και ο Ευρύμαχος εκφράζουν τρεις διαφορετικούς τύπους ανθρώπου μέσα στην ομάδα των μνηστήρων: ο πρώτος είναι σκληρός και αδίστακτος, ο δεύτερος θεοφοβούμενος και μετριοπαθής, ο τρίτος διπρόσωπος και υποκριτικός.
Το βράδυ ο Εύμαιος επέστρεψε στο καλύβι — ο Οδυσσέας στο μεταξύ είχε ξαναμεταμφιεστεί από τη θεά.