🐑 Η Φυγή, η Πρόκληση και η Κατάρα του Κύκλωπα
Α΄. Κείμενο
Κύρια θέματα
- Διάλογος του νικητή Οδυσσέα με τον ηττημένο Κύκλωπα
- Προσευχή/κατάρα του Πολύφημου για τον Οδυσσέα
- Άρνηση του Δία να δεχτεί τη θυσία που του πρόσφερε ο Οδυσσέας
Τότε κι εμείς, μόλις λιγάκι πιο μακριά βρεθήκαμε απ' τη σπηλιά και την αυλή, λύθηκα πρώτος από τον κριό, λύνω μετά και τους συντρόφους. Όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε, τρέχαμε πίσω απ' τα λιγνόποδα βοσκήματα, θρεμμένα ωστόσο από το πάχος, στρέφοντας συνεχώς το μάτι μας τριγύρω, ώσπου επιτέλους φτάσαμε στο πλοίο. Εκεί μας είδαν οι καλοί συντρόφοι με αγαλλίαση, εμάς που τον ξεφύγαμε τον θάνατο· στέναζαν όμως και θρηνούσαν για τους άλλους. Κι όμως εγώ, κάνοντας νεύμα στον καθένα, έδειξα πως δεν πρέπει να θρηνούν· προστάζοντας, μόλις φορτώσουν τα πολλά καλόμαλλα βοσκήματα στο πλοίο, να ξανοιχτούμε ευθύς στην αλμυρή τη θάλασσα. [...]
Πήραμε κάποια απόσταση, τόση ωστόσο που ν' ακούγεται η φωνή, κι εγώ φώναξα τότε προς τον Κύκλωπα χλευάζοντας:
“Κύκλωπα, δεν σου έμελλε να πέσεις σε δειλό αρχηγό, που πήγες κι έφαγες στη θολωτή σπηλιά σου τους συντρόφους του μ' άγρια βία· έπρεπε να πληρώσεις με το παραπάνω τα τόσα ανόσια έργα σου. Άσπλαχνε εσύ, που δεν φοβήθηκες, μέσα στο σπίτι σου, τους ξένους να καταβροχθίσεις· γι' αυτό και σε τιμώρησαν ο Δίας κι οι θεοί.”
Ο Οδυσσέας θα μπορούσε να φύγει σιωπηλός και ασφαλής. Το ότι επιστρέφει να χλευάσει τον Κύκλωπα δεν εξυπηρετεί καμία πρακτική ανάγκη· είναι πράξη καύχησης, χαρακτηριστική του επικού ήρωα που θέλει τη δόξα του γνωστή. Αυτή ακριβώς η επιλογή θα του στοιχίσει ακριβά.
Έτσι του μίλησα, κι αυτός χολώθηκε μέσα του πιο πολύ. Κόβει λοιπόν μια κορυφή ψηλού βουνού και πάνω μας τη ρίχνει· [...] Φουρτούνιασε στο πέσιμο του βράχου η θάλασσα, το κύμα αγρίεψε και πίσω γύρισε απ' τ' ανοιχτά, το πλοίο παρασύροντας προς τη στεριά – πήγαμε να καθίσουμε στην άμμο. Όμως εγώ, στα χέρια πιάνοντας μακρύ κοντάρι, έσπρωξα πάλι το καράβι προς τα μέσα· συγχρόνως φώναξα στους συντρόφους, τους παραγγέλλω στα κουπιά να πέσουν, για να γλιτώσουμε απ' το κακό [...].
Όταν πια σχίζοντας το κύμα βρεθήκαμε σ' απόσταση από την ακτή, πες δυο φορές μακρύτερα απ' ό,τι πριν, θέλησα πάλι να στραφώ στον Κύκλωπα, μόλο που γύρω μου οι σύντροφοί μου γύρευαν πώς θα με συγκρατήσουν με λόγια μαλακά, καθένας από μέρους του:
“Σκληρέ κι αλύγιστε, τι σ' έπιασε και προκαλείς ένα θεριό, που τώρα μόλις, ρίχνοντας βράχο στ' ανοιχτά, έφερε πίσω το καράβι στη στεριά, κι είπαμε έφτασε το τέλος! [...]”
Έτσι μου μίλησαν· όμως δεν μπόρεσαν ν' αλλάξουν το περήφανό μου θάρρος. Γυρνώντας τότε προς το μέρος του, φώναξα εγώ πνιγμένος στον θυμό:
“Κύκλωπα, αν κάποιος κάποτε απ' τους θνητούς ανθρώπους ρωτήσει ποιος σου χάλασε το μάτι, ποιος σε τύφλωσε, να πεις: «Ο Οδυσσεύς μού το 'βγαλε, ο πορθητής, γιος του Λαέρτη, που έχει το σπιτικό του στην Ιθάκη.»”
Ως τώρα ο Κύκλωπας ήξερε τον εχθρό του μόνο ως «Κανένας» — το ψεύτικο όνομα που του είχε πει ο Οδυσσέας για να τον ξεγελάσει. Αποκαλύπτοντας το αληθινό του όνομα, ο Οδυσσέας δίνει στον Πολύφημο ακριβώς ό,τι χρειάζεται για να ζητήσει εκδίκηση με το όνομά του, από τον πατέρα του τον Ποσειδώνα.
Ακούγοντας τον λόγο μου, βαριά αναστέναξε μιλώντας:
“Αλίμονό μου, να λοιπόν που τα παλιά μαντεύματα αληθεύουν· ήτανε κάποτε στα μέρη μας ένας σπουδαίος και μεγάλος μάντης [...]. Αυτός τα πάντα μού προφήτευε όσα στο μέλλον θα συμβούν, πως θα χαθεί το φως μου από το χέρι κάποιου Οδυσσέα. Χρόνια περίμενα έναν άντρα μέγα κι όμορφο να φτάσει εδώ, που να 'χει πάνω του αντρεία μεγάλη· μα τώρα κάποιος αχαμνός, ασήμαντος και λίγος, μου χάλασε το μάτι, αφού πρώτα με νάρκωσε με το κρασί του. Αλλά, Οδυσσέα, έλα, κόπιασε εδώ, να πάρεις το δώρο σου φιλόξενο· από τον ξακουσμένο Κοσμοσείστη θα γυρέψω την επιστροφή σου. Είμαι δικός του γιος, κι αυτός το δέχεται πως είναι ο πατέρας μου. Ο ίδιος μόνο, αν το θελήσει, μπορεί να με γιατρέψει· άλλος κανείς απ' τους μακάριους θεούς μήτε κι απ' τους θνητούς ανθρώπους.”
Τελειώνοντας αυτός τον λόγο του, εγώ αμέσως του αποκρίθηκα:
“Άμποτε να μπορούσα να κόψω για καλά και τη ζωή και την πνοή σου, κι έτσι τυφλό στον κάτω κόσμο να σε στείλω· γιατί το μάτι σου κανείς δεν θα γιατρέψει, καν ο Κοσμοσείστης.”
Έτσι του μίλησα, κι αυτός [...] ευχήθηκε στον μέγα Ποσειδώνα:
“Επάκουσέ με, Ποσειδών με την κατάμαυρή σου κόμη, εσύ κρατάς τη γη στα χέρια σου· δώσε ποτέ να μη γυρίσει στην πατρίδα του ο πορθητής της Τροίας Οδυσσεύς, γιος του Λαέρτη, που έχει το σπιτικό του στην Ιθάκη. Αν όμως είναι το γραφτό του να δει δικούς, να φτάσει στο καλοχτισμένο σπιτικό του και να πατήσει της πατρίδας του το χώμα, τότε να επιστρέψει αργά, χάνοντας πρώτα όλους τους συντρόφους, πάνω σε ξενικό καράβι, και μες στο σπίτι του να βρει καινούρια πάθη.”
Έτσι μιλώντας προσευχήθηκε, και τον συνάκουσε ο θεός με την κατάμαυρή του χαίτη. [...]
Ο Πολύφημος δεν ζητά ένα μόνο πράγμα, αλλά δύο διαδοχικές δυνατότητες: πρώτα να μη γυρίσει ποτέ ο Οδυσσέας στην Ιθάκη· κι αν αυτό δεν γίνει, να γυρίσει έστω αργά, μόνος, πάνω σε ξένο καράβι και με νέες συμφορές να τον περιμένουν στο σπίτι του. Αυτή η δεύτερη εκδοχή είναι που τελικά θα πραγματοποιηθεί.
[Έφτασαν, τέλος, εκεί όπου οι σύντροφοι των έντεκα άλλων καραβιών περίμεναν με αγωνία τον ερχομό τους.]
Μόλις αράξαμε, τραβάμε το καράβι μας στην άμμο και βγήκαμε στο ακροθαλάσσι πρώτοι. Ύστερα βγάλαμε απ' το βαθύ καράβι γίδια και πρόβατα του Κύκλωπα, και τα μοιράσαμε σωστά, κανείς μη φύγει αδικημένος από τη μοιρασιά. Για μένα μόνο ξεχωρίζουν οι καλοί μου εταίροι ένα κριάρι χάρισμα από τα πρόβατα που μοίρασαν. Αυτό στην αμμουδιά το σφάζω, θυσία στον Κρονίδη Δία, που τον σκεπάζουν μαύρα νέφη, κι έκαψα τα μεριά· όμως δεν δέχτηκε ο θεός την ιερή μου προσφορά, μόνο μουρμούριζε και συλλογιόταν πώς να χαθούν όλα τα καλοκούβερτα καράβια, να αφανιστούν οι τιμημένοι σύντροφοί μου.
Η θυσία του Οδυσσέα είναι μια πράξη ευλάβειας που, κανονικά, θα έπρεπε να συμφιλιώσει τον ήρωα με τους θεούς. Ο Δίας όμως την αγνοεί, γιατί έχει ήδη επιλέξει: θα εκπληρώσει τη δεύτερη κατάρα του Πολύφημου. Έτσι ικανοποιεί εν μέρει τον Ποσειδώνα, χωρίς να παραβεί όσα έχει ήδη ορίσει η μοίρα του Οδυσσέα.
Τότε λοιπόν όλη τη μέρα, ώσπου να βασιλέψει ο ήλιος, μείναμε εκεί, να τρώμε κρέας άφθονο, να πίνουμε γλυκό κρασί. [...]
Την άλλη μέρα που ξημέρωσε, ροδίζοντας τον ουρανό η Αυγή, παρακινώ και παραγγέλλω οι σύντροφοι στα πλοία ν' ανέβουν και να λύσουν τις πρυμάτσες. Εκείνοι υπάκουσαν κι ανέβηκαν, κάθισαν στα ζυγά και, καθισμένοι στη σειρά, με τα κουπιά χτυπούσαν την αφρισμένη θάλασσα. Πήραμε τότε ν' ανοιχτούμε, με την ψυχή περίλυπη, χαρούμενοι που δεν μας βρήκε ο χάρος, χάνοντας όμως τους καλούς συντρόφους.