1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Ο Οδυσσέας στη σπηλιά του Κύκλωπα 🐑

Η ραψωδία ι ανήκει στους Ἀπόλογους του Οδυσσέα, δηλαδή στις διηγήσεις που κάνει ο ίδιος για τις περιπέτειές του. Σε αυτήν αφηγείται τρεις πρώτες περιπέτειες: τους Κίκονες, τους Λωτοφάγους και τους Κύκλωπες.

Οι Κίκονες και οι Λωτοφάγοι

Από την Τροία ο άνεμος έφερε τα δώδεκα καράβια του Οδυσσέα στη Θράκη. Οι Αχαιοί λεηλάτησαν την πόλη Ίσμαρο των Κικόνων. Ο Οδυσσέας διέταξε άμεση αναχώρηση, όμως οι σύντροφοι δεν υπάκουσαν και έμειναν στο φαγοπότι. Δέχτηκαν αντεπίθεση και, υποχωρώντας, έχασαν έξι άνδρες από κάθε καράβι.

Στη συνέχεια, στον Μαλέα τα κύματα παρέσυραν τα καράβια μακριά, και ύστερα από εννέα μέρες έφτασαν στη χώρα των Λωτοφάγων. Τρεις σύντροφοι που στάλθηκαν για αναγνώριση έφαγαν τον γλυκό λωτό και ξέχασαν την πατρίδα τους· ο Οδυσσέας τους πήρε πίσω με τη βία.

Η άφιξη στη χώρα των Κυκλώπων

Τα πλοία έφτασαν στη χώρα των πελώριων Κυκλώπων, ενός λαού που ζει απομονωμένος και χωρίς νόμους, χωρίς γεωργία και χωρίς καράβια· ζει μόνο από την κτηνοτροφία και τους αυτοφυείς καρπούς. Ο Οδυσσέας διάλεξε δώδεκα συντρόφους, πήρε μαζί του το ασκί με το δυνατό κρασί του Μάρωνα και πήγε στη σπηλιά του θεόρατου Κύκλωπα Πολύφημου. Ο ίδιος ο Κύκλωπας απουσίαζε· οι σύντροφοι παρακαλούσαν να πάρουν προμήθειες και να φύγουν, αλλά ο Οδυσσέας αρνήθηκε, γιατί ήθελε να τον γνωρίσει.

Το κρασί που έσωσε τον Οδυσσέα

Το κρασί του Μάρωνα δεν ήταν τυχαίο εφόδιο· ο Οδυσσέας το είχε πάρει ως δώρο επειδή σεβάστηκε τον ιερέα Μάρωνα στην Ίσμαρο. Αυτή η προνοητικότητα αποδείχτηκε αργότερα καθοριστική για τη σωτηρία του.

Όταν ο Πολύφημος επέστρεψε με το κοπάδι του, έκλεισε την είσοδο με τεράστια πέτρα και ρώτησε τους ξένους ποιοι είναι. Ο Οδυσσέας ζήτησε φιλοξενία στο όνομα του Ξένιου Δία, όμως ο Κύκλωπας μίλησε περιφρονητικά για τους θεούς, άρπαξε δύο συντρόφους και τους έφαγε. Το επόμενο πρωί έφαγε άλλους δύο και βγήκε με το κοπάδι, κλείνοντας πάλι την έξοδο.

Η τύφλωση και η διαφυγή

Το βράδυ, αφού ο Κύκλωπας έφαγε ξανά δύο συντρόφους, ο Οδυσσέας τον μέθυσε με το κρασί, του είπε ότι ονομάζεται Οὖτις («Κανένας») και, μόλις εκείνος κοιμήθηκε, τον τύφλωσαν με πυρωμένο πάσσαλο. Ο Πολύφημος ούρλιαζε ζητώντας βοήθεια και φώναζε ότι τον σκοτώνει ο Ούτις· οι γειτονικοί Κύκλωπες νόμισαν πως τρελάθηκε, αφού «κανένας» δεν τον έβλαπτε.

Ένα όνομα, δύο νοήματα

Το τέχνασμα του Οδυσσέα στηρίζεται σε λογοπαίγνιο: το «Ούτις» ακούγεται σαν κανονικό όνομα, αλλά σημαίνει «κανένας». Όταν ο Πολύφημος φώναξε «με σκοτώνει ο Ούτις», οι άλλοι Κύκλωπες κατάλαβαν «κανένας δεν με σκοτώνει» και δεν έσπευσαν να βοηθήσουν.

Οι σύντροφοι βγήκαν από τη σπηλιά δεμένοι κάτω από τις κοιλιές των κριαριών, ώστε ο τυφλωμένος Κύκλωπας, που ψηλαφούσε μόνο τις ράχες των ζώων, να μην τους αντιληφθεί. Παίρνοντας μαζί τους πολλά γιδοπρόβατα, ανοίχτηκαν στη θάλασσα. Εκεί ο Οδυσσέας φώναξε λόγια εκδικητικά στον Κύκλωπα και αποκάλυψε την αληθινή του ταυτότητα, μιλώντας προσβλητικά και για τον πατέρα του, τον Ποσειδώνα.

Ο Πολύφημος απηύθυνε κατάρα στον Ποσειδώνα, ζητώντας εκδίκηση. Όταν αργότερα ο Οδυσσέας πάτησε στεριά και πρόσφερε θυσία στον Δία για να τον ευχαριστήσει, ο θεός δεν τη δέχτηκε· σκεφτόταν ήδη πώς θα εκπληρωθεί η κατάρα του Πολύφημου.

Το κείμενο: μέσα στη σπηλιά (ι 240-512)

Όταν οι Αχαιοί έφτασαν στη σπηλιά, ο Κύκλωπας έλειπε στη βοσκή. Είδαν έκθαμβοι πανέρια γεμάτα τυριά και μάντρες με αρνιά και ερίφια χωρισμένα με τάξη. Οι σύντροφοι παρακάλεσαν τον Οδυσσέα να πάρουν τυριά και να φύγουν αμέσως, αλλά εκείνος αρνήθηκε, θέλοντας να δει τον οικοδεσπότη και ίσως να λάβει δώρο φιλοξενίας.

Όταν ο Πολύφημος έφτασε κουβαλώντας ασήκωτο φορτίο ξύλων, ξεσήκωσε δυνατό κρότο ξεφορτώνοντάς το. Τρομαγμένοι, οι σύντροφοι κρύφτηκαν στο βάθος της σπηλιάς. Ο Κύκλωπας έμπασε τα ζώα, έφραξε την είσοδο μ' έναν τεράστιο βράχο και άρμεξε τα ζώα του με τάξη πριν ρωτήσει τους ξένους ποιοι είναι.

Ο διάλογος και η πρώτη βαρβαρότητα

Ο Οδυσσέας απάντησε ότι είναι Αχαιοί που επιστρέφουν από την Τροία και ικέτευσε στο όνομα του Δία που προστατεύει ξένους και ικέτες. Ο Κύκλωπας απάντησε με άσπλαχνο φυσικό, δηλώνοντας ότι οι Κύκλωπες δεν φοβούνται ούτε τον Δία με την αιγίδα μήτε τους άλλους θεούς, γιατί οι ίδιοι είναι πιο δυνατοί.

Ρώτησε ύστερα δολερά πού βρίσκεται το καράβι τους. Ο Οδυσσέας κατάλαβε την παγίδα και απάντησε ψέματα, λέγοντας ότι το πλοίο του συντρίφτηκε πάνω σε βράχια από τον Ποσειδώνα και οι υπόλοιποι χάθηκαν. Ο Κύκλωπας τότε, χωρίς καμία απάντηση, άρπαξε δύο συντρόφους, τους σκότωσε σαν κουτάβια στο έδαφος και τους έφαγε.

Το σχέδιο διαφυγής

Ο Οδυσσέας σκέφτηκε αρχικά να σκοτώσει τον κοιμισμένο Κύκλωπα με το σπαθί του, αλλά συγκρατήθηκε: αν το έκανε, θα έμεναν παγιδευμένοι στη σπηλιά, αφού κανείς δεν μπορούσε να μετακινήσει μόνος τον βαρύ βράχο της εισόδου. Αυτή η αυτοσυγκράτηση δείχνει τη μῆτιν του Οδυσσέα, τη στρατηγική του ευφυΐα, που τον κάνει να ζυγίζει τις συνέπειες πριν δράσει.

Την επόμενη μέρα, αφού ο Κύκλωπας έφαγε άλλους δύο συντρόφους για πρόγευμα και βγήκε με το κοπάδι, ο Οδυσσέας βυσσοδομούσε το σχέδιο εκδίκησής του. Ετοίμασε έναν μυτερό πάσσαλο. Το βράδυ πρόσφερε στον Κύκλωπα δυνατό κρασί τρεις φορές· εκείνος, μεθυσμένος πια, ζήτησε να μάθει το όνομα του ξένου, υποσχόμενος «δώρο φιλόξενο». Ο Οδυσσέας αποκάλυψε το ψεύτικο όνομα Οὖτις. Ο Πολύφημος, σαρκαστικά, απάντησε πως το δώρο του θα είναι να τον φάει τελευταίο.

Μόλις ο Κύκλωπας αποκοιμήθηκε από τη μέθη, ο Οδυσσέας πύρωσε τον πάσσαλο στη φωτιά και, με τη βοήθεια των συντρόφων, τον κάρφωσε στο μοναδικό μάτι του γίγαντα.

Η έξοδος από τη σπηλιά

Το επόμενο πρωί ο τυφλωμένος Πολύφημος έβγαλε τα ζώα για βοσκή, ψηλαφώντας κάθε κριάρι στη ράχη για να βεβαιωθεί ότι κανείς δεν κρύβεται πάνω του. Δεν σκέφτηκε όμως να ελέγξει κάτω από τις κοιλιές. Ο Οδυσσέας είχε δέσει τον εαυτό του και τους συντρόφους του ακριβώς εκεί, στο πιο μαλλιαρό κριάρι της αγέλης. Ο Πολύφημος, μη υποψιαζόμενος τίποτα, μίλησε στοργικά στο αγαπημένο του κριάρι, αναρωτούμενος γιατί βγαίνει τελευταίο —νομίζοντας πως θλίβεται για το χαμένο μάτι του αφεντικού του.

Τρυφερότητα μέσα στην αγριότητα

Ο μονόλογος του Πολύφημου στο κριάρι είναι από τις πιο ανθρώπινες στιγμές του έπους: ένα τέρας που έφαγε έξι ανθρώπους μιλά με στοργή σε ένα ζώο, χωρίς να ξέρει ότι ακριβώς αυτό το ζώο κρύβει τον εχθρό του. Η αντίθεση αυτή κάνει τον χαρακτήρα του πιο σύνθετο.

Έτσι οι Αχαιοί βγήκαν από τη σπηλιά χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, πήραν μαζί τους τα ζώα και ανοίχτηκαν στη θάλασσα, ολοκληρώνοντας τη διαφυγή τους από τον τόπο των Κυκλώπων.