1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Οδύσσεια: Ραψωδίες η, θ, ι 📚

Α΄.1. Περιληπτική αναδιήγηση της ραψωδίας η: Είσοδος του Οδυσσέα στα ανάκτορα του Αλκίνοου 👑

Η Ναυσικά βρισκόταν ήδη στο παλάτι όταν ο Οδυσσέας ξεκίνησε για την πόλη. Για να μην τον ενοχλήσει κανείς στον δρόμο, η Αθηνά τον κάλυψε με ομίχλη και –με τη μορφή μιας κόρης– του έδωσε πληροφορίες για τη βασιλική οικογένεια και τον οδήγησε στο παλάτι.

Ο Οδυσσέας έμεινε έκθαμβος από την παραμυθένια λάμψη και τον πλούτο του παλατιού, καθώς και από την ευφορία του κήπου του. Προχώρησε τέλος μέσα, αθέατος ακόμη, και πρόσπεσε ικέτης στη βασίλισσα παρακαλώντας για τον νόστο του. Η θεά στο μεταξύ διέλυσε την ομίχλη και οι άρχοντες των Φαιάκων που βρίσκονταν εκεί αιφνιδιάστηκαν. Ο Αλκίνοος ανασήκωσε αμέσως τον ικέτη και του πρόσφερε τη γνωστή τυπική φιλοξενία, πρότεινε δε στους άλλους να επανέλθουν την επομένη, για να του προσφέρουν επίσημες τιμές και να σκεφτούν τη γρήγορη επιστροφή του στην πατρίδα. Όταν έφυγαν οι άλλοι, η Αρήτη ζήτησε από τον ξένο να μάθει ποιος είναι, από πού έρχεται και ποιος του έδωσε τα ρούχα που φορά.

Ο κώδικας της φιλοξενίας

Στον ομηρικό κόσμο ο ικέτης και ο ξένος βρίσκονται υπό την προστασία του ίδιου του Δία. Γι' αυτό ο Αλκίνοος δεν ρωτά αμέσως ποιος είναι ο Οδυσσέας, αλλά τον φιλοξενεί πρώτα απρόσκοπτα — η φιλοξενία προηγείται της περιέργειας.

Ο Οδυσσέας δεν αποκάλυψε την ταυτότητά του· διηγήθηκε μόνο πώς έφτασε ναυαγός χωρίς τους συντρόφους του στο νησί της Καλυψώς, όπου άθελά του έμεινε εφτά χρόνια, και πώς από εκεί έφτασε πάλι ναυαγός στη χώρα τους, όπου συνάντησε τη Ναυσικά, που τον φρόντισε. Ο Αλκίνοος θεώρησε λάθος της κόρης του που δεν τον πήρε μαζί της, ο Οδυσσέας όμως υπερασπίστηκε τη Ναυσικά λέγοντας ότι εκείνος δεν δέχτηκε, από φόβο μήπως θυμώσει ο πατέρας της. Ο βασιλιάς διαπίστωσε μια συγγένεια στη φρόνηση με τον ξένο και θα τον ήθελε γαμπρό του, αν δεχόταν να μείνει εκεί, διαφορετικά αύριο κιόλας οι ναύτες των Φαιάκων θα τον πάνε στην πατρίδα του. Χαρούμενος ο Οδυσσέας κοιμήθηκε το βράδυ στο φιλόξενο παλάτι.

Α΄.2. Περιληπτική αναδιήγηση της ραψωδίας θ: Παρουσίαση του Οδυσσέα στους Φαίακες 🗣️

Πρωί πρωί την άλλη μέρα (33η ημέρα της Οδύσσειας) ο Αλκίνοος πήγε με τον Οδυσσέα στην αγορά, όπου με φροντίδα της Αθηνάς κατέφθασαν και οι άρχοντες των Φαιάκων. Ο Αλκίνοος τους παρουσίασε τον ξένο, ζήτησε να ετοιμαστεί καράβι για τον νόστο του και τους κάλεσε για επίσημο γεύμα στα ανάκτορα προς τιμήν του.

Μετά το γεύμα, ο αοιδός Δημόδοκος τραγουδούσε πώς φιλονίκησαν ο Οδυσσέας και ο Αχιλλέας στην Τροία κι ο Οδυσσέας κρυφόκλαιγε. Τον αντιλήφθηκε ο Αλκίνοος και –για να αλλάξει τη διάθεση του Οδυσσέα– πρότεινε αθλητικούς αγώνες στην αγορά. Στους αγώνες πήρε μέρος κι ο Οδυσσέας και διακρίθηκε στη δισκοβολία. Ακολούθησε χορός κι ο Δημόδοκος τραγούδησε για τους χορευτές πώς ο Ήφαιστος, ο άντρας της Αφροδίτης, παγίδεψε με δίχτυ άλυτο τη γυναίκα του με τον εραστή της, τον Άρη, που τελικά ελευθερώθηκαν – και όλοι διασκέδασαν. Ένα εντυπωσιακό χορευτικό ντουέτο, έπειτα, προκάλεσε τον θαυμασμό του Οδυσσέα. Ικανοποιημένος γι' αυτό ο Αλκίνοος, πρότεινε να του προσφέρουν όλοι οι άρχοντες δώρα φιλοξενίας.

Με το ηλιοβασίλεμα επέστρεψαν στο παλάτι, η Αρήτη τοποθέτησε τα δώρα (ενδύματα και χρυσό) σε όμορφη κασέλα –που ο Οδυσσέας την έδεσε με κόμπο άλυτο– και έδωσε εντολή στις υπηρέτριες να ετοιμάσουν λουτρό για τον ξένο, που το καταχάρηκε. Στη διαδρομή προς το «μέγαρο» ο Οδυσσέας συνάντησε πανέμορφη τη Ναυσικά και αντάλλαξαν συγκινητικό αποχαιρετισμό. Ακολούθησε δείπνο και τραγούδι. Ο Οδυσσέας επαίνεσε τον αοιδό και του ζήτησε να τραγουδήσει τον Δούρειο Ίππο, ακούγοντας όμως το τραγούδι αναλύθηκε σε θρήνο κρυφό· τον αντιλήφθηκε πάλι ο Αλκίνοος, ζήτησε από τον Δημόδοκο να σταματήσει το τραγούδι και από τον Οδυσσέα να αποκαλύψει ποιος είναι, πού ταξίδεψε, γιατί κλαίει.

Ο τυφλός αοιδός

Ο Δημόδοκος είναι τυφλός, γι' αυτό και τον οδηγεί πάντα ένας κήρυκας. Πολλοί μελετητές πιστεύουν πως μέσα από τον χαρακτήρα του τυφλού αλλά θεϊκά προικισμένου τραγουδιστή ο ίδιος ο ποιητής της Οδύσσειας —που η παράδοση θέλει κι εκείνον τυφλό— σκιαγραφεί τον εαυτό του.

Α΄.3. Περίληψη του αποσπάσματος ι 1-41 📖

Ο Οδυσσέας, αφού χαρακτήρισε ένα γιορταστικό τραπέζι ως ό,τι πιο ωραίο υπάρχει, αυτοπαρουσιάστηκε και άρχισε να διηγείται τις περιπέτειές του.

Α΄.4. ΚΕΙΜΕΝΟ: Ο Οδυσσέας στα ανάκτορα και στην αγορά των Φαιάκων 🏛️

ΚΥΡΙΑ ΘΕΜΑΤΑ

  • Ο Οδυσσέας θρηνεί ακούγοντας τον αοιδό Δημόδοκο 😭
  • Αθλητικοί αγώνες και χοροί στην αγορά των Φαιάκων 🏃‍♂️💃

Καθώς τραγούδαγε ο φημισμένος αοιδός, ο Οδυσσέας με τα δυο του χέρια πιάνει το πορφυρό του πανωφόρι, το 'φερε πάνω απ' το κεφάλι του καλύπτοντας το ωραίο του πρόσωπο· από ντροπή μπροστά στους Φαίακες, που βούρκωσαν τα μάτια του κι έτρεχε ασταμάτητο το δάκρυ. Μόλις ο θείος αοιδός τέλειωνε το τραγούδι του, εκείνος σφούγγιζε το κλάμα του, κατέβαζε το ρούχο απ' το κεφάλι του και με μια κούπα δίδυμη στάλαζε στους θεούς σπονδή. Όταν ωστόσο ο αοιδός ξανάπιανε να τραγουδήσει, γιατί του το ζητούσαν οι καλύτεροι των καλεσμένων που απολάμβαναν τα έπη του, ο Οδυσσέας σκέπαζε πάλι το κεφάλι του θρηνώντας. Οι άλλοι καν δεν πρόσεξαν που πνίγονταν στο δάκρυ ο ξένος, μόνο ο Αλκίνοος το αισθάνθηκε· όπως καθόταν πλάι του, άκουσε και κατάλαβε βαρύ τον στεναγμό του.

Γιατί έκλαιγε ο Οδυσσέας

Ο Δημόδοκος τραγουδούσε μια φιλονικία του Οδυσσέα με τον Αχιλλέα στην Τροία, πιθανόν για το αν η πόλη θα κυριευόταν με δόλο ή με ανοιχτή επίθεση. Το ίδιο τραγούδι είχε κάποτε χαροποιήσει τον Αγαμέμνονα, γιατί του θύμισε έναν χρησμό του Απόλλωνα για την τελική νίκη· τώρα όμως συγκλόνιζε τον Οδυσσέα, γιατί ξύπνησε μέσα του σκληρές αναμνήσεις από το ηρωικό του παρελθόν.

Και για να αλλάξει την ατμόσφαιρα, ο Αλκίνοος πρότεινε αθλητικούς αγώνες στην αγορά: «Τώρα καιρός να βγούμε, να δοκιμαστούμε στα πολλά αγωνίσματα· να 'χει κι ο ξένος, στην πατρίδα του όταν φτάσει, να διηγάται στους δικούς του πόσο υπερβάλλουμε τους άλλους στην πυγμαχία, την πάλη, στο άλμα και τον δρόμο.»

Και φτάνοντας στην αγορά, κόσμος πολύς μαζεύτηκε. Εκεί σηκώθηκαν να πιάσουν τα αγωνίσματα άξιοι νέοι και πολλοί. Στο τρέξιμο ξεχώρισε κατά πολύ ο Κλυτόνηος. Μετά δοκίμασαν την ανελέητη πάλη· σ' αυτήν ο Ευρύαλος νίκησε τους καλύτερους. Ανώτερος στο άλμα από τους άλλους ο Αμφίαλος φάνηκε, στον δίσκο τούς ξεπέρασε όλους βγαίνοντας πρώτος ο Ελατρεύς, στην πυγμαχία ο Λαοδάμας, του Αλκινόου ο γενναίος γιος.

Κι όταν οι πάντες ένιωσαν βαθιά την τέρψη των αγώνων, ο Λαοδάμας απευθύνθηκε στον Οδυσσέα: «Έλα κι εσύ, πατέρα ξένε, να παραβγείς σε κάποιο αγώνισμα, όποιο νομίζεις πως κατέχεις, γιατί δεν φαίνεσαι άπειρος στα αθλήματα. Λέω, στον κόσμο δεν υπάρχει δόξα μεγαλύτερη, αν κάποιος κάτι κατορθώσει είτε στα πόδια είτε με τα χέρια του. Έλα λοιπόν κι εσύ, δοκίμασε, διώξε τη θλίψη απ' την ψυχή σου· πολύ πια δεν απέχει η ώρα της επιστροφής σου· έτοιμο το καράβι στα βαθιά νερά, έτοιμοι κι όσοι θα σε συντροφέψουν.»

Ευθύς του αντιμίλησε με την πολλή του γνώση ο Οδυσσέας: «Ω Λαοδάμα, μη με σπρώχνετε σε πράγματα που με πληγώνουν, γιατί σ' εμένα πιο πολύ βαραίνουν πάθη απ' ό,τι οι άθλοι, τόσα που τράβηξα στο παρελθόν, τόσα που υπέφερα· και τώρα κάθομαι στην αγορά μπροστά σας, με τον καημό του νόστου μου, τον βασιλιά ικετεύοντας και τον λαό σας.»

Τότε πετάχτηκε ο Ευρύαλος, προκλητικός κι εριστικός: «Όχι, δεν είσαι, ξένε, ένας που ξέρει από αγώνες, όποιους και όσους συνηθίζει ο άλλος κόσμος. Μάλλον μου φαίνεσαι κάποιος που τριγυρίζει με το πολύκωπο καράβι του, σε ναυτεμπόρους αρχηγός, κι άλλο δεν σκέφτεται απ' το φορτιό και την πραμάτεια, ό,τι κερδίσει αρπάζοντας – πάντως αθλητικός δεν μοιάζεις.»

Λοξά τον κάρφωσε και μίλησε με τη δική του γνώση ο Οδυσσέας: «Ξένε, δεν μας τα λες καλά· φαίνεσαι με το παραπάνω ξιπασμένος. Την ομορφιά σου ούτε θεός δεν θα μπορούσε να την κάνει ανώτερη, ο νους σου ωστόσο είναι λίγος και λειψός. Κι αν έτσι σου μιλώ, εσύ με ερέθισες με τ' άκοσμά σου λόγια, βαθιά κεντώντας την ψυχή μου. Σε βεβαιώνω πως εγώ δεν είμαι άμοιρος σ' αγώνες και αγωνίσματα· άλλοτε ήμουνα, νομίζω, από τους πρώτους, όσο με στήριζαν νιάτα κι αυτά τα χέρια. Τώρα βαρύνομαι με συμφορές και πάθη. Και μολοντούτο, με τα τόσα πάθη, θα δοκιμάσω τα αγωνίσματά σας, γιατί ο λόγος σου δάγκωσε την ψυχή μου, ξάναψες το φιλότιμό μου.»

Είπε κι ευθύς, έτσι ντυμένος με τη χλαίνη του, πήδηξε πάνω κι έπιασε πέτρινο δίσκο – τον πιο μεγάλο και παχύ, κατά πολύ βαρύτερο από κείνον που οι Φαίακες συνήθιζαν να ρίχνουν μεταξύ τους. Πρώτα τον στριφογύρισε, κι όταν τον εξαπέλυσε το στιβαρό του χέρι, βούιξε η πέτρα· σκύβουν στο χώμα οι Φαίακες, αυτοί που το μακρύ κουπί αγαπούν και καμαρώνουν για τα πλοία τους, μήπως τους πάρει η ριπή του δίσκου, που φεύγοντας από το χέρι του, πετούσε τώρα μ' απίστευτη ταχύτητα, πέρα απ' τα σήματα των άλλων.

Τότε κι η Αθηνά, μ' όψη θνητού, το τέρμα σημαδεύοντας, από μακριά τού φώναξε, να την ακούσουν: «Κι ένας τυφλός ακόμη, ξένε, θα ξεχώριζε το σήμα σου ψάχνοντας με τα χέρια του· γιατί δεν είναι το δικό σου τέρμα μες στα πολλά των άλλων, εβγήκε πρώτο με μεγάλη διαφορά. Θάρρος λοιπόν, που πέτυχες καλά σ' αυτό το αγώνισμα· άλλος από τους Φαίακες δεν θα σε φτάσει.»

Η θεά μεταμφιεσμένη σε κριτή

Η Αθηνά παίρνει τη μορφή θνητού για να επιβεβαιώσει δημόσια τη νίκη του Οδυσσέα, χωρίς όμως να αποκαλύψει την ταυτότητά της. Είναι μια ακόμη απόδειξη πως η θεά στέκεται σταθερά στο πλευρό του ήρωα σε όλη την Οδύσσεια, ακόμη κι όταν εκείνος δεν το γνωρίζει.

Έτσι του μίλησε, κι ευφράνθηκε βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος, όλος χαρά που βρήκε σύντροφο στον αγώνα του καλό. Τότε με θάρρος κι ανακούφιση στράφηκε προς τους Φαίακες: «Κοπιάστε, παλικάρια μου, να φτάσετε τον δίσκο μου· σε λίγο ρίχνω κι άλλον, τόσο μακριά ή και μακρύτερα. Αν κάποιος θαρραλέος θέλει, που να το λέει κι η καρδιά του, ας παραβεί μαζί μου σε οτιδήποτε. Δεν θ' αρνηθώ, και προκαλώ τους Φαίακες όλους, μόνο τον Λαοδάμαντα εξαιρώ, τον ξένο που με φιλοξένησε. Ξέρω καλά πώς το καλοξυσμένο τόξο να χειρίζομαι, και πρώτος θα μπορούσα να πετύχω με το βέλος τον αντίπαλό μου. Ρίχνω και δόρυ, πιο μακριά από όσο οι άλλοι τη σαΐτα τους· φοβάμαι μόνο για τα πόδια μου, και κάποιος από σας τους Φαίακες ίσως μπορούσε να μ' αφήσει πίσω. Γιατί με τσάκισε, με δάμασε άσχημα το κύμα, μέρες δεν είχα να πιαστώ καν σ' ένα ξύλο καραβιού· έτσι μου λύθηκαν τα γόνατα.»

Τελειώνοντας, έμειναν όλοι τους αμίλητοι και βυθισμένοι στη σιωπή, ώσπου ο Αλκίνοος πήρε τον λόγο να μιλήσει: «Ξένε, όσα αγορεύεις και μας είπες δεν είναι αχάριστα ασφαλώς. Θέλησες ν' αποδείξεις και τη δική σου αρετή που συντροφεύει τη ζωή σου· από θυμό, που αυτός ο νιος μπροστά στους άλλους βγήκε να σε προσβάλει αστόχαστα, δείχνοντας περιφρόνηση στην αρετή σου. Πρόσεξε όμως τώρα και τον δικό μου λόγο. Δεν είμαστε λοιπόν ακατανίκητοι πυγμάχοι μήτε και παλαιστές, αλλά στο τρέξιμο πετούν τα πόδια μας, και δεν θα βρεις καλύτερόν μας στα καράβια. Απόλαυση δική μας και παντοτινή· το πλούσιο γεύμα, η κιθάρα κι οι χοροί, ρούχα πολύτιμα, που να τ' αλλάζουμε όταν πρέπει, λουτρά θερμά, και το κρεβάτι. Τώρα λοιπόν εμπρός, οι άριστοί μας χορευτές στήσετε, Φαίακες, χορό, για να μπορεί κι ο ξένος να διηγάται, όταν γυρίσει πίσω στην πατρίδα του, πόσο τους άλλους υπερβάλλουμε στο αρμένισμα, τον δρόμο, στον χορό και το τραγούδι. Κάποιος ας πάει να φέρει και τη γλυκόφωνη κιθάρα στον Δημόδοκο· κάπου θα βρίσκεται μες στο παλάτι.»

Ετοιμάστηκε ο χώρος και ωραία αγόρια αμέσως άρχισαν τον θείο χορό, ενώ ο Δημόδοκος με την κιθάρα του τραγουδούσε γι' αυτούς ένα ωραίο τραγούδι για την αγάπη του Άρη με την καλλιστέφανη Αφροδίτη.

Κι όπως τραγούδαγε ο φημισμένος αοιδός τούτο το ποίημα, ο Οδυσσέας ακούγοντας γέμιζε αγαλλίαση· όπως κι οι άλλοι Φαίακες, θαλασσινοί περίφημοι με τα μακριά κουπιά τους. Τότε ο Αλκίνοος παράγγειλε, ο Άλιος κι ο Λαοδάμας μόνοι τους να χορέψουν, αφού οι δυο τους στον χορό ήσαν ασυναγώνιστοι. Πήραν λοιπόν στα χέρια τους μια σφαίρα ωραία, πορφυρή· όσο την έριχνε ψηλά στα σκούρα νέφη ο ένας, λυγίζοντας συγχρόνως το κορμί του προς τα πίσω, ο άλλος, υψωμένος στον αέρα, την έπιανε με μαεστρία και χάρη, προτού τα πόδια του πατήσουνε το χώμα. Κι όταν δοκίμασαν την τέχνη τους στη σφαίρα, πετώντας την ψηλά και κατακόρυφα, άρχισαν τότε οι δυο τους τον χορό, τη γη πατώντας που μας τρέφει τους ανθρώπους, αντικριστά και συναλλάσσοντας απανωτά λυγίσματα· ενώ στο πλάι οι άλλοι, παλικαράκια ακόμη, μέσα στον ίδιο κυκλικό χορό στημένα, φώναζαν και χτυπούσαν παλαμάκια. Κι αντιλαλούσε ο τόπος απ' το μεγάλο βουητό.

Γύρισε τότε στον Αλκίνοο ο θείος Οδυσσέας μιλώντας: «Αλκίνοε κραταιέ, περίβλεπτε σ' όλη τη χώρα, καυχήθηκες πως είναι οι χορευτές σας άριστοι, κι έχουμε τώρα την απόδειξη· τους βλέπω μπρός μου και με πιάνει θάμβος.» Τον άκουσε κι ευφράνθηκε του Αλκινόου η γενναία ψυχή, και πρότεινε να του προσφέρουν όλοι οι άρχοντες δώρα, να συμφιλιωθεί δε μαζί του ο Ευρύαλος.

Η συμφιλίωση κλείνει τον κύκλο

Η ενότητα ξεκινά με μια προσβολή που πληγώνει τον Οδυσσέα και κλείνει με πρόταση συμφιλίωσης. Η κίνηση αυτή του Αλκίνοου αποκαθιστά την τάξη και τη φιλοξενία που είχε διαταραχθεί, δείχνοντας πως στον ομηρικό κόσμο η ύβρις πρέπει πάντα να επανορθώνεται.