📖 Η Απήχηση της Αφήγησης του Οδυσσέα και η Συνομιλία με τον Αχιλλέα 🗣️
Κύρια θέματα
- Η απήχηση της αφήγησης του Οδυσσέα στους Φαίακες
- Η συνομιλία του Οδυσσέα με τον Αχιλλέα
🗣️ Η απήχηση της αφήγησης του Οδυσσέα
Έπαψε εκείνος να μιλά, κι οι άλλοι όλοι έμειναν βουβοί κι αμίλητοι, σαν μαγεμένοι κάτω απ' τον ίσκιο της μεγάλης αίθουσας. Στο πρωτότυπο κείμενο, ο ποιητής αποδίδει αυτή τη στιγμή με τα λόγια ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἄρα πάντες ἀκὴν ἐγένοντο σιωπῇ — μια εικόνα που δείχνει πόσο δυνατή ήταν η αφήγησή του. Ώσπου η Αρήτη, λευκή κι ωραία, έσπασε τη σιωπή μιλώντας:
«Φαίακες, πώς σας φαίνεται ο ξένος άντρας, στην ομορφιά, στο ανάστημα, στο ισόρροπο μυαλό; Είναι δικός μου ξένος, όμως κι εσείς, έχει ο καθένας μέρος στην τιμή της πόλης· γι᾿ αυτό προτείνω, μη βιαστείτε, μην τον αφήσετε να φύγει, μη λυπηθείτε τα μεγάλα δώρα, τώρα στην ώρα της ανάγκης του· έτσι κι αλλιώς κρύβουν τα σπίτια σας πολλά αγαθά, με των θεών τη χάρη.»
Ανάμεσα σε όλους τους άρχοντες των Φαιάκων, πρώτη παίρνει τον λόγο η Αρήτη κι όχι ο βασιλιάς Αλκίνοος. Αυτό δείχνει πόσο μεγάλο κύρος και πόση επιρροή είχε η βασίλισσα στην αυλή της Σχερίας — κάτι ασυνήθιστο για την εποχή.
Αμέσως πήρε ο Αλκίνοος τον λόγο λέγοντας: «Ό,τι ακούσατε θα γίνει· όσο τουλάχιστον θα 'μαι ζωντανός και βασιλιάς στους Φαίακες, που έχουν χαρά τους το κουπί. Ας κάνει όμως λίγη υπομονή ο ξένος, μόλο που τόσο επιθυμεί τον νόστο του· ας μείνει ως αύριο, ώστε κι εγώ να αποτελειώσω την υπόθεση των δώρων».
Του ανταποκρίθηκε ο Οδυσσέας πανέξυπνος: «Αλκίνοε βασιλιά, που διαπρέπεις σ' όλον τον λαό σου, ακόμη κι αν θα λέγατε να μείνω εδώ ώσπου να κλείσει χρόνος, να μου ετοιμάσετε τον γυρισμό, να μου χαρίσετε δώρα λαμπρά, μετά χαράς θα το δεχόμουν· το κέρδος θα 'ταν μεγαλύτερο, να φτάσω στη γλυκιά πατρίδα με γεμάτα χέρια· θα με τιμούσαν τότε περισσότερο, θα μ' αγαπούσαν πιο πολύ, όλοι που θα με δουν να επιστρέφω στην Ιθάκη.»
👑 Ο έπαινος του Αλκίνοου
Πήρε ο Αλκίνοος ξανά τον λόγο, φωνάζοντας τον Οδυσσέα με το όνομά του: «Ω Οδυσσέα, μ᾽ όλα όσα βλέπουμε μπροστά μας, κανείς δεν θα μπορούσε να σε πάρει για απατεώνα ή ψεύτη, όπως πολλοί που βόσκουν πάνω σ' αυτή τη μαύρη γη. Εσένα ωστόσο και τα λόγια σου έχουν μορφή και το μυαλό σου λάμπει· ξέρεις την τέχνη να ιστορείς, σαν αοιδός με άρτια γνώση, και των Αργείων τα βάσανα και τα δικά σου πάθη τα λυπητερά. Στο πρωτότυπο, ο Αλκίνοος τον παρομοιάζει σαφώς με επαγγελματία αφηγητή: μῦθον δ᾽ ὡς ὅτ᾽ ἀοιδὸς ἐπισταμένως κατέλεξας Μα τώρα πες μου κάτι ακόμη, εξήγησε με κάθε ακρίβεια, ανίσως είδες εκεί κάτω κάποιους απ᾿ τους ισόθεους εταίρους, όσοι στην Τροία βρέθηκαν μαζί σου κι όσους τους βρήκε ο θάνατος. Η νύχτα αυτή είναι μεγάλη, ατελείωτη· δεν έφτασε η ώρα ακόμη να κοιμηθούμε στο παλάτι.»
Όταν ο Αλκίνοος συγκρίνει τον Οδυσσέα με αοιδό, δεν κάνει απλώς ένα κομπλιμέντο. Στην εποχή του έπους, η ικανότητα να αφηγείσαι με τάξη, ακρίβεια και συγκίνηση θεωρούνταν σχεδόν θεϊκό χάρισμα — το ίδιο χάρισμα που είχαν οι επαγγελματίες αοιδοί, όπως ο Δημόδοκος. Μην το περάσεις σαν απλή φιλοφρόνηση.
Του ανταπάντησε μιλώντας ο Οδυσσέας πολυμήχανος: «Αλκίνοε βασιλιά, που διαπρέπεις σ' όλον τον λαό σου, έχουν την ώρα τους κι οι διηγήσεις που μακραίνουν, έχει την ώρα του κι ο ύπνος. Αν όμως φλέγεσαι κι άλλο ν' ακούσεις, δεν είμαι εγώ που θα το αρνιόμουν· μπορώ κι άλλες πικρότερες να σου ομολογήσω ιστορίες, τα πένθη των εταίρων μου που χάθηκαν μετά· ενώ στην Τροία ξέφυγαν την ταραχή της μάχης και τους στεναγμούς, επήγαν του χαμού στον δρόμο της επιστροφής — κι όλα για χάρη μιας ολέθριας γυναίκας.» 💔
👻 Η συνομιλία του Οδυσσέα με τον Αχιλλέα
Και τότε ήλθε του Αχιλλέα η ψυχή, γιου του Πηλέα, ολοφυρόμενη φώναξε το όνομά μου, κι όπως μου μίλησε, τα λόγια του πετούσαν σαν πουλιά:
«Βλαστάρι του Διός, γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα, άφοβε, ποιο άλλο έργο φοβερότερο θα βάλει ακόμη ο νους σου; Που τόλμησες να κατεβείς στον Άδη, όπου νεκροί μονάχα κατοικούν, δίχως τον νου τους πια, είδωλα και σκιές βροτών που έχουν πεθάνει.»
Έτσι μου μίλησε, κι εγώ αποκρίθηκα, με το όνομά του: «Ω Αχιλλέα, του Πηλέα γιε, ο πρώτος κι ο καλύτερος των Αχαιών, ήλθα γυρεύοντας τον Τειρεσία, μήπως μου δώσει κάποια συμβουλή, το πώς θα φτάσω στην τραχιάν Ιθάκη. Γιατί δεν ζύγωσα ακόμη στη δική μας γη, δεν πάτησα το χώμα της πατρίδας· με δέρνει πάντα το κακό. Εσένα όμως, Αχιλλέα, κρίνω πως δεν υπάρχει άλλος σου ευτυχέστερος, ούτε από όσους έζησαν στο παρελθόν, μήτε από εκείνους που θα 'ρθουν στο μέλλον. Αφού, και ενόσω ζούσες, όλοι μας σε τιμούσαμε σαν να 'σουνα θεός, οι Αργείοι, αλλά κι εδώ που βρίσκεσαι με τους νεκρούς, μένει μεγάλη η δύναμή σου· γι᾿ αυτό, Αχιλλέα, μη θλίβεσαι και μην πικραίνεσαι πολύ στον θάνατό σου.»
⚔️ Η απάντηση του Αχιλλέα
Σ' αυτά τα λόγια μου εκείνος αμέσως ανταπάντησε μιλώντας: «Μη θες να με παρηγορήσεις για τον θάνατό μου, Οδυσσέα γενναίε· θα προτιμούσα πάνω στη γη να ζούσα, κι ας ξενοδούλευα σε κάποιον, άκληρο πια που να μην έχει και μεγάλο βιος, παρά να είμαι ο άρχοντας στον κάτω κόσμο των νεκρών.
Στο πρωτότυπο η σκέψη αυτή αποδίδεται ως βουλοίμην κ᾽ ἐπάρουρος ἐὼν θητευέμεν ἄλλῳ, ἀνδρὶ παρ᾽ ἀκλήρῳ, ᾧ μὴ βίοτος πολὺς εἴη, ἢ πᾶσιν νεκύεσσι καταφθιμένοισιν ἀνάσσειν Είναι ένας από τους πιο γνωστούς στίχους όλης της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, γιατί ανατρέπει την εικόνα του άφοβου πολεμιστή που δεν φοβάται τον θάνατο.
Όμως αυτά ας τα αφήσουμε, και πες μου κάτι για τον ακριβό μου γιο· μπήκε στον πόλεμο, πρώτος στους πρώτους; μήπως όχι; Μίλα μου όμως και για τον ευγενικό Πηλέα, αν κάτι ξέρεις κι έμαθες· κρατεί ακόμη την τιμή στους τόσους Μυρμιδόνες; ή μήπως ατιμάζεται στη Φθία και την Ελλάδα, καθώς τα γηρατειά τον τσάκισαν και του 'κοψαν χέρια και πόδια; Γιατί δεν είμαι εγώ κοντά να του παρασταθώ, αφού δεν βλέπω πια το φως του ήλιου· τέτοιος και όπως κάποτε, στης Τροίας τον κάμπο, σκότωνα σωρηδόν γενναίους πολεμιστές, να σώσω τους Αργείους.»
🛡️ Ο Οδυσσέας μιλά για τον Νεοπτόλεμο
Στο ερώτημά του εγώ αποκρίθηκα μιλώντας: «Λυπάμαι, που δεν ξέρω να σου πω κάτι για τον πατέρα σου, τον ανεπίληπτο Πηλέα· αλλά για το παιδί, τον ακριβό σου Νεοπτόλεμο, θα ακούσεις απ' το στόμα μου, όπως το ζήτησες, ακέραιη την αλήθεια. Μόνος μου, σε καράβι ισόρροπο και κοίλο, τον έφερα απ' τη Σκύρο στους άλλους Αχαιούς, εκεί που ωραία αρματωμένοι πολεμούσαν.
Κάθε φορά λοιπόν που αποφασίζαμε γύρω απ᾿ της Τροίας το κάστρο, πάντοτε εκείνος έπαιρνε τον λόγο πρώτος κι η γνώμη του δεν αστοχούσε — μόνο ο ισόθεος Νέστωρ κι εγώ, νομίζω, υπερτερούσαμε. Αλλά και στο πεδίο της μάχης, όταν οι Αχαιοί τους Τρώες πολεμούσαμε, ποτέ δεν ξέμεινε μέσα στο πλήθος, στον σωρό των άλλων· έτρεχε κι έβγαινε πολύ μπροστά, η ορμή του δεν υποχωρούσε σε κανένα, και σκότωνε πολλούς στην άγρια μάχη.
🐎 Η ανδρεία του Νεοπτόλεμου στο Δούρειο Ίππο
Αλλά κι όταν αργότερα χωθήκαμε σ᾽ εκείνο το άλογο, που το 'χτισε ο Επειός, οι πιο γενναίοι Αργείοι, κι έπεσε πάνω μου όλη η ευθύνη, πότε θα ανοίξει η κλειστή παγίδα μας, πότε θα κλείσει, τότε λοιπόν οι άλλοι, των Δαναών οι αρχηγοί κι οι σύμβουλοι, δεν μπόρεσαν να κρύψουν το δάκρυ και τον τρόμο, που τους παρέλυε τα γόνατα. Εξόν εκείνος, που ούτε μια φορά, ποτέ, τα μάτια μου δεν είδαν να χλωμιάζει η ωραία του όψη ή να σκουπίζει κάποιο δάκρυ στα μάγουλά του· αμέτρητες φορές παρακαλούσε έξω να πεταχτεί επιτέλους από το άλογο, να πιάσει τη λαβή του ξίφους του, το χάλκινο βαρύ του δόρυ, γιατί άναβε τον νου του ο πόθος, το πώς τους Τρώες θα βλάψει.
Ο Νεοπτόλεμος δεν είναι ο ίδιος με τον πατέρα του Αχιλλέα, παρόλο που δείχνει την ίδια ατρόμητη διάθεση μέσα στο Δούρειο Ίππο. Είναι ο γιος του, που πολέμησε στην Τροία μόνο αφού ο Αχιλλέας είχε ήδη σκοτωθεί.
Αλλά και τότε πια που πήραμε την πόλη του Πριάμου, το ψηλό της κάστρο, αυτός, αφού μοιράστηκε λεία και έπαθλο λαμπρό, αμέσως στο καράβι ανέβηκε, απείραχτος· μήτε ποτέ τον βρήκε χάλκινη αιχμή, μήτε κι από κοντά λαβώθηκε — πράγματα που συχνά συμβαίνουν την ώρα του πολέμου, όταν, δίχως καμιά διάκριση, μαίνεται ο Άρης.»
Ακούγοντας τον λόγο μου, πήρε να απομακρύνεται του Αιακίδη η ψυχή, που δεν τον έφτανε άλλοτε κανείς στο τρέξιμο, ανοίγοντας μεγάλο βήμα, προς το ασφοδελό λιβάδι — με μια χαρά περήφανη, μ᾽ όσα του ιστόρησα για το λαμπρό του παλικάρι. ✨