🏹 Ο Τηλέμαχος και το τόξο του πατέρα του 🏹
[Κατά τον αγώνα τόξου, η Πηνελόπη ζήτησε να δοθεί το τόξο και στον «ξένο» (τον μεταμφιεσμένο Οδυσσέα), πήρε όμως την ακόλουθη απάντηση από τον Τηλέμαχο:]
«Μάνα, το τόξο αυτό μού ανήκει, κανείς σ' αυτό δεν είναι ανώτερός μου· το δίνω σ' όποιον θέλω εγώ ή και τ' αρνούμαι. Κανένας δεν μπορεί, παρά τη θέλησή μου, να βγάλει απαγόρευση δική του, αν ήθελα εγώ το τόξο στον ξένο να το δώσω, και μάλιστα για πάντα, να καμαρώνει με το δώρο μου. Αλλά του λόγου σου τράβα στην κάμαρή σου και κοίτα τις δουλειές σου – το τόξο όμως είναι των αντρών υπόθεση, όλων και προπαντός δική μου, αφού σ' εμένα ανήκει το κουμάντο του σπιτιού.»
Αυτά τα λόγια ανήκουν σε μια στιγμή πολύ μεταγενέστερη από τη σκηνή του δείπνου με τον αοιδό Φήμιο: εδώ ο Τηλέμαχος μιλάει στη μητέρα του λίγο πριν φτάσει ο μεγάλος αγώνας του τόξου, τη στιγμή δηλαδή που πλησιάζει η αναμέτρηση του Οδυσσέα με τους μνηστήρες.
Τα 'χασε εκείνη και πήρε ν' ανεβαίνει στην κάμαρή της, αναθιβάνοντας στον νου της τα λόγια του παιδιού της. Κι όταν ανέβηκε στο ανώγι με τις δυο της βάγιες, έστησε για τον Οδυσσέα θρήνο, το ακριβό της ταίρι, ωσότου η Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, μ' ύπνο γλυκό της σφάλισε τα βλέφαρα.
Η σκηνή θυμίζει επίτηδες εκείνη του δείπνου: ο Τηλέμαχος διώχνει ξανά τη μητέρα του στο δωμάτιό της με σχεδόν τα ίδια λόγια («κοίτα τις δουλειές σου»), κι εκείνη ξανά υπακούει και θρηνεί. Η ομοιότητα βοηθά τον αναγνώστη να συγκρίνει πόσο έχει αλλάξει —ή δεν έχει αλλάξει— η σχέση τους στο μεταξύ.