1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

ζ Ραψωδία: Η Συνάντηση του Οδυσσέα με τη Ναυσικά 🌊

Περιληπτική αναδιήγηση της ζ ραψωδίας: Ὀδυσσέως ἄφιξις εἰς Φαίακας 🏝️

Ενώ ο Οδυσσέας κοιμόταν στα ξερά φύλλα των θάμνων κοντά στο ποτάμι, η θεά Αθηνά παρότρυνε στο όνειρο την έφηβη βασιλοπούλα των Φαιάκων να πάει να πλύνει τα ρούχα, γιατί πλησίαζε η ώρα του γάμου της. Πρωί πρωί λοιπόν η Ναυσικά ζήτησε από τον πατέρα της να ετοιμαστεί ένα αμάξι, και φορτωμένο με ρούχα το οδήγησε η ίδια στο ποτάμι συνοδευόμενη από υπηρέτριες. Έπλυναν και άπλωσαν τα ρούχα και, περιμένοντας να στεγνώσουν, λούστηκαν, κολάτσισαν και άρχισαν να παίζουν με το τόπι.

Η Αθηνά όμως φρόντισε να πέσει το τόπι στο ποτάμι, ώστε από τις φωνές των κοριτσιών να ξυπνήσει ο ταλαιπωρημένος ναυαγός και να δεχτεί την πρώτη φιλόξενη περιποίηση από τη Ναυσικά.

Λουσμένος και ντυμένος, έπειτα, ο Οδυσσέας έλαμψε από ομορφιά και χάρη. Προκάλεσε έτσι τον θαυμασμό της βασιλοπούλας, που μιλώντας στις ακόλουθές της ευχήθηκε ένας τέτοιος άντρας να την παντρευτεί.

Ένα ταξίδι μέσα σε ένα όνειρο

Η Αθηνά δεν εμφανίζεται στη Ναυσικά με την πραγματική της μορφή, αλλά μπαίνει στο όνειρό της παίρνοντας τη μορφή μιας φίλης της. Έτσι η θεϊκή παρέμβαση μοιάζει με φυσική σκέψη της ίδιας της κοπέλας, χωρίς να χάνεται η αληθοφάνεια της αφήγησης.

Την ώρα που ο Οδυσσέας έτρωγε, τα κορίτσια μάζεψαν τα ρούχα και ετοιμάστηκαν για την επιστροφή. Η Ναυσικά, πριν ξεκινήσει, συμβούλεψε τον ξένο να ακολουθήσει το αμάξι τους προς την πόλη με τα πυργωμένα τείχη, το διπλό λιμάνι και την πετροστρωμένη αγορά με τον βωμό του Ποσειδώνα και τα εργαστήρια των ναυτικών, όπου κατασκευάζονταν τα ευέλικτα καράβια τους — για όπλα δεν ενδιαφέρονταν οι Φαίακες. Επειδή όμως φοβάται το κουτσομπολιό τους, αν δουν να τη συνοδεύει ένας ξένος άντρας, του ζήτησε να σταματήσει στο άλσος της Αθηνάς, έξω από την πόλη, ώσπου να φτάσουν στο παλάτι. Τον συμβούλεψε, τέλος, να απευθυνθεί στη μητέρα της, την Αρήτη, γιατί, αν κερδίσει τη συμπάθειά της, θα πετύχει γρήγορα τον νόστο του. Ακολούθησε λοιπόν ο Οδυσσέας το αμάξι, σταμάτησε στο άλσος της Αθηνάς και προσευχήθηκε στη θεά να προδιαθέσει τους Φαίακες ευνοϊκά απέναντί του.

Η Συνάντηση 📜

Κύριο θέμα: η συνάντηση του Οδυσσέα με τη Ναυσικά.

Πέρασε ωστόσο η ώρα κι έπρεπε [η Ναυσικά] τον δρόμο πάλι να πάρει της επιστροφής προς το παλάτι, να ξαναζέψει τα μουλάρια και να διπλώσει τα ωραία της ρούχα. Τότε ακριβώς άλλα στοχάστηκε, τα μάτια λάμποντας, η θεά Αθηνά· πώς θα ξυπνήσει ο Οδυσσέας, να δει την κόρη την πεντάμορφη, που θα τον οδηγούσε προς την πόλη όπου και κατοικούν οι Φαίακες. Καθώς λοιπόν τη σφαίρα ρίχνει η Ναυσικά σε μια από τις κοπέλες, η κοπελιά ξαστόχησε, κι έπεσε η μπάλα στα βαθιά νερά του ποταμού. Ύψωσαν τότε μια φωνή μεγάλη, κι ο θείος Οδυσσέας ξυπνά. Ανασηκώθηκε και ταραγμένος συλλογίστηκε στα φρένα και στον νου του:

«Αλίμονό μου! Σε ποιων ανθρώπων έφτασα πάλι τη χώρα; είναι αλαζόνες, άγριοι κι άδικοι; ή μήπως τη φιλοξενία γνωρίζουν κι ο νους τους σέβεται τα θεία; Στ᾽ αυτιά μου ωστόσο χτύπησε μια κοριτσίστικη φωνή, λες κι ήταν από κόρες Νύμφες που, μένοντας ψηλά στα όρη, κατεβαίνουν στις πηγές των ποταμών ή σε λιβάδια χλοερά. Εκτός κι αν βρίσκομαι σε κάποιον τόπο όπου μιλούν και μένουν άνθρωποι θνητοί. Άλλο δεν έχω, μόνος μου πρέπει να δοκιμάσω, να δω τι τρέχει.»

Μια φράση που επαναλαμβάνεται στην Οδύσσεια

Οι στίχοι «Αλίμονό μου! Σε ποιων ανθρώπων έφτασα πάλι τη χώρα...» είναι τυπικοί και επαναλαμβάνονται σε ανάλογες περιπτώσεις σε όλο το έπος. Εκφράζουν την ανασφάλεια που ένιωθαν οι άνθρωποι της εποχής όταν έφταναν σε άγνωστη χώρα, αλλά και εκείνων που αντίκριζαν έναν ξένο. Το ίδιο άγχος θα φανεί λίγο αργότερα και στον πανικό των κοριτσιών.

Είπε κι από τα θάμνα του αναδύθηκε θείος ο Οδυσσέας, χώνει το στιβαρό του χέρι σε σύδεντρο πυκνό και σπάζει ένα κλαδί με φύλλα, τη γύμνια του να προστατέψει στ᾽ αντρικά του μέλη. Και κίνησε σαν το περήφανο λιοντάρι που περιφέρεται στα όρη, το δέρνει ο άνεμος και το μουσκεύει η μπόρα, εκείνο όμως με τα μάτια φλογισμένα προχωρεί ψάχνοντας για γελάδια, αρνιά κι ελάφια ανήμερα, το σπρώχνει η πείνα στα κοπάδια, ακόμη και σε μάντρα φυλαγμένη· παρόμοιος έμελλε κι ο Οδυσσέας να σμίξει με κόρες καλλιπλόκαμες, έτσι όπως ήτανε γυμνός, γιατί τον πίεζε η ανάγκη.

Η σεμνότητα μέσα στην απόγνωση

Παρότι βρίσκεται σε απόλυτη ανάγκη, ο Οδυσσέας δεν παραλείπει να καλύψει τη γύμνια του πριν εμφανιστεί στα κορίτσια. Αυτή η κίνηση δείχνει την αιδώ του, την εσωτερική ευγένεια που δεν τον εγκαταλείπει ούτε στη χειρότερη στιγμή του — στοιχείο που θα προδιαθέσει θετικά τη Ναυσικά.

Όμως τους φάνηκε φριχτός, απ᾽ την αλμύρα φαγωμένος· σκόρπισαν τότε πανικόβλητες, εδώ η μια η άλλη αλλού, γυρεύοντας πού να κρυφτούν στα υψώματα της όχθης. Μόνο του Αλκινόου η θυγατέρα παραμένει ακίνητη· η Αθηνά τής έδωσε το θάρρος της καρδιάς, αυτή της πήρε την τρομάρα από τα μέλη.

Κι όπως απέναντί του στάθηκε αποφασισμένη, ο Οδυσσέας διχογνώμησε· την κόρη την πεντάμορφη να την παρακαλέσει στα γόνατά της πέφτοντας, ή σε απόσταση και με μειλίχια λόγια να της ζητήσει, αν ήθελε, την πόλη να του δείξει και να του δώσει ρούχα. Κι όπως το συλλογίστηκε του φάνηκε καλύτερο κρατώντας την απόσταση και με μειλίχια λόγια να την παρακαλέσει, μήπως κι αν άγγιζε το γόνα της, η κόρη χολωθεί. Έτσι μειλίχιος κίνησε τον λόγο του, με σύνεση και πονηριά — για να κερδίσει την εμπιστοσύνη της κόρης.

Το δίλημμα του ικέτη

Η στάση της ικεσίας προστατευόταν από τον Ικέσιο Δία, όπως η φιλοξενία προστατευόταν από τον Ξένιο Δία. Ο Οδυσσέας όμως αποφεύγει την πλήρη ικετευτική στάση — δεν αγγίζει τα γόνατα της Ναυσικάς — από σεβασμό στη νεαρή ηλικία και στην τιμή της κοπέλας. Η επιλογή του δείχνει διορατικότητα και σύνεση, χαρακτηριστικά που τον συνοδεύουν σε όλο το έπος.

Ο Ικετευτικός Λόγος του Οδυσσέα 🙏

«Γονατιστός προσπέφτω, δέσποινά μου. Είσαι θνητή; θεά; Δεν ξέρω. Αν στους θεούς ανήκεις, που κατέχουν τον πλατύ ουρανό, τότε πως μοιάζεις λέω τόσο με την Άρτεμη, την κόρη του μεγάλου Δία, στην ομορφιά, στο ανάστημα, στο ανάριμμα. Αν πάλι ανήκεις στους θνητούς που κατοικούν τη γη μας, τρισμάκαρες ο κύρης σου κι η σεβαστή σου μάνα, οι αδελφοί σου τρισμακάριστοι· πόσο καμάρι θα θερμαίνει πάντα την καρδιά τους να σ᾽ έχουν πλάι τους, κι όταν σε βλέπουν στον χορό να μπαίνεις, τέτοιο βλαστάρι. Και πάνω απ᾽ όλους εκείνος πιο μακαρισμένος που με τα δώρα του θα σε κερδίσει και θα σε πάρει νύφη σπίτι του.»

Ο σύζυγος στην κορυφή της ευτυχίας

Ο Οδυσσέας τοποθετεί τον μελλοντικό σύζυγο της Ναυσικάς στην κορυφή της κλίμακας των ευτυχισμένων ανθρώπων — πάνω κι από τους γονείς και τα αδέλφια της. Η ίδια αντίληψη, ότι ο/η σύζυγος είναι το πολυτιμότερο πρόσωπο, θα επαναληφθεί λίγο αργότερα στα λόγια της ίδιας της Ναυσικάς, όταν μιλήσει για την ομόνοια ανάμεσα σε άντρα και γυναίκα.

«Τόση ομορφιά ποτέ δεν είδα ως τώρα, γυναίκα ή άντρα, θάμπωσα και δεν χορταίνω να κοιτώ. Ω ναι, κάποτε και στη Δήλο, πλάι στον βωμό του Απόλλωνα, μπροστά στα μάτια μου, ένα βλαστάρι φοινικιάς το είδα να ψηλώνει — πήγα κι εκεί, πολύς στρατός μ᾽ ακολουθούσε στον δρόμο που έμελλε να γίνει οδός της μαύρης συμφοράς μου. Τότε, όπως τώρα, κοιτούσα το βλαστάρι εκείνο, κι έμεινε ο νους μου θαμπωμένος ώρα πολλή. Γιατί ποτέ δεν αναβλάστησε στη γη τέτοιος ωραίος βλαστός. Έτσι κι εσένα τώρα σε θαυμάζω, δέσποινά μου. Έκθαμβος μένω, μέγα δέος με κατέχει τα γόνατά σου ν᾽ ακουμπήσω.»

«Είμαι που είμαι σε βαρύ πένθος χαντακωμένος. Μόλις εχθές, είκοσι μέρες πάνε τώρα, γλίτωσα απ᾽ το μπλάβο πέλαγος. Ως τότε το κύμα αέναο, θύελλες πυκνές μακριά απ᾽ το νησί της Ωγυγίας μ᾽ έσερναν. Και τώρα εδώ με ξέβρασε ενός θεού η εκδίκηση, όπου κάποιο κακό καινούριο, σκέφτομαι, με περιμένει. Γιατί δεν έκλεισεν ακόμη ο κύκλος των παθών μου· κι άλλα πολλά στοχάζομαι όρισαν οι θεοί πιο πριν να πάθω. Έλεος όμως σου ζητώ. Εσύ είσαι η πρώτη που απαντώ, έτσι φριχτά βασανισμένος· άλλον δεν ξέρω στους ανθρώπους που κατοικούν αυτή τη γη κι αυτή την πόλη. Και σου ζητώ την πόλη να μου δείξεις, κι ένα κουρέλι να σκεπαστώ, αν έχεις φέρει εδώ μαζί σου κάποιο πανί, να με τυλίξει. Εύχομαι οι θεοί να σου χαρίσουν ό,τι βαθιά η ψυχή σου λαχταρά· σύζυγο, σπιτικό κι ομόνοια να σου δώσουν εύφημη. Γιατί δεν είναι άλλο στήριγμα καλύτερο και πιο ισχυρό, όταν ομοφρονούν κι ομονοούν στο σπίτι ο άντρας κι η γυναίκα.»

Η ευχή που κλείνει τον λόγο

Ο Οδυσσέας ολοκληρώνει την ικεσία του με μια ευχή για καλό γάμο — όχι τυχαία επιλογή. Ο ίδιος έχει βιώσει στο δικό του σπιτικό αυτή ακριβώς την ομόνοια με την Πηνελόπη, και τη θεωρεί το πολυτιμότερο αγαθό που μπορεί να ευχηθεί σε κάποιον.

Η Απάντηση της Ναυσικάς 👑

Τότε κι η Ναυσικά, τα χέρια της λευκά, του ανταποκρίθηκε: «Ξένε, ασήμαντος δεν φαίνεσαι μήτε κι η φρόνηση σου λείπει. Κι όπως το ξέρεις, ο ολύμπιος Δίας, μόνος αυτός την ευτυχία μοιράζει στους ανθρώπους, καταπώς θέλει στον καθένα, άσημους ή και επιφανείς. Πες πως δικά του είναι τα πάθη που σε βρήκαν και πρέπει εσύ καρτερικά να τα υπομείνεις. Ωστόσο τώρα, που σ᾽ αυτή την πόλη και τη χώρα καλωσόρισες, ρούχο δεν θα σου λείψει να ντυθείς μήτε και τίποτε άλλο, όλα όσα πρέπουν σε πολύπαθον ικέτη που προσπέφτει. Κι όπως ζητάς, την πόλη θα σου δείξω και θα σου πω πώς ονομάζεται ο λαός μας: αυτή τη χώρα και την πόλη την κατοικούν οι Φαίακες· εγώ η θυγατέρα είμαι του γενναίου Αλκίνοου· αυτός στους Φαίακες κρατεί δύναμη κι εξουσία.»

Είπε και δίνει προσταγή στις καλλιπλόκαμες κοπέλες: «Κοπέλες μου, σταθείτε. Για πού το βάλατε στα πόδια, που αντικρίσατε έναν τέτοιον άντρα; Μήπως σας πέρασε απ᾽ τον νου πως είναι εχθρός μας; Δεν έγινε, το λέω, ως τώρα, μήτε θα γίνει, στων Φαιάκων τη χώρα να φτάσει κάποιος άνθρωπος φοβερός φέρνοντας αναστάτωση. Το ξέρετε, μας αγαπούν οι αθάνατοι όσο λίγους, μένουμε και παράμερα, στα έσχατα όρια του πολυκύμαντου πελάγου, που δύσκολα, ή και ποτέ, άλλος θνητός δεν θα μπορούσε να ᾽σμιγε μαζί μας. Όμως αυτός, περιπλανώμενος και δύστυχος, βρέθηκε κατά τύχη εδώ, και περιποίηση του πρέπει. Όλοι οι φτωχοί κι οι ξένοι είναι του Δία αποσταλμένοι· ακόμη κι αν τους δώσεις κάτι λίγο, νομίζεται καλόδεχτο. Γι᾽ αυτό, κοπέλες μου, κι εσείς προστάζω να του δώσετε κάτι να φάει, να πιει, και στο ποτάμι να τον λούσετε, διαλέγοντας μέρος απάνεμο.»

Ο ξένος ως απεσταλμένος του Δία

Η φράση «όλοι οι φτωχοί κι οι ξένοι είναι του Δία αποσταλμένοι» συμπυκνώνει τον θεσμό της ξενίας. Ο φτωχός και ο ξένος δεν θεωρούνταν απλώς άνθρωποι σε ανάγκη, αλλά πρόσωπα υπό την προστασία του ίδιου του Δία — γι᾽ αυτό και η φιλοξενία τους ήταν θρησκευτικό καθήκον, όχι απλή ευγένεια.

Ο Ρόλος της Ραψωδίας ζ και η Σημασία της Ναυσικάς ✨

Η ραψωδία ζ έχει ρόλο μεταβατικό: βοηθάει τον Οδυσσέα να βγει από τον βαθύ ύπνο και να συνεχίσει την πορεία του προς τον νόστο. Ο ρόλος αυτός ανατίθεται στη Ναυσικά, που δεν χρησιμοποιείται όμως μόνο για να βοηθήσει τον Οδυσσέα, αλλά ζωντανεύει και η ίδια ως η πιο θελκτική μορφή της Οδύσσειας και αποτελεί έναν νέο πειρασμό για τον ήρωα, που θα μπορούσε να αναστείλει ή να ματαιώσει τον νόστο του. Γιατί η πανέμορφη και ευγενική κόρη συγκίνησε τον Οδυσσέα και συγκινήθηκε και η ίδια από εκείνον, την πορεία του νόστου όμως δεν μπορεί πια να την ανακόψει ούτε η Ναυσικά· αντίθετα, και λόγω ακριβώς της συγκίνησής της, η έφηβη βασιλοπούλα βοήθησε αποτελεσματικά τον Οδυσσέα. Αλλά και η ίδια, με τη στάση που διάλεξε να κρατήσει απέναντι στον εξαθλιωμένο ναυαγό, με τους λόγους της προς αυτόν και προς τις ακόλουθές της και με τις πρωτοβουλίες που πήρε, κέρδισε την ενηλικίωσή της.

Ο ποιητής, λοιπόν, αφιέρωσε τη ραψωδία ζ στην ευγενική και όμορφη βασιλοπούλα, τη Ναυσικά.