1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Το Ξύπνημα στην Ιθάκη και το Σχέδιο της Εκδίκησης 🏹

Περίληψη του αποσπάσματος

Ο Οδυσσέας ξύπνησε το πρωί (35η μέρα της περιπλάνησής του) στην Ιθάκη, αλλά δεν ήξερε πού βρίσκεται. Τον πλησίασε τότε η θεά Αθηνά, τον κατατόπισε, τον ενημέρωσε για την κατάσταση του παλατιού του και του υποσχέθηκε συμπαράσταση στο έργο της εκδίκησης. Στο τέλος, παραμόρφωσε τον Οδυσσέα, τον έντυσε ζητιάνο και τον έστειλε στο καλύβι του χοιροβοσκού Εύμαιου, ενώ η ίδια έφυγε για τη Σπάρτη, για να φροντίσει την επιστροφή του Τηλέμαχου.

Κύρια θέματα

  • Το ξύπνημα του Οδυσσέα 😴➡️👀 και η συνάντηση με την Αθηνά 🦉
  • Η αναγνώριση της Ιθάκης 🏝️ από τον Οδυσσέα
  • Η κατάστρωση σχεδίου 🧠📜 για την αντιμετώπιση των μνηστήρων 🗡️

Το ξύπνημα και η απορία του ήρωα

Τότε κι ο Οδυσσέας ξυπνά από τον ύπνο που κοιμόταν στα χώματά του· κι ωστόσο δεν την αναγνώρισε την πατρική του γη, τόσον καιρό που έλειψε στα ξένα. Την είχε η θεά, η Αθηνά Παλλάδα, περιβάλει με θολή ομίχλη, του Δία η κόρη, θέλοντας να τον κάνει και τον ίδιο αγνώριστο, να του εξηγήσει τα καθέκαστα· ότι δεν έπρεπε να τον αναγνωρίσουν γυναίκα και δικοί μήτε κι οι άνθρωποι της πόλης, προτού με την εκδίκησή του τιμωρήσει τους μνηστήρες για την ασύστολη ανομία τους.

Γι' αυτό του φάνταξαν του βασιλιά όλα τριγύρω αλλόκοτα· [...]. Πάνω πετάχτηκε και, προσηλώνοντας το βλέμμα του στην ίδια την πατρίδα του, έβγαλε στεναγμό βαρύ, [...] τέλος ολοφυρόμενος μίλησε κι είπε:

«Αλίμονο, σε ποιων ανθρώπων έφτασα πάλι τη χώρα! Είναι αλαζόνες, άγριοι κι άδικοι; ή μήπως τη φιλοξενία γνωρίζουν κι ο νους τους σέβεται τα θεία; Δεν ξέρω καν πού να τα πάω τα τόσα δώρα μου, ο ίδιος πού να πλανηθώ. [...]»

[Ο Οδυσσέας υποθέτει ότι οι Φαίακες τον εξαπάτησαν και αναθέτει στον Δία την τιμωρία τους.]

«Αλλά τον νου μου τώρα, να μετρήσω τ᾽ αγαθά μου, να δω μήπως και πήραν δρόμο αυτοί κρατώντας κάτι για λογαριασμό τους [...].»

Έτσι μιλώντας, άρχισε να μετρά λεβέτια, τρίποδες πανέμορφους, χρυσαφικά κι ωραία φαντά φορέματα. Δεν βρήκε κάτι να του λείπει· ποθώντας όμως κι οδυρόμενος για χώμα πατρικό, σύρθηκε εκεί στο περιγιάλι της ασίγαστης θαλάσσης, στον θρήνο του δοσμένος.

Ο θησαυρός είναι ακέραιος, ο νόστος όχι

Παρότι ο Οδυσσέας διαπιστώνει πως τίποτα από τα δώρα των Φαιάκων δεν λείπει, αυτό δεν τον καθησυχάζει καθόλου· ο πόνος του δεν αφορά την περιουσία του, αλλά την αβεβαιότητα για το αν βρίσκεται επιτέλους στην πατρίδα του. Ο υλικός πλούτος δεν έχει καμία αξία χωρίς τον νόστο.

Η συνάντηση με την Αθηνά-βοσκόπουλο

Κι ήλθε κοντά του η Αθηνά, στάθηκε πλάι του, ίδια στην όψη με παλικάρι νιούτσικο, βοσκόπουλο [...]. Μόλις την είδε ο Οδυσσέας χάρηκε, στάθηκε αντίκρυ της, κι όπως μιλώντας την προσφώνησε, τα λόγια του πετούσαν σαν πουλιά:

«Χαίρε, ω φίλε, αφού εσένα πρώτα απάντησα σ' αυτόν τον τόπο. Αλλά μη βάλει τώρα ο νους σου τίποτε κακό σε βάρος μου· σώσε κι αυτά, σώσε κι εμένα, ικέτης σου είμαι, πέφτω στα γόνατά σου, σάμπως και να 'σουνα θεός. Μόνο μολόγησέ μου τώρα την αλήθεια, να σιγουρευτώ· ποια η χώρα, ποιος ο τόπος, ποια η φύτρα των ανθρώπων; [...]»

[Η Αθηνά ανέφερε βασικά γνωρίσματα της Ιθάκης.]

Ακούγοντας τον λόγο της, βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος, αλάφρωσε η ψυχή του, χάρηκε την πατρική του γη [...]. Πήρε λοιπόν να της μιλήσει, τα λόγια του πετούσαν σαν πουλιά, μόνο που την αλήθεια δεν φανέρωσε, συγκράτησε και πάλι τα λεγόμενά του – ο νους του πάντα γύρευε το κέρδος:

«Την έχω την Ιθάκη ακουστά στην Κρήτη την απλόχωρη, πέρα μακριά στην άλλη θάλασσα. Και να που τώρα φτάνω ο ίδιος με τ' αγαθά μου αυτά. Άφησα κι άλλα τόσα στα παιδιά μου φεύγοντας, όταν θανάτωσα τον γιο του Ιδομενέα [...]. Κι ο λόγος· γύρεψε τα λάφυρα να μου στερήσει, όλα που μάζεψα στην Τροία, κι ας είχα υποφέρει τόσα πάθη εγώ για χάρη τους, με τον εχθρό μου πολεμώντας [...]. Κι αφού τον σκότωσα με μυτερό κοντάρι χάλκινο, έτρεξα σε φοινικικό καράβι, τίμιοι άνθρωποι, και τους παρακαλούσα μαζί τους να με πάρουν, χαρίζοντας γενναίο μερίδιο από τα λάφυρά μου. Τους είπα στην Πύλο να με βγάλουν ή και στη θεία Ήλιδα [...]. Αλλά τους έσυρε μακριά του ανέμου η δίνη [...]. Έτσι λοιπόν περιπλανώμενοι φτάσαμε νύχτα εδώ [...]· μόλις που βγήκαμε απ' το καράβι, πέσαμε όλοι μας ξεροί. Βυθίστηκα τότε κι εγώ σ' ύπνο γλυκό από την τόση κούρασή μου [...].»

[Οι ναύτες απόθεσαν τα πράγματά του στην άμμο και αναχώρησαν.]

«[...] Όσο για μένα μόνος ξέμεινα, με την καρδιά βαριά κι ασήκωτη.»

Ένα ψέμα φτιαγμένο από κομμάτια αλήθειας

Η ιστορία που αφηγείται ο Οδυσσέας στην Αθηνά είναι εξ ολοκλήρου πλαστή, όμως στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία: υπαρκτοί λαοί (Κρητικοί, Φοίνικες), υπαρκτοί τόποι (Πύλος, Ήλιδα) και το αληθινό γεγονός ότι οι ναύτες τον άφησαν κοιμισμένο στην ακρογιαλιά. Αυτή η ικανότητα να πλέκει πειστικά ψέματα γύρω από έναν πυρήνα αλήθειας είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του πολύτροπου Οδυσσέα.

Η Αθηνά αποκαλύπτεται

Έτσι της μίλησε, κι η Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, του χαμογέλασε, απλώνοντας χαϊδευτικά το χέρι της, αλλάζοντας πάλι την όψη της, ίδια με μια ψηλή, ωραία γυναίκα που ξέρει πώς να υφαίνει τα λαμπρά φαντά της.

Η Αθηνά ως προστάτιδα των τεχνών

Η μορφή της ψηλής, ωραίας γυναίκας που υφαίνει δεν είναι τυχαία επιλογή: η Αθηνά, εκτός από θεά της σοφίας και του «φρόνιμου» πολέμου, επονομαζόταν και Ἐργάνη, δηλαδή προστάτιδα των τεχνών —της μεταλλοτεχνίας, της υφαντικής και άλλων χειροτεχνιών. Με αυτή ακριβώς την ιδιότητά της εμφανίζεται εδώ, σε μια στιγμή που θεωρείται επιφάνεια της θεάς.

Κι όπως μιλώντας τον προσφώνησε, τα λόγια της πετούσαν σαν πουλιά: «Θα πρέπει, αν κάποιος παραβγεί μαζί σου, να παραείναι πονηρός, να ξέρει πώς να ξεγελά τους άλλους στον κάθε δόλο, ακόμη κι αν θεός βρεθεί μπροστά σου. Είσαι αλήθεια φοβερός, πολύστροφε κι αχόρταγε στους δόλους, που μήτε εδώ, στην πατρική σου γη, δεν λες να σταματήσεις σκέψεις απατηλές και ιστορίες πλαστές — είναι το ριζικό σου αυτό. Αλλά καιρός να σταματήσουμε τα τέτοια μεταξύ μας, αφού κι οι δυο μας ξέρουμε καλά την ίδια τέχνη· αν είσαι εσύ μες στους θνητούς πρώτος στις αποφάσεις και στα πλάνα λόγια, εγώ φημίζομαι πως ξεχωρίζω σ᾽ όλους τους θεούς και για το ξύπνιο μου μυαλό και για την πανουργία.

Η μεγαλύτερη τιμή για έναν θνητό

Όταν η Αθηνά λέει στον Οδυσσέα πως «κι οι δυο ξέρουμε καλά την ίδια τέχνη», τον εξισώνει σχεδόν με τον εαυτό της, τη θεά της σοφίας. Αυτή η σύγκριση αποτελεί τον μεγαλύτερο δυνατό έπαινο για έναν θνητό ήρωα και εξηγεί γιατί η Αθηνά τον έχει υπό τη διαρκή προστασία της.

Γιατί μην πεις δεν αναγνώρισες την Αθηνά Παλλάδα, τη θυγατέρα του Διός, που παραστέκομαι στον κάθε μόχθο σου, [...] και τώρα πάλι να 'μαι εδώ, μαζί σου υφαίνω το πανούργο πλάνο. Θα κρύψω πρώτα αυτά τα δώρα, όσα οι τίμιοι Φαίακες σου χάρισαν [...]. Και θα σου πω μετά ποια βάσανα σου προορίζει η μοίρα να βαστάξεις στο στέρεο σπίτι σου – πρέπει να τα υπομείνεις, γιατί η ανάγκη το καλεί. Και προσοχή, μη φανερώσεις σε κανένα, άντρα ή γυναίκα, τον λόγο που επιστρέφεις μετά την τόση περιπλάνηση· αμίλητος τον κάθε πόνο σου να υποφέρεις, όποια βρισιά και βία σού μέλλεται, να τη δεχτείς.»

[Ο Οδυσσέας αποδίδει στις μεταμορφώσεις της θεάς την αδυναμία του να τη γνωρίσει και –αμφιβάλλοντας ακόμη για τον τόπο– την παρακαλεί:]

«[...] Πες μου λοιπόν αν είναι αλήθεια πως πατώ το χώμα της γλυκιάς πατρίδας.»

Η αναγνώριση της Ιθάκης

Ανταποκρίθηκε η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας: «Τέτοιος ο νους σου πάντα εσένα και το φρόνημά σου, που εγώ δεν το βαστώ στη συμφορά σου μόνο να σ' αφήσω — είσαι και γνωστικός και ξύπνιος κι εύστροφος. [...] Μόνο που δεν το θέλησα με του πατέρα μου τον αδελφό, τον Ποσειδώνα, να τα βάλω – κρατούσε την οργή του αυτός, από θυμό που εσύ του τύφλωσες τον γιο.

Έλα, σκοπεύω τώρα να σου δείξω σήματα της Ιθάκης, να πειστείς: αυτό είναι το λιμάνι του ενάλιου γέροντα, του Φόρκυνα· και να η μακρόφυλλη ελιά στου λιμανιού την κορυφή· εκεί στο πλάι της θα δεις χαριτωμένη τη θαμπή σπηλιά, τόπο ταμένο των νυμφών που λέγονται ναϊάδες – τη θολωτή κι ευρύχωρη σπηλιά, όπου κι εσύ τόσες θυσίες τελούσες [...]. Κι αυτό το καταπράσινο βουνό είναι το δασωμένο Νήριτο.»

Έτσι μιλώντας η θεά, σήκωσε τη νεφέλη κι ο τόπος φανερώθηκε. Πλημμύρισε τότε χαρά βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος, χαρούμενος σκύβει στη γη, το κάρπιμό της χώμα φίλησε, αμέσως σήκωσε τα χέρια του ψηλά κι ευχήθηκε στις Νύμφες:

«Νύμφες ναϊάδες, θυγατέρες του Διός, έλεγα πως ποτέ μου πια δεν θα σας ξαναδώ· μα να που τώρα ευφρόσυνα υποδέχεστε τις φιλικές μου ευχές. Θα σας προσφέρουμε, όπως και πρώτα, δώρα, φτάνει να δώσει πρόθυμη του Δία η κόρη, που της αρμόζει η λεία του πολέμου, εγώ να ζω κι ο γιος μου να προκόψει.» [...]

[Η θεά τον ενθάρρυνε και έκρυψε μαζί του τα δώρα στο βάθος της σπηλιάς.]

Το σχέδιο για τους μνηστήρες

Ύστερα κάθισαν οι δυο στης ιερής ελιάς τον λάκκο, όπου και πήραν να στοχάζονται τον όλεθρο των αλαζονικών μνηστήρων. Πρώτη η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, μιλώντας είπε:

«Ω διογέννητε Λαερτιάδη, Οδυσσέα πολύστροφε, καιρός σου να σκεφτείς το πώς θα βάλεις χέρι στους αλαζονικούς μνηστήρες, που τρία τώρα χρόνια καταπατούν το αρχοντικό σου· ορέγονται το ισόθεο ταίρι σου [...]. Όμως εκείνη αν μέσα της οδύρεται τον γυρισμό σου, έξω σκορπά ελπίδες και υποσχέσεις στον καθένα με τα μηνύματα που στέλνει – ωστόσο ο νους της άλλα μελετά.»

Της αποκρίθηκε μιλώντας ο Οδυσσέας πολύγνωμος: «Απελπισία με πιάνει που το σκέφτομαι· μέλλονταν και σ' εμένα η μοίρα του Αγαμέμνονα, του Ατρείδη ο όλεθρος μες στο παλάτι, εάν εσύ, θεά, δεν εξηγούσες τα καθέκαστα με τη σωστή σειρά τους. Να πλέξεις όμως τώρα τη βουλή σου, το πώς αυτούς θα εκδικηθώ· μόνο να μείνεις στο πλευρό μου, θάρρος παράτολμο μέσα μου να σταλάξεις, μ' εκείνο ανάλογο της Τροίας, όταν τις απαστράπτουσες επάλξεις καταλύσαμε. [...]»

Το παράδειγμα του Αγαμέμνονα

Η αναφορά στον Αγαμέμνονα δεν είναι τυχαία: η τραγική του μοίρα —δολοφονήθηκε από τη γυναίκα του λίγο μετά την επιστροφή του— λειτουργεί σε όλη την Οδύσσεια ως προειδοποιητικό παράδειγμα. Δείχνει στον ακροατή πόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι μια απρόσεκτη επιστροφή στο σπίτι.

Ανταποκρίθηκε η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας: «Υπόσχομαι να είμαι στο πλευρό σου, δεν θα σε λησμονήσω, όταν θα φτάσει η ώρα για το δύσκολο έργο. [...] Έλα τώρα κοντά μου, θα σε κάνω αγνώριστο σ᾽ όλον τον κόσμο: στο λυγερό κορμί σου θα σουρώσω το ωραίο σου δέρμα, θα εξαφανίσω τα ξανθά μαλλιά της κεφαλής σου· θα ρίξω πάνω σου κουρέλια, να σε σιχαθεί όποιος σε δει ρακένδυτο· με τσίμπλες θα θολώσω τα περίκαλλά σου μάτια, να δείχνεις στους μνηστήρες άσημος κι άσχημος, αλλά και στη γυναίκα και στον γιο σου που πίσω σου τον άφησες.

Πρόσεξε όμως, πρώτα στον χοιροβοσκό να φτάσεις, που νοιάζεται τους χοίρους αλλά και θέλει το καλό σου, τον γιο σου αγαπά, τη φρόνιμή σου Πηνελόπη σέβεται. [...] Εκεί λοιπόν να μείνεις, παρακαθήμενος να τον ρωτήσεις όλα τα καθέκαστα· εγώ στο μεταξύ στη Σπάρτη κατεβαίνω, με τις πανέμορφες γυναίκες, να φέρω πίσω τον Τηλέμαχο [...].»