🎭 Ο Κύκλωπας στο Σατυρικό Δράμα του Ευριπίδη
Ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης δραματοποιεί το επεισόδιο της «Κυκλώπειας» στο σατυρικό δράμα του Κύκλωψ με τρόπο κωμικό. Στο απόσπασμα που ακολουθεί παίρνουν μέρος ο Κύκλωπας, ο Οδυσσέας και ο χορός των Σατύρων, που παρουσιάζονται σαν αιχμάλωτοι κι αυτοί του Κύκλωπα.
Το σατυρικό δράμα δεν πρέπει να συγχέεται με τη σάτιρα. Ήταν ένα ξεχωριστό είδος αρχαίου δράματος, με χορό Σατύρων, που ανέβαινε μετά από τρεις τραγωδίες για να χαλαρώσει το κοινό με κωμικό ύφος — ακόμα κι όταν, όπως εδώ, διασκευάζει μια σοβαρή ομηρική ιστορία.
[Ακούγονται φωνές και ουρλιαχτά του Κύκλωπα.]
(Κύ)κλωπας: Όι, όι ξεφτίλα! Με κατάκαψαν!
Μα δεν θα βγείτε ζωντανοί, ρε τιποτένιοι.
Στην πόρτα θα σταθώ και θα τη φράξω.
[Παρουσιάζεται στην είσοδο της σπηλιάς — αίματα τρέχουν από το μάτι του.]
(Χο)ρός: Τι φωνάζεις, Κύκλωπα!
Κύ. Με χάλασαν! Με χάλασαν!
Χο. Άσχημο σ' έκαναν! Α!
Κύ. Άσχημο και ξοφλημένο.
Χο. Στα κάρβουνα θα παράπεσες...
Κύ. Με κατάστρεψε ο Κανένας...
Χο. Άρα δεν φταίει κανένας!
Κύ. Με τύφλωσε ο Κανένας!
Χο. Άρα δεν είσαι τυφλός!
Κύ. Αχ κι εσύ...
Χο. Μα τυφλώνει ο κανένας;
Κύ. Με κοροϊδεύεις. Ο Κανένας πού είναι;
Χο. Ο κανένας! Πουθενά.
Κύ. Ο ξένος, για να καταλάβεις. Με πέθανε
ο μιαρός. Μ' έπνιξε στο κρασί.
Χο. Α! τρομερός είναι ο κράσος, δύσκολα παλεύεται!
Στο πρωτότυπο κείμενο ο Κύκλωπας φωνάζει ότι τον κατέστρεψε ο «Κανένας» — το ψεύτικο όνομα που του είχε δώσει ο Οδυσσέας στο ομηρικό κείμενο. Ο χορός παίζει με τη λέξη «κανένας», που σημαίνει και «κανείς απολύτως», δημιουργώντας κωμικές παρεξηγήσεις που ο Κύκλωπας δεν καταλαβαίνει.
Κύ. Πού είναι επιτέλους! Μέσα είναι; Ξέφυγαν;
Χο. Εκεί! Εκεί! Στην πόρτα δίπλα! Στην κουφάλα.
Κιχ δεν βγάζουν.
Κύ. Προς ποιο μου χέρι;
Χο. Στο δεξί.
[Ο Κύκλωπας τρεκλίζει προς τα εκεί· ο Οδυσσέας πάει προς την άλλη μεριά.]
Κύ. Μα πού;
Χο. Σ' αυτόν το βράχο. Από δω. Τους έπιασες;
[Προχωρώντας ο Κύκλωπας κουτουλάει στον βράχο.]
Κύ. Κακό στο κακό! Έσπασα το κεφάλι μου.
Χο. Ε, γρήγορα, σου ξεφεύγουν. Αργός είσαι.
Κύ. Δεν είπες από δω;
Χο. Όχι από κει. Από δω.
Κύ. Πού;
Χο. Εκεί, εκεί! Στ' αριστερά σου.
Κύ. Πλάκα μού κάνεις, παίζεις με τη συμφορά μου.
Χο. Ούτε εκεί πια. Μπροστά σου τώρα!
Πιάσ' τον!
Κύ. Πού είσαι, βρε κακούργε, επιτέλους;
Ενώ φαίνεται σαν να του δίνει οδηγίες, ο χορός των Σατύρων στην πραγματικότητα διασκεδάζει με την αδυναμία του τυφλωμένου Κύκλωπα, στέλνοντάς τον σκόπιμα σε λάθος κατευθύνσεις. Είναι μέρος της κωμικής ανατροπής: οι υποτιθέμενοι σύμμαχοι του Κύκλωπα κρατούν το μέρος του Οδυσσέα.
[Ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του τώρα είναι δεξιά, στην άκρη της σκηνής.]
Οδ(υσσέας): Ε Κύκλωπα!
Τον φυλάω τον Οδυσσέα μου μακριά σου!
Κύ. Τι; Άλλο όνομα; Το άλλαξες;
Οδ. Οδυσσέας!
Το όνομα που μου 'δωσε ο νονός μου.
Έπρεπε να το πληρώσεις το άνομο φαΐ σου.
Κι αν δεν σε τύφλωνα, που μου 'φαγες δυο φίλους,
εμ τότε τι την έκαιγα την Τροία εγώ;
Κύ. Οι μου, όι μου!
παλιός χρησμός του Τήλεμου αλήθεψε —
αν είσαι ο Οδυσσέας!
Το είπε πως θα φτάσεις από την Τροία φεύγοντας
κι ότι θα με τυφλώσεις.
Όμως κι εσύ κακήν κακώς θα το πληρώσεις.
Έτσι είπε.
Χρόνια και χρόνια μες στη θάλασσα θα δέρνεσαι.
Οδ. Α τώρα· κλαίγε.
Εγώ αυτό που είπες έκανα.
Τώρα κατεβαίνω και πάω στην ακτή·
το καραβάκι μου θα ρίξω στο νερό της θάλασσας·
ντουγρού για την πατρίδα φεύγω.
Κύ. Δεν θα μπορέσεις.
Τούτο το βράχο θα τον ξεκόψω
και πάνω σας θα τον ρίξω·
θα σας κομματιάσω
και τους συντρόφους σου και σένα.
Ας είμαι τυφλός.
Από την πίσω πόρτα της σπηλιάς θ' ανεβώ.
[Μπαίνει στη σπηλιά, ενώ ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του αποχωρούν.]
Χο. Κι εμείς θα τη σκαπουλάρουμε με τον Οδυσσέα.
Από δω και πέρα τώρα θα λατρεύουμε τον Βάκχο.
[Αποχωρεί και ο χορός των Σατύρων χορεύοντας.]
(Ευριπίδης, Κύκλωψ, μτφρ. Κ. Τοπούζης, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1993)
Παρατήρησε πόσο διαφορετικά ακούγεται εδώ ο χρησμός για την τύφλωση, σε σχέση με το επικό ύφος της Οδύσσειας: ο Κύκλωπας τον θυμάται σπασμένα, με λαϊκή γλώσσα («όι μου, όι μου») αντί για τη σοβαρότητα του έπους. Αυτή η αλλαγή ύφους — από το υψηλό στο κωμικό — είναι η ίδια η ουσία του σατυρικού δράματος.