🐎 Ο Αποχαιρετισμός, το Τραγούδι για τον Δούρειο Ίππο και η Αυτοπαρουσίαση του Οδυσσέα 📜
Κύρια θέματα
- Αποχαιρετιστήρια συνάντηση Οδυσσέα-Ναυσικάς
- Το τραγούδι για τον Δούρειο Ίππο
- Θρήνος του Οδυσσέα και αυτοπαρουσίαση
Ο αποχαιρετισμός της Ναυσικάς
Αφού τον έλουσαν οι δούλες και τον άλειψαν με λάδι, του φόρεσαν ωραία χλαμύδα και χιτώνα. Έτσι λαμπρός βγήκε από το λουτρό και προχωρούσε προς τους άλλους που έπιναν κρασί.
Τότε κι η Ναυσικά, με τα θεόσταλτά της κάλλη, στάθηκε πλάι στον παραστάτη της καλοδεμένης στέγης κι έμεινε εκεί να τον θαυμάζει, το βλέμμα προσηλώνοντας στον Οδυσσέα. Ύστερα μίλησε, κι όπως τον προσφωνούσε, τα λόγια της πετούσαν σαν πουλιά:
«Χαίρε, ω ξένε. Όταν μια μέρα φτάσεις στην πατρίδα σου, να με θυμάσαι· γιατί σ' εμένα πρώτη οφείλεις τη ζωή σου.»
Αυτά τα λόγια είναι η τελευταία φορά που μιλάει η Ναυσικά στην Οδύσσεια. Δεν ζητάει τίποτα παραπάνω από τον Οδυσσέα — μόνο να τη θυμάται. Ο απλός αυτός χαιρετισμός αποκαλύπτει, χωρίς να το λέει ανοιχτά, πόσο την άγγιξε ο ξένος που έσωσε.
Ευθύς της αποκρίθηκε με την πολύτροπή του γνώση ο Οδυσσεύς:
«Ω Ναυσικά, κόρη του μεγαλόκαρδου Αλκινόου! Άμποτε ο Δίας να ενδώσει, κεραυνοβόλος σύζυγος της Ήρας, κι εγώ να φτάσω στην πατρίδα, να δω του νόστου μου τη μέρα· τότε, το υπόσχομαι, σ' εσένα, σαν θεά, εκεί τις προσευχές μου θα αναπέμπω, μέχρι το τέλος της ζωής μου, γιατί σ' εσένα, κόρη μου, χρωστώ που ακόμη ζω.»
Μιλώντας, κάθισε σε θρόνο, στο πλάι του βασιλιά Αλκινόου, κι ήταν η ώρα που το κρέας μοίραζαν και συγκερνούσαν το κρασί.
Ο Οδυσσέας τιμά τον Δημόδοκο
Τότε φτάνει κι ο κήρυκας φέρνοντας μέσα τον Δημόδοκο, τον αοιδό που ο κόσμος αγαπούσε και τιμούσε.
Κι αμέσως τον κήρυκα προσφώνησε πολύγνωμος ο Οδυσσεύς, κόβοντας απ' την πλάτη ένα κομμάτι από ένα χοίρο μ' άσπρα δόντια:
«Ορίστε, κήρυκα, πρόσφερε τούτο το κρέας στον Δημόδοκο, να το γευτεί· θέλω να δείξω την εκτίμησή μου, κι ας με βαραίνει η τόση θλίψη. Γιατί πάνω στη γη όλοι οι θνητοί οφείλουν σέβας και τιμή στους αοιδούς [...].»
Ο Οδυσσέας δεν είναι ακόμη γνωστός στους Φαίακες — παρουσιάζεται απλώς ως ξένος. Κι όμως γνωρίζει καλά την αξία των αοιδών, γιατί στην ομηρική κοινωνία θεωρούνταν ιεροί: η τέχνη τους ήταν δώρο των θεών, όχι απλή διασκέδαση.
Τότε κι οι άλλοι απλώνουν στο έτοιμο φαγητό τα χέρια τους, κι όταν ο πόθος τους κορέστηκε με το φαΐ, με το πιοτό, γύρισε στον Δημόδοκο με την πολύτροπή του γνώση ο Οδυσσεύς και τον προσφώνησε:
«Δημόδοκε, εσένα ξεχωρίζω από όλους τους θνητούς στον έπαινό μου· σε δίδαξε ασφαλώς η Μούσα, η κόρη του Διός, ή κι ο Απόλλων, έτσι που τραγουδάς με τάξη εξαίρετη των Αχαιών τη μοίρα, τι έπραξαν οι Αχαιοί, τι έπαθαν, τι έχουν υποφέρει· σάμπως να βρέθηκες παρών ο ίδιος ή σου τα είπε κάποιος που τα είδε. Μα τώρα λέω άλλαξε σκοπό, ιστόρησέ μας για τον δούρειο ίππο, το πώς τον έφτιαξε με τέχνη ο Επειός, και η Αθηνά μαζί του· το πώς τον δόλο αυτόν τον έφερε επάνω στην ακρόπολη ο θείος Οδυσσεύς, κλείνοντας μέσα του πλήθος ανδρών — αυτούς που ερήμωσαν το Ίλιο. Ανίσως κατορθώσεις με τη σωστή σειρά κι αυτά ν' ανιστορήσεις, τότε κι εγώ θα ομολογήσω σ' όλους τους ανθρώπους ότι ένας θεός καλόγνωμος σου χάρισε το θείο τραγούδι.»
Το τραγούδι για τον Δούρειο Ίππο
Έτσι του μίλησε, κι αυτός θεόπνευστος φανέρωσε του τραγουδιού του την αρχή. Απ' το σημείο κινώντας, όταν οι άλλοι, ανεβαίνοντας στα πλοία με τη γερή κουβέρτα, πήραν να φεύγουν, βάζοντας στις σκηνές φωτιά. Ενώ οι υπόλοιποι, γύρω στον περιβόητο Οδυσσέα, στην αγορά των Τρώων βρέθηκαν, κρυμμένοι στην κοιλιά του αλόγου, που μόνοι τους οι Τρώες το 'φεραν στην ακρόπολή τους.
Ο δούρειος ίππος ήταν εκεί στημένος, κι εκείνοι, τριγύρω καθισμένοι, αγόρευαν πολλά κι ανόητα. Τότε μοιράστηκε στα τρία η γνώμη τους:
- ή να κεντήσουν το κούφιο ξύλο με τον άσπλαχνο χαλκό τους
- ή να τον σύρουν στην κορφή, να γκρεμιστεί πάνω στους βράχους
- ή άθικτο να τον αφήσουν, για τους θεούς εξιλαστήριο αφιέρωμα
Κι έμελλε να συντελεστεί η τρίτη γνώμη· γιατί ήταν το γραφτό της μοίρας τους να αφανιστούν, αν τον προστάτευε η πόλη αυτόν τον μέγα δούρειο ίππο, όπου ήσαν κρυμμένοι οι άριστοι των Αχαιών, στους Τρώες απειλώντας θάνατο και φόνο.
Οι τρεις προτάσεις των Τρώων μοιάζουν σαν μια σκηνή δικαστηρίου: καταστροφή, εξορία στον γκρεμό ή αφιέρωση στους θεούς. Η επιλογή της τρίτης —η πιο "ευσεβής" φαινομενικά— ήταν αυτή που τους κατέστρεψε, γιατί ο δούρειος ίππος κρατούσε μέσα του τους καλύτερους πολεμιστές των Αχαιών.
Και τραγουδούσε πώς των Αχαιών τα παλικάρια πάτησαν το κάστρο, όταν ξεχύθηκαν από τον δούρειο ίππο [...]. Και τραγουδούσε πώς σκορπίστηκαν, ένας εδώ άλλος αλλού, ρημάζοντας την πάνω πόλη· ο Οδυσσέας όμως, σαν τον Άρη, με τον ισόθεο μαζί Μενέλαο, πώς τράβηξαν ορμώντας στο παλάτι του Δηιφόβου· κι εκεί, διηγήθηκε, το πώς εκείνος τόλμησε πόλεμο ανελέητο, και τέλος νίκησε με τη βοήθεια της αντρειωμένης Αθηνάς.
Ο θρήνος του Οδυσσέα
Αυτά τραγούδαγε ο φημισμένος αοιδός· ωστόσο ο Οδυσσέας έλιωνε, το δάκρυ του έτρεχε ασταμάτητο μουσκεύοντας τα μάγουλά του.
Πώς μια γυναίκα μοιρολογεί τον άντρα της πεσμένη πάνω του, που εκεί, μπροστά στην πόλη του και στον λαό του, πέφτει για την πατρίδα πολεμώντας και τα τέκνα του, να τα γλιτώσει από τη μαύρη μέρα· κι εκείνη, όπως τον βλέπει τώρα να σπαρταρά και να τελειώνει, γύρω του σωριασμένη, σπαράζει από το κλάμα· ενώ οι εχθροί με τα κοντάρια τους πισωχτυπούν αλύπητα στην πλάτη και στους ώμους, τη σέρνουν να την πάρουν σκλάβα τους, για να βουλιάξει στης δυστυχίας τον πόνο. Πώς το πικρότατό της πάθος μαραίνει πρόσωπο και παρειές, έτσι κι ο Οδυσσέας θρηνώντας έχυνε τότε το πικρό του δάκρυ.
Ο Όμηρος παρομοιάζει τον μεγάλο πολεμιστή Οδυσσέα με μια γυναίκα αιχμάλωτη που θρηνεί τον σκοτωμένο άντρα της. Είναι ασυνήθιστο έναν ήρωα να τον συγκρίνουν με θύμα πολέμου κι όχι με άλλον πολεμιστή — έτσι όμως αναδεικνύεται πόσο βαθιά είναι ο πόνος του Οδυσσέα.
Οι άλλοι καν δεν πρόσεξαν που πνίγονταν στο δάκρυ ο ξένος, μόνο ο Αλκίνοος το αισθάνθηκε.
[Και ζήτησε από τον αοιδό να σταματήσει το τραγούδι και από τον Οδυσσέα να αποκαλυφθεί:]
«[...] Πες πρώτα το όνομά σου [...]. Κι ακόμη, φανέρωσε τη χώρα σου, λαό και πόλη, για να σε ταξιδέψουν προς τα εκεί τα πλοία, με τους δικούς τους λογισμούς. Γιατί σ' εμάς τους Φαίακες οι καπετάνιοι περισσεύουν, δεν μας χρειάζονται καν τα πηδάλια, όπως συμβαίνει με των άλλων τα καράβια. Μόνα τους τα πλεούμενά μας ξέρουν τι λογαριάζουν και τι σκέφτονται οι άνθρωποι που ταξιδεύουν· γνωρίζουν πόλεις και χωράφια καρπερά· κι έτσι, ταχύτατα περνούν το άγριο κύμα της θαλάσσης μες στην ομίχλη, σκεπασμένα με νεφέλη. Κι ούτε ποτέ κινδύνεψαν να πάθουν κάποια βλάβη ή να βουλιάξουν.
Μόνο που μια φορά άκουσα τον πατέρα μου Ναυσίθοο να λέει — αυτός μας είπε πως ο Ποσειδών μπορεί και να εξοργιστεί, που εμείς όλους τούς ταξιδεύουμε με δίχως βλάβη· πρόσθεσε μάλιστα πως κάποια μέρα το καλοτάξιδο καράβι, καθώς εκείνο θα γυρνά από ταξίδι γυρισμού, θα το συντρίψει ο θεός καταμεσής στο μαύρο πέλαγο, και πως την πόλη θα σκεπάσει μέγα βουνό. Τέτοια μιλούσε ο γέροντας· όμως αυτά είναι στο χέρι του θεού να τα εκτελέσει ή να τ' αφήσει ατέλεστα, όπως το κρίνει εκείνος και το προτιμήσει. [...]»
Ο Αλκίνοος δεν λέει ότι η καταστροφή είναι σίγουρη — τονίζει πως εξαρτάται αποκλειστικά από τον θεό. Μην μπερδέψεις την προφητεία του Ναυσίθοου με κάτι που ήδη συνέβη μέσα σε αυτή την ενότητα· είναι μια απειλή για το μέλλον.
[Ζήτησε ακόμη από τον Οδυσσέα να μιλήσει για τις χώρες και τους ανθρώπους που γνώρισε και γιατί κλαίει.]
Η αυτοπαρουσίαση του Οδυσσέα
Γυρνώντας τότε του αποκρίθηκε ο Οδυσσέας πολύγνωμος:
«Ευγενικέ μου Αλκίνοε, που ξεχωρίζεις πρώτος στον λαό σου, ωραίο πράγματι ν' ακούς έναν καλό αοιδό, όπως αυτός εδώ, με θεία θα 'λεγες φωνή. Κι ομολογώ, απόλαυση άλλη δεν υπάρχει πιο χαριτωμένη, απ' όταν σμίγει ο κόσμος όλος σ' ευφροσύνη: στην αίθουσα οι καλεσμένοι, καθισμένοι στη σειρά, ακούν τον αοιδό προσηλωμένοι, και τα τραπέζια εκεί μπροστά γεμάτα ψωμί και κρέας· ο οινοχόος να τραβά απ' τον κρατήρα το κρασί και να περνά, να το κερνά στις κούπες. Βαθιά το αισθάνομαι πως είναι αυτό ό,τι πιο ωραίο υπάρχει. Εσένα όμως η ψυχή σου ορμήθηκε να μάθεις τις βαριές μου συμφορές, για να με κάνεις πιο πολύ να οδύρομαι και να στενάζω. [...]
Ο πολύπαθος Οδυσσέας, που έζησε τον πόλεμο της Τροίας, θεωρεί ένα ειρηνικό συμπόσιο με τραγούδι «ό,τι πιο ωραίο υπάρχει» — όχι τη δόξα της μάχης. Η στιγμή αυτή δείχνει καθαρά πως το έπος επιδοκιμάζει την ειρηνική ζωή περισσότερο από τον πόλεμο.
Είμαι λοιπόν ο Οδυσσεύς, γιος του Λαέρτη, όλοι καλά με ξέρουν για τους δόλους μου, η φήμη μου έχει φτάσει ψηλά στον ουρανό. Πατρίδα μου η Ιθάκη, που τη γνωρίζεις εύκολα· στη μέση της υψώνεται βουνό, το Νήριτο περήφανο, ο άνεμος κλονίζει τα φυλλώματά του. Τριγύρω κατοικούνται κι άλλα πολλά νησιά, πολύ κοντά το ένα στο άλλο [...].
Τραχιά, κι όμως καλή [η Ιθάκη], τρέφει τα παλικάρια της λαμπρά — εγώ δεν ξέρω να 'χω δει κάτι γλυκύτερο απ' τη γη της. Αλλά με κράτησε μακριά η Καλυψώ στις θολωτές σπηλιές της, θεά δαιμονική, από τον πόθο ταίρι της να με κάνει· [...]. Κι όμως δεν μπόρεσε το φρόνημά μου να λυγίσει μες στα στήθη· τίποτε άλλο πιο γλυκό από πατρίδα και γονιούς, έστω κι αν κάποιος κατοικεί σε τόσο πλούσιο σπίτι αλλά σε τόπο ξένο, απόμακρο, απ' τους δικούς του χωρισμένος.
Ήλθε ο καιρός ωστόσο τον πολυδάκρυτό μου νόστο να ιστορήσω, όπως ο Ζεύς τον όρισε, όταν ξεκίνησα να φύγω από την Τροία.»
Πρόσεξε: η Ιθάκη είναι η πατρίδα του Οδυσσέα, ενώ η Σχερία είναι το νησί των Φαιάκων όπου βρίσκεται τη στιγμή που μιλάει. Μην τα μπερδέψεις — ο Οδυσσέας περιγράφει την Ιθάκη σε ανθρώπους που δεν την έχουν δει ποτέ.