1. Παράλληλο Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Παράλληλα Κείμενα: τρικυμίες και μαγικά μαντίλια 🌊

Ι. Ο Αινείας σε τρικυμία ⛈️

Έτσι όπως είπε ο Αίολος, χτύπησε με το δόρυ του το κοίλο βουνό στο πλάι· όρμησαν τότε οι άνεμοι απ' την οπή που άνοιξε, όπως στρατός, και φύσηξαν στροβιλίζοντας σ' όλη τη γη. Όρμησαν και στη θάλασσα και τάραξαν τα βάθη της ο Νότος κι ο Βοριάς μαζί κι ο Λίβας ο ακράτητος και κύματα τεράστια κύλησαν στις ακτές. Έτριξαν οι αντένες και κραύγασαν οι ναύτες. Τη μέρα αίφνης και τον ουρανό ανάρπαξαν τα σύννεφα απ' τα μάτια τους· έπεσε νύχτα ζοφερή στο πέλαγος. Βροντούσαν τα ουράνια και αστραπές συχνές τα έσχιζαν. Τα πάντα προμηνούσαν στους άντρες τον χαμό.

Ποιος είναι ο Αινείας;

Ο Αινείας είναι ο κεντρικός ήρωας της Αινειάδας, του έπους του Ρωμαίου ποιητή Βιργιλίου, όπου αναγνωρίζονται στοιχεία τόσο από την Οδύσσεια όσο και από την Ιλιάδα. Μετά την άλωση της Τροίας, ο Αινείας ταξίδεψε με περιπέτειες ώσπου έφτασε στην Ιταλία και έθεσε τα θεμέλια για την ίδρυση της Ρώμης. Την τρικυμία εναντίον του προκαλεί ο θεός Αίολος, εκπληρώνοντας επιθυμία της θεάς Ήρας, που εχθρευόταν τους Τρώες.

Λύθηκαν απ' τον φόβο τα μέλη τότε του Αινεία· στέναξε, κι υψώνοντας τα χέρια του προς τ' άστρα αναφώνησε: «Ω, τρεις και τέσσερις φορές καλότυχοι όσοι έπεσαν μπροστά στα μάτια των γονιών τους κάτω απ' τα ψηλά τείχη της Τροίας! Ω γενναιότατε των Δαναών Διομήδη! Γιατί δεν μπόρεσα νεκρός να πέσω απ' το δεξί σου στης Τροίας τις πεδιάδες; Όπου ο τρομερός έπεσε Έκτορας απ' το κοντάρι του Αχιλλέα [...]!»

Και τη στιγμή που εύχονταν αυτά, σφυρίζοντας η θύελλα απ' τον Βοριά, έσκισε τα πανιά υψώνοντας το κύμα ως τ' αστέρια. Έσπασαν τα κουπιά, μπάταρε η πλώρη, τα πλευρά του καραβιού πλάγιασαν στα νερά κι άγριο νερόβουνο χύθηκε πάνω τους. Στην κορυφή του μεγακύματος κρεμάστηκαν οι ναύτες· χάσκοντας η θάλασσα έδειξε τους βυθούς και μάνιασε η παλίρροια στην άμμο. Τρία πλοία ο Νότος τ' άρπαξε και τα 'ριξε στους ύφαλους επάνω [...]· και άλλα τρία ο Βοριάς απ' τ' ανοιχτά τα 'σπρωξε στα ρηχά – να βλέπεις και να κλαις· στις ξέρες τα προσάραξε και τα περίζωσε με αμμοσωρούς. Και το καράβι των Λυκίων με τον πιστό Ορόντη μπροστά στα μάτια του κύμα τρανό από ψηλά το χτύπησε στην πρύμνη· τινάχτηκε ο κυβερνήτης κι έπεσε κατακέφαλα· και τρεις φορές το κύμα το στριφογύρισε και δίνη ορμητική το αναρούφηξε. Σκόρπια τότε φάνηκαν στους στρόβιλους να γυροφέρνουν της Τροίας θησαυροί και άρματα ανδρών και άρμενα σπασμένα.

(Βιργιλίου Αινειάδα Ι, στ. 81-119, μτφρ. της συγγραφικής ομάδας)

ΙΙ. Ο άντρας της Ανεράιδας 🧚

Ένας νέος, Μποφίλιο τον έλεγαν, εκεί που έβοσκε τα πρόβατά του, έπαιζε και σουραύλι. Το έπαιζε τόσο γλυκά και όμορφα που ήρχονταν οι Ανεράιδες, εστέκονταν μπροστά του καμιά δεκαριά βήματα μακριά, και χορεύανε. Ο νέος που έβλεπε τόσο ωραίες νέες και λαμπροφορεμένες, έβανε όλη του την τέχνη. Και αυτό εξακολούθησε να γίνεται πολλές ημέρες. Οι Ανεράιδες ήρχονταν πάντα, άφηναν τις μπόλιες τους γύρω και χόρευαν.

Ένα βράδυ, όταν γύρισε στο σπίτι του, ομολόγησε στη μάνα του τι του συνέβαινε, και της είπε πως μια από αυτές του άρεσε πάρα πολύ και θέλει να την πάρει γυναίκα. Του λέει, λοιπόν, η μάνα του να κοιτάξει πού θα βάλει εκείνη την μπόλια της και να την αρπάξει, και έτσι θα κάνει την Ανεράιδα δική του. Την άλλη μέρα, καθώς πήγε στο ίδιο μέρος και άρχισε να παίζει το σουραύλι, μαζεύτηκαν πάλι οι Ανεράιδες και χόρευαν. Αυτός είδε πού έβαλε την μπόλια της εκείνη που αγαπούσε, χύθηκε και την άρπαξε. Οι άλλες Ανεράιδες χάθηκαν· εκείνη που είχε την μπόλια τον παρακαλούσε να της τη δώσει, αυτός τίποτα, ώσπου αναγκάστηκε να τον ακολουθήσει στο χωριό και να τον πάρει άντρα.

Το μαντίλι ως δεσμός ανάμεσα σε δύο κόσμους

Σε πολλούς λαϊκούς μύθους, ένα μαγικό ένδυμα ή αντικείμενο συνδέει ένα υπερφυσικό πλάσμα με τον ανθρώπινο κόσμο· όσο κάποιος άλλος το κρατά, το πλάσμα δεν μπορεί να φύγει. Το ίδιο μοτίβο —ένα μαγικό ύφασμα που δένει κάποιον σε μια κατάσταση ή τον απελευθερώνει από αυτήν— θα το ξαναδείτε σε παραμύθια από πολλούς λαούς.

Την μπόλια εκείνος την κρατούσε πάντα κρυμμένη και δεν της την έδινε, όσο και αν τον παρακαλούσε από καιρό εις καιρό. Έζησαν πολλά χρόνια μαζί και έκαναν και παιδιά πολύ όμορφα. Όταν μια φορά, που ήθελαν να πάνε στον χορό, τόσο πολύ παρακάλεσε τον άντρα της να της δώσει την μπόλια, που αυτός πείστηκε και την έδωσε. Πήγαν στον χορό, η Ανεράιδα μπήκε στον χορό, και άρχισε να χορεύει, και άξαφνα αφανίστηκε. Από τότε δεν γύρισε στο σπίτι να μείνει με τον άντρα της. Αλλ' όταν αυτός έλειπε από το σπίτι, πήγαινε η Ανεράιδα, το συγύριζε, έντυνε τα παιδιά, μαγείρευε και έφευγε.

(Ν. Πολίτης, Παραδόσεις, τ. Α΄, σσ. 465-6. Φωτοτυπημένη ανατύπωση, εκδ. Εργάνη, Αθήναι 1965)