🚢 16η Ενότητα: κ, λ (περίληψη) – λ 99-249 (ανάλυση) ⚓
Α΄.1. Περιληπτική αναδιήγηση της ραψωδίας κ: Ἀλκίνου Ἀπόλογοι: Τα περί Αίολον, Λαιστρυγόνας και Κίρκην
Επόμενος σταθμός μας ήταν η Αιολία, το πλωτό νησί του Αιόλου, του θεού των ανέμων, που μας φιλοξένησε έναν μήνα. Κατά την αναχώρηση, ο θεός μού δώρισε έναν ασκό όπου είχε κλείσει όλους τους ενάντιους ανέμους, και έπειτα από ταξίδι εννέα ημερών αντικρίσαμε την πατρίδα. Με συνεπήρε τότε ύπνος γλυκός και οι σύντροφοι, νομίζοντας ότι ο ασκός έκρυβε θησαυρό, τον άνοιξαν· αμέσως ξεχύθηκαν οι άνεμοι και ξέσπασε τρικυμία που μας γύρισε πάλι στον Αίολο· εκείνος όμως με έδιωξε ως θεομίσητο.
Το όνομα του Αιόλου, του θεού των ανέμων, έζησε ως τις μέρες μας: η αιολική ενέργεια ονομάζεται έτσι επειδή αξιοποιεί τη δύναμη του ανέμου.
Έπειτα από έξι μέρες φτάσαμε στη χώρα των Λαιστρυγόνων, γιγάντων ανθρωποφάγων, που πετροβολώντας κατέστρεψαν αύτανδρα τα έντεκα καράβια μου. Σώθηκε μόνο το δικό μου, που, προνοώντας, το είχα δέσει έξω από το λιμάνι.
Με μόνο πια αυτό το καράβι φτάσαμε στην Αία, όπου κατοικούσε η μάγισσα θεά Κίρκη. Χώρισα τότε τους συντρόφους σε δύο ομάδες (από είκοσι δύο άντρες καθεμιά) με επικεφαλής στη μία εμένα και στην άλλη τον Ευρύλοχο· η δεύτερη ομάδα κληρώθηκε να πάει για εξερεύνηση.
Οι δύο ομάδες των είκοσι δύο ανδρών μάς επιτρέπουν να υπολογίσουμε πόσο μεγάλο ήταν το πλήρωμα του καραβιού του Οδυσσέα.
Όταν έφτασαν στο παλάτι της Κίρκης, εκείνη τους πρόσφερε μαγικό κυκεώνα για να ξεχάσουν την πατρίδα, και με το μαγικό ραβδί της τους μεταμόρφωσε σε χοίρους. Μόνο ο Ευρύλοχος έμεινε απέξω και μου έφερε την τρομερή είδηση.
Η λέξη κυκεώνας χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα μεταφορικά, για να δηλώσει πλήθος ανοργάνωτων στοιχείων, ανακατωσούρα ή σύγχυση.
Έσπευσα τότε αμέσως εκεί, παρά την αποτροπή του Ευρύλοχου, κατά τη διαδρομή όμως ο Ερμής με εφοδίασε με μαγικό αντιβότανο και συμβουλές για την αντιμετώπιση της μάγισσας. Έτσι, όχι μόνο δεν κατάφερε να με μεταμορφώσει, αλλά την ανάγκασα να ξαναδώσει στους συντρόφους την ανθρώπινη μορφή και να προσκαλέσει και τους άλλους στο παλάτι της, όπου φιλοξενηθήκαμε έναν χρόνο. Θυμηθήκαμε τότε τον νόστο –οι σύντροφοι πρώτοι– και η Κίρκη δεν έφερε αντίρρηση· ράγισε όμως η καρδιά μου, όταν μου είπε ότι είναι ανάγκη να κατεβώ πρώτα στον Άδη, για να μου δείξει ο νεκρός πια μάντης Τειρεσίας τον δρόμο του νόστου· αναθάρρησα, ωστόσο, με τις πληροφορίες και τις οδηγίες που μου έδωσε για το ταξίδι.
Η Κίρκη, όπως και η Καλυψώ, φαινομενικά καθυστέρησε τον νόστο του Οδυσσέα κρατώντας τον στο νησί της· τελικά όμως και οι δύο τον βοήθησαν να συνεχίσει το ταξίδι του.
Κατά την αναχώρηση, ο σύντροφος Ελπήνορας –«μήτε [...] πολύ γενναίος, μήτε [...] τόσο γνωστικός»– ζαλισμένος από το πολύ κρασί, έπεσε από το δώμα και σκοτώθηκε, πάνω δε στη βιασύνη μας τον αφήσαμε άταφο.
Α΄.2. Περιληπτική αναδιήγηση της ραψωδίας λ: Ἀλκίνου Ἀπόλογοι: Νέκυια 🌑
(Ο Οδυσσέας διηγείται την περιπέτειά του στον Άδη)
Ακολουθώντας τις οδηγίες της Κίρκης, φτάσαμε στον Ωκεανό και προχωρώντας στο ρεύμα του συναντήσαμε τον βράχο όπου δυο ποτάμια «σμίγοντας μεταξύ τους» χύνονται στον Αχέροντα, τον ποταμό του Άδη. Στο χάσμα αυτό χωθήκαμε και βγήκαμε στην είσοδο του Κάτω Κόσμου. Πρόσφερα εκεί χοές στους νεκρούς και θυσίασα πρόβατα στον άρχοντα του Άδη, τον Πλούτωνα.
Οι ομηρικοί άνθρωποι θεωρούσαν τη Γη έναν επίπεδο σχεδόν δίσκο, περιβαλλόμενο από τον Ωκεανό. Πάνω της υψωνόταν ο ουρανός σαν αναποδογυρισμένη κούπα, ενώ κάτω της βρισκόταν ο Άδης — ένα σύμπαν τριών επιπέδων (ουράνιο, επίγειο, υπόγειο) που οι θνητοί δεν μπορούσαν να διασχίσουν παρά μόνο σε ειδικές συνθήκες.
Γύρω από τα σφάγια μαζεύτηκε πλήθος νεκρών, που γύρευαν να πιουν αίμα, για να θυμηθούν τον Επάνω Κόσμο και να μιλήσουν.
Πρώτη είδα την ψυχή του άταφου Ελπήνορα, που μου ζήτησε να κάψω το σώμα του και να του υψώσω τύμβο με καρφωμένο επάνω το κουπί του, για να μην ξεχαστεί από τους ανθρώπους.
Ο Ελπήνορας ζητά ταφικές τιμές για να μη χαθεί η μνήμη του. Η καύση του νεκρού θεωρούνταν αναγκαία για την είσοδό του στον Άδη κατά τη Γεωμετρική εποχή· στην πραγματικότητα όμως αποτελεί αναχρονισμό, αφού κατά τη Μυκηναϊκή εποχή —την εποχή όπου τοποθετείται ο μύθος— οι νεκροί ενταφιάζονταν.
Εμφανίστηκε έπειτα ο μάντης Τειρεσίας και μου προφήτεψε όσα μπορεί να μας συμβούν στο νησί του Ήλιου, αλλά και στην Ιθάκη, και τι πρέπει να κάνω μετά τον νόστο μου.
Τρίτη μίλησε η μητέρα μου, η Αντίκλεια: μου έδωσε πληροφορίες για τη γυναίκα μου, τον γιο και τον πατέρα μου, καθώς και για την αιτία του θανάτου της. Θέλησα να την αγκαλιάσω, αλλά η ψυχή της, μια άσαρκη σκιά, πέταξε μέσα από τα χέρια μου. Είδα μετά ένα πλήθος γυναικών, συζύγων και θυγατέρων διάσημων ηρώων· έπινε καθεμιά τους αίμα και «εξιστορούσε το γένος της». Πρέπει όμως να σταματήσω· ώρα να κοιμηθούμε.
Οι Φαίακες άκουγαν τον Οδυσσέα βουβοί, σαν μαγεμένοι, και του ζήτησαν να συνεχίσει την εξιστόρηση.
Είδα λοιπόν τον Αγαμέμνονα, συνέχισε, που κλαίγοντας μού διηγήθηκε τα καθέκαστα της άγριας δολοφονίας του. Παραπονέθηκε για την απιστία της Κλυταιμνήστρας και με καλοτύχισε για τη συνετή γυναίκα μου, την Πηνελόπη. Με συμβούλεψε, ωστόσο, να είμαι προσεχτικός και να μην εμπιστεύομαι τις γυναίκες.
Με πλησίασε, έπειτα, ο Αχιλλέας και είχα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση μαζί του.
Ο Αίαντας μόνο, οργισμένος ακόμη για τη νίκη μου κατά την κρίση των όπλων του νεκρού Αχιλλέα, κρατούσε απόσταση. Εγώ προσπάθησα να συμφιλιωθώ μαζί του, εκείνος όμως με προσπέρασε αμίλητος.
Τα όπλα του νεκρού Αχιλλέα ορίστηκε να δοθούν σε όποιον είχε προσφέρει περισσότερα στον πόλεμο. Τα διεκδίκησαν ο Αίαντας ο Τελαμώνιος —ο γενναιότερος ήρωας μετά τον Αχιλλέα— και ο πολυμήχανος Οδυσσέας. Τα κέρδισε ο Οδυσσέας, με τη βοήθεια της Αθηνάς, κι ο πικραμένος Αίαντας οδηγήθηκε στην αυτοκτονία, χωρίς ποτέ να συγχωρήσει τον Οδυσσέα, ούτε στον Άδη.
Είδα και άλλους γνωστούς ήρωες και τελευταίο τον Ηρακλή, που μου μίλησε για τον άθλο του να κατεβεί κι αυτός στον Άδη ζωντανός, για να φέρει επάνω τον σκύλο Κέρβερο. Στο μεταξύ, τα πλήθη των νεκρών θορυβούσαν κι εμείς, φοβισμένοι, επιστρέψαμε αμέσως στο καράβι και πήραμε τον δρόμο για τον Επάνω Κόσμο.
Α΄.3. Κείμενο 📖
Συνάντηση του Οδυσσέα με τον μάντη Τειρεσία και με τη μητέρα του: λ 99-249
»Κι ήλθε και του θηβαίου Τειρεσία η ψυχή· κρατούσε το χρυσό του σκήπτρο, αμέσως μ' αναγνώρισε [... και αφού ήπιε αίμα] [...] έτσι μου μίλησε ο τέλειος μάντης:
"Τον νόστο σου γυρεύεις, γλυκόν σαν μέλι, Οδυσσέα περίφημε. Όμως κάποιος θεός θα σου σταθεί στον δρόμο σου φραγμός, γιατί δεν το πιστεύω πως θα ξεχάσει ο Κοσμοσείστης εκείνη την οργή που άναψε μέσα του, όταν χολώθηκε μαζί σου, που τύφλωσες τον ίδιο του τον γιο.
Παρ' όλα αυτά, έστω με βάσανα και πάθη, μπορεί και να νοστήσετε, φτάνει να συγκρατήσεις τις ορμές σου, εσύ κι οι σύντροφοί σου, όταν θ' αράξεις κάποτε με το καράβι σου γερό στης Θρινακίας το νησί, γλιτώνοντας από το μπλάβο πέλαγο. Θα βρείτε εκεί βόδια να βόσκουν θηλυκά, πρόβατα μαλλιαρά – στον Ήλιο ανήκουν, που τα πάντα βλέπει από ψηλά, τα πάντα ακούει. Ανίσως και δεν τα πειράξεις, στον νόστο σου προσηλωμένος μπορεί, έστω με βάσανα και πάθη, να φτάσετε και στην Ιθάκη· αν όμως τα πειράξεις, τότε προβλέπω όλεθρο, για το καράβι σου και τους συντρόφους· αλλά κι εσύ, που ίσως γλιτώσεις, λέω πως αργά κι άσχημα θα γυρίσεις πίσω, θα χάσεις όλους τους συντρόφους, θα ταξιδέψεις σε καράβι ξένο· όμως κι εκεί, στο σπίτι σου, σε περιμένουν άλλες συμφορές, μνηστήρες αλαζόνες, που μαδούν το βιος σου, που θέλουν την ισόθεη γυναίκα σου δική τους, τάζοντας δώρα για τη νύφη –
και μολαταύτα, γυρίζοντας, θα εκδικηθείς την αδικία αυτή. Όταν ωστόσο τους μνηστήρες, στο παλάτι, με τον χαλκό που κόβει τους σκοτώσεις, είτε με δόλο ή και φανερά, τότε πιάσε στο χέρι σου κουπί καλά αρμοσμένο και κίνησε, ώσπου να φτάσεις σ' ανθρώπους που δεν είδαν θάλασσα, που αλατισμένο δεν τρων το φαγητό τους· δεν ξέρουν καν τα πλοία, βαμμένα κόκκινα στα μάγουλά τους, ή τα καλά κουπιά, που γίνονται φτερά των καραβιών. Και θα σου πω κι άλλο σημάδι πεντακάθαρο – μην το ξεχάσεις· όταν στον δρόμο σου βρεθεί οδοιπόρος να πει πως λιχνιστήρι φέρνεις στον όμορφο ώμο σου, τότε κι εσύ μπήξε στο χώμα το καλάρμοστο κουπί, και πρόσφερε θυσίες καλές στον μέγα Ποσειδώνα [...].
Ο Τειρεσίας δίνει στον Οδυσσέα μια ιδιόμορφη αποστολή: να ταξιδέψει στην ξηρά κρατώντας ένα κουπί, μέχρι να συναντήσει ανθρώπους που το περάσουν για λιχνιστήρι — γεωργικό εργαλείο για το ξεχώρισμα των σπόρων. Το άγνωστο για κείνους κουπί δείχνει ότι έφτασε σε τόπο εντελώς άσχετο με τη θάλασσα, ώστε εκεί να τιμήσει τον Ποσειδώνα και να συμφιλιωθεί οριστικά μαζί του.
Ύστερα γύρνα στην πατρίδα σου, εκεί θυσίασε μιαν εκατόμβη στους αθάνατους θεούς που τον πλατύ ουρανό κατέχουν [...]. Ο θάνατος σου λέω θα σε βρει απόμακρα απ' τη θάλασσα, ήσυχος και γλυκός [...] σε βαθιά, μεστά γεράματα· και γύρω σου λαοί, όλοι θα ζουν ευτυχισμένοι. Αυτός ο λόγος μου, αλάνθαστος κι αληθινός." [...]
Αυτά μου μήνυσε η ψυχή του μάντη Τειρεσία, και πίσω κίνησε για το παλάτι του Άδη, αφού τα θέσφατα προφήτεψε. Όσο για μένα, ακίνητος στεκόμουν. Οπότε η μάνα μου πλησίασε, ήπιε το μαύρο αίμα, κι αμέσως με αναγνώρισε, ολοφυρόμενη πήρε να μου μιλά και πέταξαν τα λόγια της σαν τα πουλιά:
"Γιε μου, πώς ήλθες ζωντανός σ' αυτό το ζοφερό σκοτάδι; Δύσκολο όσοι ζουν να δουν τον κόσμο μας, και πώς! Μεγάλοι μας χωρίζουν ποταμοί, φριχτά νερά, ο ίδιος ο Ωκεανός, που ένας πεζός δεν το μπορεί να τον περάσει, εκτός κι αν έχει πλοίο ακαταμάχητο. Ή μήπως έρχεσαι στον κάτω κόσμο από την Τροία, χρόνια ολόκληρα παραδαρμένος, με το καράβι σου και τους συντρόφους; ίσως δεν πήγες στην Ιθάκη καν· δεν είδες τη γυναίκα σου στο αρχοντικό σου;"
Ρωτούσε εκείνη, κι εγώ της αποκρίθηκα: "Μάνα, το χρέος μ' έφερε κάτω στον Άδη, χρησμό γυρεύοντας απ' του θηβαίου Τειρεσία την ψυχή. Όχι, ακόμη δεν ακούμπησα των Αχαιών τη χώρα, μήτε και πάτησα το χώμα της πατρίδας· χρόνια πολλά παραδαρμένος, στη συμφορά μου βυθισμένος ζω [...]. Άλλο γυρεύω τώρα να μου πεις, μην κρύψεις την αλήθεια· ποια μοίρα τάχα να σε δάμασε αμείλικτου θανάτου;
αρρώστια που δεν έχει τελειωμό; η Άρτεμη, που ξέρει πυκνά τα βέλη της να ρίχνει, σε βρήκε και σε σκότωσε;
Πες μου ακόμη και για τον πατέρα μου, τον γιο μου που εγκατέλειψα· τη βασιλεία μου κρατούν ακόμη εκείνοι; ή μήπως κιόλας έπεσε σε ξένα χέρια, που λεν πως πια δεν θα γυρίσω πίσω.
Πες και για τη γυναίκα που παντρεύτηκα, μίλησε για το φρόνημα και τη βουλή της· στέκει στο πλάι του γιου της, φύλακας σταθερός των αγαθών μου; ή μήπως την πήρε κιόλας άλλος στο κρεβάτι του, από τους Αχαιούς ο πιο καλός κι ωραίος;"
Αυτά τη ρώτησα, κι ευθύς μου απάντησε η σεβαστή μου μάνα: "Ησύχασε, εκείνη μένει εκεί, και κάνει υπομονή, στο σπίτι σου κλεισμένη· στη θλίψη σβήνουν, χάνονται οι μέρες όλες κι όλες της οι νύχτες, πνίγεται στο κλάμα. Για τη βασιλική τιμή σου· όχι, κανείς ακόμη δεν την άρπαξε· ήσυχος ο Τηλέμαχος ορίζει τα μετόχια και στα τραπέζια παίρνει άρτιο το μερτικό του, όπως ταιριάζει σ' όποιον το δίκιο κρίνει και μοιράζει [...]. Όσο για τον πατέρα σου, αυτός αδιάκοπα μένει έξω στα χωράφια· [...] Κείτεται εκεί περίλυπος, το πένθος μέσα του μέρα τη μέρα μεγαλώνει, ποθώντας τον δικό σου νόστο, και τον βαραίνουν τα γεράματα.
Οι πληροφορίες που δίνει εδώ η Αντίκλεια στον Οδυσσέα, σε συνδυασμό με την προφητεία του Τειρεσία, τον προετοιμάζουν για την κατάσταση που θα βρει όταν φτάσει στο σπίτι του.
Έτσι κι εμένα χάθηκε η ζωή μου, έτσι με βρήκε ο θάνατος. Όχι, μες στο παλάτι δεν με πέτυχε η θεά που, σημαδεύοντας καλά, βρίσκει παντού τον στόχο της· δεν πήγα απ' τα πυκνά δικά της βέλη, μήτε κι έπεσε πάνω μου αρρώστια μισητή, αυτή που μαραζώνει το κορμί του ανθρώπου και βγάζει την ψυχή του. Μόνο ο πόθος μου για σένα, το ξύπνιο σου μυαλό, λαμπρέ Οδυσσέα, για την ευγενική σου καλοσύνη – αυτά μου στέρησαν τη γλύκα της ζωής."
Η Αντίκλεια ξεκαθαρίζει πως δεν πέθανε ούτε από τα βέλη της Άρτεμης ούτε από αρρώστια, όπως συνήθιζαν να πεθαίνουν οι γυναίκες στην ομηρική αντίληψη — πέθανε από τον καημό της για τον απόντα γιο της. Είναι σημαντικό να μην μπερδέψουμε την αιτία: η ίδια η μητρική αγάπη στάθηκε αρκετά ισχυρή ώστε να της στερήσει τη ζωή.
Τόσα μου είπε, όμως κι εγώ, μέσα μου ταραγμένος, θέλησα τον ίσκιο της ν' αγκαλιάσω, της πεθαμένης μάνας μου· όρμησα τρεις φορές, ποθώντας να τη σφίξω επάνω μου, και τρεις φορές μέσα απ' τα χέρια, σαν τη σκιά, σαν όνειρο, μου πέταξε. Κάθε φορά και πιο πολύ έσφαζε ο πόνος την καρδιά μου, ώσπου της μίλησα φωνάζοντας, με λόγια που πετούσαν σαν πουλιά: "Μάνα μου, πώς δεν στέκεις να σε πιάσω, που σε λαχταρώ; Έλα, κι εδώ στον Άδη, δένοντας χέρια να σφιχταγκαλιαστούμε οι δυο μας, παρηγοριά να βρούμε στον φριχτό μας θρήνο. [...]"
Έτσι της μίλησα, κι η σεβαστή μου μάνα τότε μου αποκρίθηκε: "Αλίμονο, παιδί μου δύσμοιρο όσο κανείς άλλος στον κόσμο [...].
Αυτή είναι η μοίρα των βροτών, όταν κάποιος πεθαίνει: δεν συγκρατούνε πια τα νεύρα του τις σάρκες και τα κόκαλά του· όλα τους τα δαμάζει το μένος της πυράς που λαμπαδιάζει, αφού η ζωή του φύγει κι αφήσει τα λευκά του οστά – μόνο η ψυχή πάει, πέταξε, σαν όνειρο, και φτερουγίζει. Ωστόσο είναι πια καιρός το φως να επιθυμήσεις, και μην αργείς· μάθε κι αυτά, όλα που βλέπεις γύρω σου, για να μπορείς να τα ιστορήσεις κάποτε στη γυναίκα σου."