Οδύσσεια: Ραψωδίες μ και ν 🚢
Περιληπτική αναδιήγηση της ραψωδίας μ
Αφού φύγαμε από τον Άδη, επιστρέψαμε στην Αία και ενταφιάσαμε το σώμα του Ελπήνορα. Η Κίρκη μάς προειδοποίησε για τους κινδύνους που μας περιμένουν: τις Σειρήνες που μαγεύουν με το τραγούδι τους, τις Συμπληγάδες Πέτρες που ανοιγοκλείνουν, τους βράχους της Σκύλλας με τα έξι κεφάλια και της Χάρυβδης που ρουφά και ξερνά το νερό, και τα βόδια του Ήλιου στη Θρινακία, για τα οποία μού προφήτεψε όσα και ο μάντης Τειρεσίας.
Το κάλεσμα των Σειρήνων 🎶
Όταν αποπλεύσαμε, ενημέρωσα τους συντρόφους για τους κινδύνους. Μόλις πρόλαβα να τους πω για τις Σειρήνες, φτάσαμε εκεί. Βούλωσα τα αυτιά τους με κερί και εκείνοι με έδεσαν σφιχτά στο κατάρτι, ώστε να ακούσω το μαγευτικό κάλεσμά τους χωρίς να μπορώ να ανταποκριθώ:
«Έλα, Οδυσσέα περίφημε, δόξα των Αχαιών, πλησίασε,
άραξε εδώ το πλοίο, ν' ακούσεις τη φωνή μας [...]
[τη μελιστάλακτη και να κερδίσεις καινούρια γνώση].
Γιατί τα πάντα εμείς γνωρίζουμε, όσα τραβήξανε στης Τροίας
τον κάμπο Αργείοι και Τρώες – θέλημα των θεών.
Κι ακόμη ξέρουμε τα όσα συμβαίνουν πάνω σ' ολόκληρη τη γη [...].»
Οι Σειρήνες δεν υπόσχονται στον Οδυσσέα πλούτη ή ηδονή, αλλά κάτι πιο δελεαστικό για εκείνον: γνώση για όλα όσα συνέβησαν στην Τροία και σε όλη τη γη. Το τραγούδι τους στοχεύει ακριβώς στην περιέργεια και τη δίψα για μάθηση που χαρακτηρίζουν τον ήρωα.
Έτσι αποφύγαμε αυτόν τον κίνδυνο. Αποφύγαμε και τις Συμπληγάδες και, για να γλιτώσουμε από τη Χάρυβδη, πλησιάσαμε στον βράχο της Σκύλλας, που μας στοίχισε έξι συντρόφους.
Τα βόδια του Ήλιου ☀️
Φτάσαμε έπειτα στο νησί του Ήλιου κι εγώ, αναλογιζόμενος τις προφητείες του Τειρεσία και της Κίρκης, ζήτησα από τους συντρόφους να μην αράξουμε εκεί, γιατί μας περιμένει συμφορά, βρήκα όμως αντιμέτωπο τον Ευρύλοχο. Οι άλλοι, κατάκοποι καθώς ήταν, πήραν το μέρος του, κι εγώ αναγκάστηκα να υποχωρήσω, αφού πρώτα τους δέσμευσα με όρκο να μην αγγίξουν τα ιερά ζώα του θεού.
Νοτιάς όμως μας κράτησε έναν μήνα στο νησί και τα τρόφιμα τελείωσαν. Απομακρύνθηκα τότε, για να προσευχηθώ στους θεούς να δώσουν λύση στο πρόβλημά μας, εκείνοι όμως μου έστειλαν ύπνο γλυκό. Έτσι, βρήκε ευκαιρία ο Ευρύλοχος και, με το επιχείρημα ότι ο χειρότερος θάνατος είναι ο θάνατος από πείνα, έπεισε τους άλλους να σφάξουν τα καλύτερα βόδια —ως θυσία πάντως προς τους θεούς— και να τάξουν στον Ήλιο όμορφο ναό, όταν νοστήσουν. Τα θυσίασαν λοιπόν και άρχισαν να τα ψήνουν και να τα τρώνε. Ξύπνησα τότε και, όταν κατάλαβα τι είχε συμβεί, αναστέναξα διαμαρτυρόμενος στους θεούς για τον ύπνο που μου είχαν στείλει.
Η πείνα ήταν πραγματική, αλλά δεν δικαιολογεί την πράξη: οι σύντροφοι είχαν ήδη δώσει όρκο στον Οδυσσέα να μην αγγίξουν τα ιερά βόδια. Η παράβαση του όρκου, όχι μόνο η θυσία των ζώων, είναι αυτό που εξοργίζει τους θεούς.
Η τιμωρία του Δία ⚡
Ο Ήλιος, μόλις πληροφορήθηκε τη σφαγή των βοδιών του, απείλησε ότι θα κατεβεί στον Άδη και δεν θα φέγγει πια, αν δεν τιμωρηθούν οι σύντροφοί μου· απέσπασε έτσι την υπόσχεση του Δία ότι θα κεραυνοβολήσει το καράβι μας.
Επέπληξα βέβαια τους συντρόφους, το κακό όμως είχε γίνει και οι θεοί έδειξαν τη δυσαρέσκειά τους με σημεία και τέρατα: «σάλευαν τα τομάρια καταγής· στις σούβλες μούγκριζαν τα κρέατα, / τα ωμά και τα ψημένα· κι ανέβαινε φωνή σαν από βόδια ζωντανά». Αλλά οι σύντροφοι συνέχισαν το φαγοπότι έξι μέρες, και όταν την έβδομη κόπασαν οι άνεμοι και αποπλεύσαμε, ο Δίας μάς περίμενε· σήκωσε θύελλα μεσοπέλαγα, κεραυνοβόλησε το καράβι και οι σύντροφοι καταποντίστηκαν· «έτσι ο θεός τούς στέρησε τον νόστο».
Σώθηκα μόνο εγώ πιασμένος από την καρίνα και αφέθηκα στα κύματα, που με γύρισαν στη Χάρυβδη την ώρα που ρουφούσε τη θάλασσα. Πηδώντας τότε στον αέρα κρεμάστηκα σαν νυχτερίδα από την αγριοσυκιά που σκίαζε το τέρας και κρεμασμένος περίμενα ώσπου να ξεράσει μαζί με το νερό και την καρίνα· κατάφερα τότε να καθίσω πάνω στο καραβόξυλο και, έπειτα από παραδαρμό εννέα ημερών στη θάλασσα, να φτάσω στο νησί της Καλυψώς – αλλά γι' αυτό σάς μίλησα το προηγούμενο βράδυ.
Περιληπτική αναδιήγηση του αποσπάσματος ν 1-209 ⛵
Οι Φαίακες μαγεύτηκαν πάλι από τη διήγηση του Οδυσσέα και τον τίμησαν με πρόσθετα δώρα. Την επομένη τα τακτοποίησαν όλα στο καράβι, δόθηκε στα ανάκτορα και γεύμα αποχαιρετιστήριο με σπονδές στους θεούς και ευχαριστήριες ευχές του Οδυσσέα, και το βράδυ το καράβι απέπλευσε από τη Σχερία:
Έτρεχε το καράβι σταθερό και σίγουρο· μήτε γεράκι,
το γοργότερο πετούμενο, δεν θα μπορούσε να το φτάσει.
Σαν το γεράκι και το πλοίο πετώντας έσχιζε το θαλάσσιο κύμα,
τον άντρα ταξιδεύοντας που η στόχασή του έμοιαζε θεού·
ένας που τόσα πάθη πόνεσε η γενναία ψυχή του,
που πέρασε ανδρείους πολέμους, άγρια κύματα της θάλασσας,
τώρα ατάραχος κοιμόταν, λησμονώντας τ' αμέτρητα παθήματά του.
Ο βαθύς ύπνος του Οδυσσέα κατά το τελευταίο ταξίδι δεν είναι τυχαίος: λειτουργεί σαν ένα είδος προστασίας, ώστε ο ήρωας να μη δει το ταξίδι και να μη γνωρίζει πώς ακριβώς έφτασε στην πατρίδα του — κάτι που ενισχύει τη μαγική, σχεδόν ονειρική εικόνα της άφιξής του.
Όλη τη νύχτα ταξίδευαν και την αυγή (35η μέρα τώρα της Οδύσσειας) έφτασαν στην Ιθάκη. Οι ναύτες απόθεσαν στο λιμάνι του Φόρκυνα βυθισμένον ακόμη στον ύπνο τον Οδυσσέα, άφησαν παράμερα και τα δώρα και πήραν τον δρόμο της επιστροφής.
Η εκδίκηση του Ποσειδώνα 🌊
Ο Ποσειδώνας όμως παραπονέθηκε στον Δία για τους Φαίακες που, αν και απόγονοί του, τον αψήφησαν και πραγματοποίησαν τόσο εύκολα και τιμημένα τον νόστο του Οδυσσέα· απέσπασε έτσι το δικαίωμα να τους εκδικηθεί. Πέτρωσε, λοιπόν, το καράβι τους τη στιγμή που πλησίαζε στη Σχερία και σκόπευε να περικλείσει την πόλη τους με ψηλό βουνό.
Το πέτρωμα του καραβιού ανήκει στους λεγόμενους αιτιολογικούς μύθους — ιστορίες που επιχειρούν να εξηγήσουν απλοϊκά κάποιο «παιχνίδι» της φύσης, όπως έναν βράχο στη θάλασσα που μοιάζει με καράβι. Παρόμοιοι μύθοι φτιάχτηκαν αργότερα και για τους «λεκέδες» του φεγγαριού.
Οι Φαίακες απόρησαν βλέποντας το καράβι να γίνεται βράχος, ο Αλκίνοος όμως είδε στο πέτρωμα του καραβιού την επαλήθευση μιας παλαιάς μαντείας και ζήτησε από όλους να σταματήσουν στο εξής το ξεπροβόδισμα των ξένων. Ζήτησε επίσης να προσφέρουν θυσία στον Ποσειδώνα, μήπως τους λυπηθεί και δεν περικλείσει την πόλη με βουνό. Οι Φαίακες ανταποκρίθηκαν και όρθιοι γύρω στον βωμό του θεού προσεύχονταν.