1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Η Καλυψώ Αφήνει τον Οδυσσέα να Φύγει ⛵

Ο Οδυσσέας θρηνεί στην Ωγυγία

Μίλησε κι αναχώρησε ο κρατερός Αργοφονιάς (ο Ερμής). Κι εκείνη, σεβαστή νεράιδα, πήγε να βρει τον μεγαλόψυχο Οδυσσέα, στην προσταγή του Δία υπάκουη. Τον βρήκε εκεί να κάθεται στο περιγιάλι, ούτε στιγμή δεν στέγνωναν τα μάτια του απ' το κλάμα, έλιωνε η γλυκιά ζωή του απ' τον καημό του γυρισμού, κι οδύρονταν, αφού καμιά χαρά δεν του έδινε τώρα η νεράιδα.

Τις νύχτες αν κοιμότανε μαζί της στο βάθος της σπηλιάς, το 'κανε απ' ανάγκη· το 'θελε εκείνη, εκείνος όχι. Τις μέρες όμως τις περνούσε κρεμασμένος σε βράχια κι ακρωτήρια, τα σωθικά του τρώγοντας με δάκρυα, στεναγμούς και λύπες, με μάτια βουρκωμένα, στυλωμένα πάντα στο άκαρπο πέλαγος.

Η νοσταλγία ενός ήρωα

Ο Οδυσσέας ζει σ' ένα νησί όμορφο, δίπλα σε μια θεά που τον αγαπά, κι όμως κλαίει κάθε μέρα κοιτάζοντας τη θάλασσα. Αυτό δείχνει πόσο δυνατός είναι ο πόθος του για τον νόστο — η επιστροφή στην πατρίδα και στην οικογένειά του μετράει γι' αυτόν περισσότερο από την άνεση και την αθανασία.

Η απόφαση της Καλυψώς

Κοντά του στάθηκε αρχοντική η θεά και τον προσφώνησε: «Δύσμοιρε, δεν έχεις λόγο πια να οδύρεσαι, να χαραμίζεις τη ζωή σου με το κλάμα. Το πήρα απόφαση, θα σε κατευοδώσω. Εμπρός λοιπόν, πελέκησε μακριά μαδέρια, συνάρμοσέ τα με καρφιά και φτιάξε μια σχεδία πλατιά· στήριξε πάνω της ψηλά δοκάρια, να σε ταξιδέψει στο γαλάζιο πέλαγος. Εγώ σου δίνω ψωμί, νερό και κόκκινο κρασί, να 'χεις να ζεις, να μην πεθάνεις απ' την πείνα. Κι ακόμη ρούχα θα σε ντύσω και πίσω σου θα στείλω ούριο άνεμο, ώστε να φτάσεις στην πατρίδα σου χωρίς μεγάλη βλάβη, αν βέβαια το θελήσουν και οι ουράνιοι θεοί, όσοι με ξεπερνούν στη γνώση και στην πράξη.»

Ρίγησε που την άκουσε πολύπαθος και θείος, ύστερα μίλησε ο Οδυσσέας, και πέταξαν τα λόγια του σαν τα πουλιά: «Το βλέπω· άλλο, θεά, έχεις στον νου σου, όχι τον γυρισμό μου· που με παρακινείς με μια σχεδία να περάσω το μέγα κύμα της θαλάσσης, τόσο αποτρόπαιο και φοβερό, που μήτε ισόρροπα και γρήγορα καράβια να το περάσουν δεν μπορούν, κι ας έχουν πίσω τους πρίμο το αγέρι του Διός. Σ' το λέω, εγώ δεν πρόκειται ν' ανέβω σε σχεδία, αν πράγματι εσύ δεν το 'χεις αποφασισμένο. Εκτός κι αν δέχεσαι τον μέγα όρκο να προφέρεις, πως άλλο πια κακό δεν σκέφτεσαι για μένα.»

Όπως τον άκουσε η Καλυψώ, αρχοντική θεά, του χαμογέλασε, το χέρι της απλώνει και τον χάιδεψε, μετά μιλώντας είπε: «Ω, παραείσαι πονηρός κι όχι μονάχα ξύπνιος, που τόλμησες να ξεστομίσεις τέτοιο λόγο. Λοιπόν, ορκίζομαι σ' αυτή τη γη και στον απέραντο ουρανό που μας σκεπάζει, στο κατακόρυφο νερό της Στύγας [...]: αληθινά δεν σκέφτομαι κακό για σένα· όσα στον νου μου έχω και στοχάζομαι, θα τα σκεφτόμουν και για μένα, αν τύχαινε την ίδια να με βρει παρόμοια ανάγκη. Σ' το βεβαιώνω: είναι καλόγνωμος ο νους μου, δεν κρύβω μες στα στήθη καρδιά από σίδερο, σπλαχνίζομαι κι εγώ.»

Ο πιο τρομερός όρκος των θεών

Το νερό της Στύγας ήταν ο μεγαλύτερος όρκος που μπορούσε να δώσει ένας θεός. Όποιος θεός τον παραβίαζε τιμωρούνταν με εξορία από τον Όλυμπο — γι' αυτό, όταν η Καλυψώ ορκίζεται σ' αυτό, ο όρκος της είναι απόλυτα δεσμευτικός.

Δείπνο στη σπηλιά

Έτσι του μίλησε η αρχοντική θεά, και πήρε να βαδίζει με γοργό ρυθμό. Εκείνος πήγαινε στα χνάρια της, ωσότου σίμωσαν στο βάθος της σπηλιάς — ένας θνητός και μια θεά. Κάθισε αυτός στο ίδιο κάθισμα από όπου λίγο πριν ανασηκώθηκε ο Ερμής, και τότε η νεράιδα τού παρέθεσε τραπέζι· να φάει, να πιει, καθώς που τρων και πίνουν οι βροτοί. Αντίκρυ του, στον θείο Οδυσσέα πήρε τη θέση της κι η ίδια, οι δούλες τής προσφέρουν νέκταρ κι αμβροσία, κι οι δυο τους άπλωσαν τα χέρια τους στο έτοιμο δείπνο.

Κι όταν ευφράνθηκαν με το φαΐ, με το πιοτό, τον λόγο πήρε η Καλυψώ, αρχοντική θεά, του είπε: «Λαερτιάδη διογέννητε, πολύτροπε Οδυσσέα, τόσο πολύ πεθύμησες το σπίτι σου; τώρα αμέσως θέλεις να γυρίσεις στην πατρίδα; Πήγαινε στο καλό λοιπόν. Κι όμως αν ήξερες ποια πάθη γράφει η μοίρα σου να κακοπάθεις, προτού πατήσεις χώμα πατρικό, εδώ μαζί μου θα 'μενες, φύλακας νοικοκύρης της σπηλιάς. Θα 'σουν κι αθάνατος, μόλο που σε φλογίζει ο πόθος της γυναίκας σου, σε τυραννά ο καημός για να την ξαναδείς, μέρα και νύχτα. Κι όμως δεν θα 'λεγα πως είμαι κατώτερή σου, μήτε στην όψη μήτε και στο ανάστημα. Έτσι κι αλλιώς, καθόλου δεν τους πρέπει, θνητές να ανταγωνίζονται θεές στης ομορφιάς τη χάρη.»

Ανταποκρίθηκε μιλώντας ο Οδυσσέας πολύγνωμος: «Ω σεβαστή θεά, παρακαλώ σε μην πικραίνεσαι μαζί μου· το είδα και καλά το ξέρω, η Πηνελόπη αντίκρυ σου, όσο κι αν δεν της λείπει η φρόνηση, σου υπολείπεται και στη μορφή και στο παράστημα. Είναι θνητή, κι εσύ 'σαι αθάνατη, στον χρόνο αγέραστη. Κι όμως εν γνώσει μου το θέλω και το επιθυμώ, απ' το πρωί ως το βράδυ, σπίτι μου να γυρίσω, να δω κι εγώ τη μέρα της επιστροφής. Κι αν, όπως λες, κάποιος θεός θελήσει να με χτυπήσει καταμεσής στο μπλάβο πέλαγος, θα το υπομείνω· ξέρει η καρδιά μου μες στα στήθη μου να υπομένει, γιατί έχω πάθει πολλά πάθη και δοκιμάστηκα πολύ στο κύμα και στη μάχη. Λοιπόν, μαζί με τ' άλλα, ας πάει κι αυτό.»

Σώπασε να μιλά. Και τότε άρχισε να δύει ο ήλιος, έπεσε το σκοτάδι. Προχώρησαν οι δυο στο κοίλο βάθος της σπηλιάς, κοιμήθηκαν μαζί, και χάρηκαν μαζί φιλί κι αγκάλη.

Η κατασκευή της σχεδίας

Μόλις επήρε να χαράζει, φάνηκε η ροδοδάχτυλη Αυγή. Εκείνος φόρεσε αμέσως χλαμύδα και χιτώνα, ο Οδυσσέας· εκείνη, η νεράιδα, ντύθηκε ρούχο κάτασπρο, μακρύ, χαριτωμένο, αραχνοΰφαντο, και ζώστηκε στη μέση της ζώνη χρυσή κι ωραία, ρίχνοντας στο κεφάλι της μαντίλα.

Κι ευθύς πήρε να σκέπτεται τον γυρισμό του μεγαλόψυχου Οδυσσέα. Του δίνει ένα διπλό πελέκι κοφτερό, χάλκινο και μεγάλο. Του 'δωσε και σκεπάρνι ακονισμένο, και πρώτη βγήκε στον δρόμο που τραβά στην άκρη του νησιού, όπου και τα μεγάλα δέντρα υψώνονταν. Τα δέντρα τα ψηλά τού δείχνει, και ξαναγύρισε προς τη σπηλιά η Καλυψώ θεόμορφη.

Εκείνος άρχισε να κόβει τους κορμούς (γρήγορα πήγαινε η δουλειά), συμπλήρωσε τους είκοσι κομμένους και τους πελέκησε με τον χαλκό τους κλώνους, τους έξυσε μετά και τους εστάθμισε, για να 'ναι ίσοι. Στην ώρα της, θεόμορφη η Καλυψώ φέρνει τα τρύπανα. Κι αυτός τα ξύλα τρύπησε και τα σοφίλιασε, ταιριάζοντάς τα με ξύλινα καρφιά κι αρμούς.

Ένας ήρωας και τεχνίτης

Ο Οδυσσέας δεν είναι μόνο πολεμιστής· είναι κι επιδέξιος μάστορας. Χτίζει ολόκληρη τη σχεδία μόνος του, με απλά εργαλεία, δείχνοντας πόσο πολύπλευρες ήταν οι ικανότητες ενός ομηρικού ήρωα.

Όσο φαρδύ τορνεύει μάστορης που κατέχει την τέχνη του άριστα τον πάτο καραβιού για φόρτωμα, τόσο φαρδιά κι ο Οδυσσέας την έφτιαξε την πλάβα, στεριώνοντας τα ίκρια με πολλά στραβόξυλα, ώσπου απλώνοντας μακριές σανίδες τέλειωσε την κουβέρτα.

Τότε και το κατάρτι το έμπηξε στη μέση μ' αντένα ταιριασμένη, και το τιμόνι το μαστόρεψε, να 'ναι ο κυβερνήτης του. Ύστερα τη σχεδία περίφραξε, στο κύμα για ν' αντέχει, με κλωνάρια ιτιάς, ρίχνοντας από πάνω φύλλα. Και ξαναφτάνει η Καλυψώ θεόμορφη με το λινό για τα πανιά· καλά κι αυτά τα μαστορεύει. Τα ξάρτια και τα κάτω καραβόσχοινα της έδεσε, και με φαλάγγια τη σχεδία τη σέρνει και τη ρίχνει στο θείο κύμα της θαλάσσης.

Ο απόπλους

Είχε πια συμπληρώσει μέρες τέσσερις, ώσπου τα τέλειωσε όλα. Στην πέμπτη μέρα η Καλυψώ θεόμορφη τον ξεπροβόδισε απ' το νησί της, αφού τον έλουσε η ίδια και του φόρεσε ρούχα που μοσχομύριζαν. Του έβαλε μέσα κι ένα ασκί, μαύρο κρασί γιομάτο· και δεύτερο, ακόμη πιο μεγάλο, με νερό· κι ένα δισάκι με τα τρόφιμα και τα προσφάγια, νόστιμα όλα και πολλά. Του στέλνει και τον ούριο άνεμο, άβλαβο και γλυκό.

Όλος χαρά ο θείος Οδυσσέας κι αγαλλίαση, με πρίμο αγέρι σήκωσε τα πανιά, κάθισε στο τιμόνι και το κυβέρνησε με τέχνη. Ύπνος δεν έπεσε στα βλέφαρά του, αλλά κοιτούσε συνεχώς την Πούλια, τον Βουκόλο που δύει αργά, την Άρκτο που τη λεν κι Αμάξι· δεν φεύγει από τη θέση της γυρίζοντας, μόνο παραμονεύει τον Ωρίωνα, και μόνη αυτή δεν λέει να πέσει στα λουτρά του Ωκεανού.

Πυξίδα χωρίς πυξίδα

Οι ομηρικοί ναυτικοί δεν είχαν πυξίδα. Προσανατολίζονταν τη νύχτα κοιτάζοντας σταθερά αστέρια, όπως η Άρκτος, που δεν έδυε ποτέ. Η Καλυψώ συμβούλεψε τον Οδυσσέα να έχει πάντα αυτόν τον αστερισμό στο αριστερό του χέρι, ώστε να ταξιδεύει σωστά από τη δύση προς την ανατολή.

Η Καλυψώ η θεόμορφη τον είχε ορμηνέψει, αυτό το αστέρι πάντοτε να το 'χει ποντοπορώντας στο ζερβό του χέρι. Και ποντοπόρησε μέρες δεκαεφτά· στη δέκατη όγδοη πήραν να φαίνονται βαθύσκιωτα της Φαιακίδας τα βουνά· έμοιαζαν σαν ασπίδα, στο πέλαγο το αχνό αφημένη.