1. Παράλληλο Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

⛵️ Οδύσσεια: Παράλληλα Κείμενα 📜

Το μαρμαρωμένο καράβι της Παλαιοκαστρίτσας

Κάτω απ' το βουνό του Παντοκράτορα, αντίκρυ στο μοναστήρι της Παλαιοκαστρίτσας, είναι στην άκρη του πελάγου ένα καράβι μαρμαρωμένο με τα κατάρτια του και όλα του τα ξάρτια. Αυτό ήταν καράβι Αλτζερίνικο και ερχόταν να κουρσέψει το μοναστήρι. Σαν το είδαν από μακριά οι καλόγεροι, βγήκαν και τ' αγνάντευαν και ο Γούμενος με το θυμιατό και το σταυρό στα χέρια παρακάλεσε το Θεό κι είπε: «Θεέ μου, αν αυτό το καράβι έρχεται για καλό, καλώς να 'ρθει, αν για κακό, μάρμαρο εκεί να μείνει». Και ο Θεός τον άκουσε κι εμαρμάρωσε το καράβι και στέκεται κει από τότε.

(Ν. Πολίτης, Παραδόσεις, αρ. 286)

Ένας αιτιολογικός μύθος από την Κέρκυρα

Αυτός ο θρύλος εξηγεί, με χριστιανικό πλέον περιεχόμενο, ένα φυσικό «παιχνίδι» — έναν βράχο στη θάλασσα που μοιάζει με καράβι — με τον ίδιο τρόπο που ο αρχαίος μύθος εξηγούσε το πέτρωμα του καραβιού των Φαιάκων. Η βασική ιδέα (ένα καράβι που γίνεται πέτρα) επιβιώνει μέσα στους αιώνες, αλλά αλλάζει πρόσωπα: αντί για τον Ποσειδώνα, τώρα ενεργεί ο Θεός, και αντί για τιμωρία μιας ευεργεσίας, έχουμε την προστασία ενός μοναστηριού από εχθρική επιδρομή.

Οι σύντροφοι στον Άδη

Αφού μας μέναν παξιμάδια
τι κακοκεφαλιά
να φάμε στην ακρογιαλιά
του ήλιου τ' αργά γελάδια
που το καθένα κι ένα κάστρο
για να το πολεμάς
σαράντα χρόνους και να πας
να γίνεις ήρωας κι άστρο!
Πεινούσαμε στης γης την πλάτη,
σα φάγαμε καλά
πέσαμε εδώ στα χαμηλά
ανίδεοι και χορτάτοι.

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1981)

Συγγνώμη

Τι να σου κάνουν; – άνθρωποι ήταν. Μόλις σώθηκε
στου καραβιού τ' αμπάρι το κρασί και το αλεύρι, υπομονέψαν κάμποσο,
κάτι ψαρέψαν με τ' αγκίστρια –ψιλοπράματα– πού να χορτάσεις; Τέλος
βάλαν τις πλατυμέτωπες γελάδες του Ήλιου στο μαχαίρι· κι ας βελάζαν
σα βόδια αληθινά τα κρέατα στις σούβλες, κι ας περπάταγαν
τα γδαρμένα τομάρια· ο Ευρύλοχος και οι άλλοι τα γλεντήσανε.
Ο πολυμήχανος γλυκοκοιμόταν στο γρασίδι. Δεν τους πρόλαβε.
Οι προειδοποιήσεις δε χρησίμεψαν σε τίποτε.
Τα πάρα πέρα, τα μετά τη Θρινακία, τα ξέρουμε. Άλλωστε
κι αυτά κι εκείνα ήταν της μοίρας – αναπόφευκτα, που λένε.
Πήγανε, μια φορά, χορτάτοι – ποιος θα τους κατηγορήσει;

(Γ. Ρίτσος, Μαρτυρίες Β΄, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1966)

Η συμπονετική ματιά του Ρίτσου

Ο τίτλος «Συγγνώμη» δίνει αμέσως τη στάση του Ρίτσου: σε αντίθεση με τον Σεφέρη, ο ποιητής αντιμετωπίζει τους συντρόφους με κατανόηση — «άνθρωποι ήταν» — και αποδίδει την πράξη τους στην πείνα και στη μοίρα, όχι στην κακία τους. Το ερώτημα «ποιος θα τους κατηγορήσει;» στο τέλος λειτουργεί σχεδόν σαν αθώωση.