Ο Ερμής φέρνει την εντολή του Δία στην Καλυψώ 🌅
Στο μέρος αυτό αρχίζει η διαδικασία του νόστου του Οδυσσέα. Με ενδιάμεσο σταθμό τη Σχερία, ο ήρωας φτάνει επιτέλους στην Ιθάκη με καράβι των Φαιάκων.
Περίληψη της ραψωδίας ε: Ὀδυσσέως σχεδία (Το πλοιάριο του Οδυσσέα) ⛵
Στη ραψωδία ε επαναλαμβάνεται η απόφαση των θεών για τον νόστο του Οδυσσέα και πραγματοποιείται η αποστολή του Ερμή στην Ωγυγία. Ο θεός ανακοινώνει στην Καλυψώ τη θεϊκή απόφαση, και η νεράιδα, παρά τις αρχικές αντιδράσεις της, υπακούει τελικά στην εντολή του Δία και βοηθάει τον Οδυσσέα να κατασκευάσει μια σχεδία για το ταξίδι του νόστου.
Με τη σχεδία αυτή ταξίδεψε ο ήρωας σε ήρεμη θάλασσα ως τη στιγμή που τον αντιλήφθηκε ο Ποσειδώνας. Ξέσπασε τότε τρικυμία, που διέλυσε τη σχεδία, και ο Οδυσσέας, αφού πάλεψε τρεις μέρες με τα κύματα, βγήκε ναυαγός στη χώρα των Φαιάκων.
Η περίληψη της ραψωδίας ε συμπυκνώνει σε λίγες γραμμές ένα ταξίδι είκοσι ημερών πάνω σε μια αυτοσχέδια σχεδία και μια τριήμερη μάχη με τα κύματα. Το κύριο θέμα που αναλύεται αναλυτικά, όμως, είναι κάτι πολύ πιο σύντομο σε διάρκεια: το δεύτερο συμβούλιο των θεών στον Όλυμπο.
Το δεύτερο συμβούλιο των θεών: η Αθηνά παίρνει τον λόγο 🦉
Μόλις σηκώθηκε η Αυγή από την κλίνη του ευγενικού της Τιθωνού, το φως να φέρει σε θνητούς κι αθάνατους, αμέσως κι οι θεοί συνάχτηκαν στους θρόνους τους, στη μέση ο Δίας που ψηλά βροντά κι έχει τη δύναμή του ακαταμάχητη.
Τότε κι η Αθηνά άρχισε να μιλά, τα πάθη τα πολλά του Οδυσσέα μνημονεύοντας· είχε την έγνοια του εκεί που ξέμεινε στα δώματα της Καλυψώς:
«Δία πατέρα κι άλλοι θεοί μακαρισμένοι με της αθανασίας το χάρισμα, κανένας πια που το βασιλικό ραβδί κρατά δεν θα 'ναι πρόθυμος, ήπιος και νηφάλιος, μήτε βαθιά στα φρένα του το δίκιο θα γνωρίζει, μόνο από δω και πέρα θα μπορεί να δείχνεται άσπλαχνος, να ξεστρατίζει σε παράνομα έργα, αφού μες στον λαό του, όπου ο θείος Οδυσσέας βασίλευε, κανείς δεν τον αναθυμάται, κι ας ήτανε γλυκός μαζί τους σαν πατέρας.
Κι όμως εκείνος βρίσκεται σ' ένα νησί αφημένος, με πόνο ασήκωτο, στα δώματα της νύμφης Καλυψώς, που τον κρατά άθελά του, και δεν μπορεί να ξαναδεί την πατρική του γη [...]. Τώρα και τον μονάκριβό του γιο γυρεύουν να σκοτώσουν, όταν γυρίσει σπίτι του – πήγε ν' ακούσει νέα του πατέρα του, πρώτα στην Πύλο την ιερή, στη Λακεδαίμονα τη θεία μετά.»
Στο κείμενο ο Δίας απαντά σαν να έχει ακούσει ο ίδιος για τη βουλή της εκδίκησης απέναντι στους μνηστήρες, ενώ στην πραγματικότητα γι' αυτό μίλησε η Αθηνά μόνο στον Τηλέμαχο. Τα πρόσωπα του έπους επιτρέπεται να γνωρίζουν ό,τι γνωρίζει και ο ακροατής — δεν πρέπει να μπερδέψει τον μαθητή σαν ασυνέπεια του ποιητή.
Η απάντηση του Δία και η εντολή στον Ερμή ⚡
Όμως κι ο Δίας, που τα σύννεφα συνάζει, στην Αθηνά αποκρίθηκε:
«Κόρη, τι λόγος βγήκε από το στόμα σου ανεμπόδιστος! Εσύ δεν ήσουν που αποφάσισες εκείνη τη βουλή, πίσω ο Οδυσσέας γυρίζοντας να πάρει εκδίκηση απ' τους μνηστήρες; Όσο για τον Τηλέμαχο, στο χέρι σου είναι, εσύ τον οδηγείς, καταπώς ξέρεις και μπορείς, ώστε με δίχως βλάβη να πατήσει της πατρίδας του το χώμα, ενώ οι μνηστήρες άπρακτοι να φέρουν στο λιμάνι το καράβι τους.»
Κι ευθύς στον γιο του Ερμή στράφηκε να του πει:
«Ερμή, μαντατοφόρε εσύ σ' όλα μας τα μηνύματα, σου παραγγέλλεται να πεις στην καλλίκομη νύμφη την άψογη εντολή μας: τον νόστο του καρτερικού Οδυσσέα, πως πρέπει να γυρίσει πίσω, χωρίς τη συνοδεία θεών ή και θνητών ανθρώπων. Πάνω σε μια ξυλόδετη σχεδία, είκοσι μέρες και φριχτά βασανισμένος, στην εύφορη Σχερία ας φτάσει, τη χώρα των Φαιάκων, που είναι η φύτρα τους συγγενική με των θεών. Κι αυτοί από καρδιάς θα τον τιμήσουν σαν θεό, και με καράβι θα τον στείλουν στη γλυκιά πατρίδα [...]. Είναι της μοίρας του να ξαναδεί δικούς και φίλους, να φτάσει στο ψηλό παλάτι του, το χώμα να πατήσει της πατρίδας του.»
Ο Δίας δεν διαλέγει τυχαία τη Σχερία ως τον επόμενο σταθμό. Οι Φαίακες συγγενεύουν με τους θεούς, αφού ο γενάρχης τους, ο Ναυσίθοος, ήταν γιος του Ποσειδώνα. Έτσι η φιλοξενία που θα προσφέρουν στον Οδυσσέα είναι σχεδόν αναμενόμενη.
Μίλησε ο Δίας και δεν απείθησε ο Ερμής, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς. Αμέσως έδεσε στα πόδια του τα ωραία σαντάλια, εκείνα τα θεσπέσια και χρυσά που ανάλαφρα, με τις πνοές του ανέμου, τον ταξιδεύουν στην απέραντη στεριά και στα πελάγη. Πήρε και το ραβδί του, αυτό που μαγνητίζει τα μάτια των ανθρώπων [...].
Ο Ερμής πετά από τον Όλυμπο στην Ωγυγία 🕊️
Με τούτο το ραβδί στα χέρια του, άρχισε να πετά ο κρατερός Αργοφονιάς, κι ολοταχώς, απ' τον αιθέρα του ουρανού, πάνω απ' την Πιερία, χύθηκε στο πέλαγος, το κύμα ακροπατώντας σαν τον γλάρο [...]. Κι όταν πετώντας έφτασε το απόμακρο νησί, από τον πόντο τον μενεξελή, και πάτησε τη γη.
Πλησίασε προς την ευρύχωρη σπηλιά όπου η καλλίκομη νεράιδα κατοικούσε. Τη βρήκε μέσα. Κόρωνε στη σχάρα μια φωτιά μεγάλη, και μοσκοβόλαγε ένα γύρο το νησί, που καίγονταν ο κέδρος κι η θούγια. Εκείνη εκεί: να τραγουδά με την ωραία φωνή της, υφαίνοντας στον αργαλειό με τη χρυσή σαΐτα.
Γύρω από τη σπηλιά θρασομανούσε δάσος με λεύκες, σκλήθρες, κυπαρίσσια μυριστά. Πουλιά με τα φτερά τους τεντωμένα, τώρα πάνω στους κλώνους κούρνιαζαν: γεράκια, κουκουβάγιες και μακρύγλωσσες θαλασσινές κουρούνες [...]. Κι εκεί μπροστά να περιβάλλει τη βαθιά σπηλιά μια νιούτσικη και καρπερή κληματαριά, σταφύλια φορτωμένη. Τέσσερις κρήνες στη σειρά να τρέχουν, στο πλάι η μια της αλληνής, κι όμως η καθεμιά αλλού το γάργαρο νερό της να ξεδίνει. Στις δυο μεριές λιβάδια μαλακά μ' άγριες βιολέτες κι άγρια σέλινα. Κι ένας θεός αν έρχονταν εδώ, κοιτάζοντας αυτό της ομορφιάς το θαύμα, θα γέμιζε αγαλλίαση η ψυχή του.
Ο ποιητής επιλέγει να δείξει την ομορφιά της Ωγυγίας μέσα από τα μάτια του Ερμή, ενός θεού συνηθισμένου στο κάλλος του Ολύμπου. Το ότι στέκεται και θαμπώνεται δείχνει πόσο εξαιρετικό είναι το νησί — ένα σκηνικό-τοπίο ιδανικό, κατάλληλο για μια θεά.
Έμεινε εκεί ο Ερμής, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς, το θαύμα να κοιτάζει. Κι όταν ο νους του χόρτασε θαυμάζοντας, το βλέμμα του γυρίζοντας παντού, μπήκε κατόπι στη φαρδιά σπηλιά.
Μόλις τον είδε η Καλυψώ, αρχοντική θεά, ευθύς τον αναγνώρισε – γιατί οι θεοί δεν μένουν μεταξύ τους άγνωστοι, ακόμη κι όταν κατοικούν μακριά ο ένας απ' τον άλλο. Μόνο τον μεγαλόψυχο Οδυσσέα δεν βρήκε στη σπηλιά· όπως και πριν, έτσι και τώρα, στην ακτή καθόταν κι έκλαιγε, τα σωθικά του τρώγοντας με δάκρυα, στεναγμούς και λύπες, κοιτάζοντας με μάτια βουρκωμένα απέραντο το πέλαγος.
Ο Ερμής θαυμάζει την ομορφιά του νησιού, ενώ ο Οδυσσέας, στο ίδιο ακριβώς σκηνικό, θρηνεί κοιτάζοντας το πέλαγος. Η αντίθεση αυτή δείχνει καθαρά πόσο βαρύ είναι για τον ήρωα το αίσθημα της αιχμαλωσίας, ακόμη κι όταν ζει σ' έναν επίγειο παράδεισο.
Η Καλυψώ φιλεύει τον Ερμή και ρωτά τον σκοπό της επίσκεψης 🍇
Η Καλυψώ, αρχοντική θεά, ρώτησε αμέσως τον Ερμή, αφού πρώτα τον κάθισε σε κάθισμα γυαλιστερό κι ωραίο:
«Ποιος λόγος πες μου, Ερμή με το χρυσό ραβδί, σε φέρνει εδώ; [...] Μίλα λοιπόν κι άνοιξε την ψυχή σου, πρόθυμη είμαι να το κάνω ό,τι ζητάς, φτάνει να το μπορώ / και να μπορεί να γίνει. Μα πρώτα έλα μαζί μου, θέλω να σε φιλέψω.»
Τον λόγο της συμπλήρωσε η θεά και του έστρωσε τραπέζι: άφθονη αμβροσία, νέκταρι κόκκινο. Κι έπινε εκείνος κι έτρωγε, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς, ώσπου δειπνώντας χόρτασε κι ευφράνθη.
Τότε κι αυτός με τη σειρά του πήρε τον λόγο κι είπε:
«Θεά εσύ, έναν θεό ρωτάς πώς έφτασα εδώ πέρα. Ξεκάθαρα θα σου μιλήσω, όπως το θέλησες και μόνη σου· ο Δίας μ' έστειλε, αυτός με πρόσταξε να 'ρθω, δίχως εγώ να το θελήσω — ποιος με τη θέλησή του θα 'παιρνε τόσο δρόμο, σχίζοντας το απέραντο νερό της αλμυρής θαλάσσης; Πόλη δεν βλέπω εδώ κοντά καμιά μ' ανθρώπους που προσφέρουν στους θεούς θυσίες, εκατόμβες διαλεχτές. Αλλά το ξέρεις, την εντολή του Δία, που έχει σκουτάρι τη βροντή του, άλλος θεός δεν τόλμησε να παραβεί ποτέ και να χαλάσει.
Εκείνος λέει πως κοντά σου ζει ο πιο συφοριασμένος των ανθρώπων απ' όσους άντρες επολέμησαν χρόνους εννιά γύρω απ' το κάστρο του Πριάμου, τον δέκατο το κούρσεψαν, και πήραν ύστερα τον δρόμο της επιστροφής, όμως, καθώς ξεκίναγαν να φύγουν, αμάρτησαν στην Αθηνά, κι εκείνη καταπάνω τους σηκώνει κακούς ανέμους και μεγάλα κύματα. Οι άλλοι όλοι, ένδοξοι σύντροφοι, σβήσαν και χάθηκαν— μόνος του αυτός, από τον άνεμο δαρμένος κι απ' το κύμα, άραξε εδώ.
Αυτόν λοιπόν, κι αμέσως, ο Δίας εντέλλεται, όσο πιο γρήγορα μπορείς, να τον κατευοδώσεις. Γιατί δεν είναι το γραφτό του ν' αφανιστεί εδώ πέρα, τόσο μακριά από τους δικούς του· είναι της μοίρας του να ξαναδεί δικούς και φίλους, να φτάσει στο ψηλό παλάτι του, το χώμα να πατήσει της πατρίδας του.»
Η αναγγελία του Ερμή στην Καλυψώ δεν επαναλαμβάνει απλώς την εντολή του Δία λέξη προς λέξη. Ο Ερμής προσθέτει το ιστορικό της περιπέτειας του Οδυσσέα — τον χαμό των συντρόφων, την οργή της Αθηνάς — για να πείσει την απρόθυμη νύμφη. Η ίδια εντολή διατυπώνεται διαφορετικά ανάλογα με το ποιος μιλά σε ποιον.
Η αντίδραση της Καλυψώς και η αναχώρηση του Ερμή 🌬️
Ρίγησε η Καλυψώ, ακούγοντας τον λόγο του. Ύστερα μίλησε, και πέταξαν τα λόγια της σαν τα πουλιά:
«Άσπλαχνοι και ζηλόφθονοι θεοί, σ' αυτό είστε πρώτοι! Ω, δεν ανέχεστε θεές που φανερά πλαγιάζουν με θνητούς [...].
[Η Καλυψώ αναφέρεται σε θεές που αγάπησαν θνητούς, οι θεοί όμως ζήλεψαν και σκότωσαν τους αγαπημένους τους — και συνεχίζει:]
Έτσι και τώρα πέφτει ο φθόνος σας σ' εμένα που έχω κοντά μου ένα θνητό. Κι όμως εγώ τον έσωσα, την ώρα που πιασμένος σε καρίνα πάλευε μόνος με τα κύματα, αφού το γρήγορο καράβι του ο Δίας το τσάκισε με τον πυρφόρο κεραυνό του καταμεσής στο μαύρο πέλαγο. Οι άλλοι, ξακουστοί συντρόφοι του, όλοι τους έσβησαν και πάνε, κι αυτόν μονάχα κύμα κι άνεμος τον έφεραν εδώ.
Κι εγώ τον υποδέχτηκα μ' αγάπη και τον έθρεψα, λογάριαζα να γίνει αθάνατος για πάντα και να μείνει αγέραστος. Όμως, όπως το λες, την εντολή του Δία, που έχει σκουτάρι τη βροντή του, άλλος θεός δεν τόλμησε να παραβεί ποτέ και να χαλάσει. Ας πάει λοιπόν να δέρνεται, όπως εντέλλεται εκείνος και προστάζει, στο άκαρπο πέλαγος. [...] Είμαι ωστόσο πρόθυμη στο να τον συμβουλεύσω, δεν θα του κρύψω τίποτε, πώς να γυρίσει στην πατρίδα του χωρίς μεγάλη βλάβη.»
Η Καλυψώ δεν κρατούσε τον Οδυσσέα μόνο επειδή τον αγαπούσε: σχεδίαζε να τον κάνει αθάνατο και αγέραστο, δηλαδή να του χαρίσει ό,τι πιο πολύτιμο έχουν οι θεοί. Ο Οδυσσέας, όμως, προτιμά τη θνητή πατρίδα του από την αιώνια ζωή δίπλα σε μια θεά — κάτι που θα φανεί καθαρότερα στη συνέχεια της ραψωδίας.
Της αποκρίνεται ο Ερμής, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς:
«Άσ' τον να φύγει, όπως το λες. Φυλάξου από την οργή του Δία, μήπως μια μέρα πέσει πάνω σου το βάρος του θυμού του.»
Μίλησε κι αναχώρησε ο κρατερός Αργοφονιάς. [...]