Ο Οδυσσέας στην Καλυψώ 📜
Λ. Αλεξίου (1890-1964), «Ο Οδυσσέας στην Καλυψώ» (απόσπασμα)
Το σώμα σου ως ναός φεγγοβολάει [...].
Μα εντός μου εμένα αίμα θνητό κυλάει [...].
Θέλω να φύγω. Του θανάτου η μοίρα
είναι στα κόκαλά μου ριζωμένη.
Από του Ολύμπου με τραβάει τη θύρα
η ζωή μου η χιλιοπικραμένη.
Λύσε με πια απ' το δίχτυ σου το πλάνο,
να ζήσω, να παλέψω, να πεθάνω.
[Σπ. Κοκκίνης, Ανθολογία Νεοελληνικής ποίησης (1708-1984), σ. 29, εκδ. Εστία, Αθήνα 1984]
Ο Λ. Αλεξίου δεν μεταφράζει τον Όμηρο, αλλά φαντάζεται τι θα μπορούσε να νιώθει ο Οδυσσέας μέσα του. Το ποίημα δίνει φωνή στην εσωτερική σύγκρουση του ήρωα: γοητεύεται από τη λάμψη της θεάς, όμως το θνητό του αίμα τον τραβά αλλού.
Ο νόστος του Οδυσσέα δεν είναι απλώς επιθυμία για ταξίδι· είναι ανάγκη ζωής. Ο ποιητής δίνει έμφαση στη θνητότητά του: τα κόκαλά του κρύβουν «τη μοίρα του θανάτου», κάτι που τον διαφοροποιεί ριζικά από την αθάνατη Καλυψώ, όσο κι αν εκείνη λάμπει «ως ναός».
Το ποίημα δείχνει καθαρά πως η ομορφιά και η άνεση δεν αρκούν για να κρατήσουν έναν άνθρωπο ευχαριστημένο. Ο Οδυσσέας δεν αρνείται την Καλυψώ επειδή δεν την εκτιμά, αλλά επειδή θέλει να ζήσει, να αγωνιστεί και τελικά να πεθάνει ως θνητός, στη δική του πατρίδα.