🎶 Ο Φήμιος, η Πηνελόπη και ο νέος Τηλέμαχος 🎶
Τους τραγουδούσε ο φημισμένος αοιδός, κι εκείνοι καθισμένοι τον ακούν με τη σιωπή τους· των Αχαιών τον νόστο τραγουδούσε, πικρόν όπως τον όρισε τον γυρισμό τους απ' την Τροία η Αθηνά Παλλάδα. Των Αχαιών τον νόστο τραγουδούσε, πικρόν... Τότε από το υπερώο ψηλά συνάκουσε το θείο τραγούδι, και την άγγιξε, του Ικαρίου η κόρη, η Πηνελόπη, σκεφτική και φρόνιμη· από τον θάλαμό της κατεβαίνει την ψηλή του σκάλα· δεν ήταν μόνη, τη συνόδευαν οι δυο της βάγιες.
Κι όταν κοντά με τους μνηστήρες βρέθηκε, η θεία γυναίκα, στήθηκε στην κολόνα εκείνη που κρατεί στερεή τη στέγη, τη λαμπερή μαντίλα της τραβώντας γύρω στα μάγουλά της. Κι ενώ πιστές οι ακόλουθες, δεξιά κι αριστερά, της παραστέκουν, εκείνη δακρυσμένη μίλησε στον θεϊκό αοιδό:
«Φήμιε, το ξέρεις πως μπορείς να θέλγεις τους θνητούς και μ' άλλα κατορθώματα μεγάλα, ανθρώπων και θεών, των αοιδών τα γνώριμα τραγούδια· ένα απ' αυτά παρακαθήμενος τραγούδησε, κι αυτοί ας πίνουν το κρασί τους σιωπηλοί· ετούτο μόνο το τραγούδι μην το συνεχίσεις, θλιβερό κι αβάστακτο· σπαράζει την καρδιά μου μες στα στήθη, αφότου με κατοίκησε πένθος μεγάλο κι αλησμόνητο. Τέτοιο το πρόσωπο που εγώ ποθώ, και συνεχώς τη μνήμη μου πληγώνει η μορφή του αντρός μου, με δόξα απέραντη, απλωμένη στην Ελλάδα και μέσα στο Άργος.»
Η Πηνελόπη θρηνεί τον Οδυσσέα σαν να είναι σίγουρα νεκρός, αν και κανείς δεν ξέρει τι απέγινε. Το τραγούδι του Φήμιου την πονάει επειδή της θυμίζει πως δεν έχει ούτε τάφο να κλάψει πάνω του ούτε βεβαιότητα για την τύχη του.
Της αντιμίλησε όμως ο γνωστικός Τηλέμαχος:
«Μητέρα μου, πώς θέλεις ν' αρνηθείς στον τιμημένο μας αοιδό χαρά να δίνει μ' ό,τι βάζει ο νους του; Φταίχτες δεν είναι οι αοιδοί· ο Δίας ίσως είναι ο αίτιος, που δίνει στους φιλόπονους ανθρώπους ό,τι θελήσει εκείνος στον καθένα. Δεν πρέπει η αγανάκτηση σ' αυτόν να πέφτει, που ψάλλει την κακή μοίρα των Δαναών. Ξέρεις, οι άνθρωποι τιμούν και προτιμούν εκείνο το τραγούδι που τους φαντάζει, ακούγοντας, το τελευταίο. Θάρρος λοιπόν χρειάζεσαι και σφίξε την καρδιά σου να τ' ακούσεις· δεν ήταν μόνος ο Οδυσσέας που χωρίστηκε στην Τροία από του νόστου του τη μέρα· κι άλλοι πολλοί, γενναίοι άντρες, χάθηκαν και πάνε. Αλλά καλύτερα να πας στην κάμαρή σου, με τα δικά σου έργα απασχολήσου, τον αργαλειό, τη ρόκα· δίνε στις παρακόρες εντολές, για να δουλεύουν με φροντίδα. Ο λόγος είναι μέλημα του αντρός, του καθενός, και περισσότερο δικό μου· σ' αυτό το σπίτι είμαι εγώ ο κυβερνήτης.»
Η φράση «σ' αυτό το σπίτι είμαι εγώ ο κυβερνήτης» δεν είναι απλώς μια απότομη αντίδραση ενός γιου προς τη μητέρα του. Δείχνει το αποτέλεσμα της επέμβασης της Αθηνάς στο μυαλό του Τηλέμαχου, αν και η αλλαγή θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και φυσική: κάποια στιγμή, κάτω από το βάρος των ευθυνών, ο άνθρωπος μεγαλώνει.
Κατάπληκτη η Πηνελόπη τότε τραβήχτηκε στην κάμαρή της, κρατώντας μέσα της τη συμβουλή του γιου της. Κι όταν ανέβηκε ψηλά στον θάλαμο, με τις ακόλουθες μαζί, έστησε θρήνο για τον Οδυσσέα, το ακριβό της ταίρι, ωσότου η Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, κλείνει τα βλέφαρά της, σταλάζοντας ύπνο γλυκό.
Την ίδιαν ώρα οι μνηστήρες, στον ίσκιο της μεγάλης αίθουσας, σήκωσαν ταραχή: όλοι τους κι ολοφάνερα κάνουν ευχή, μαζί της θέλουν να πλαγιάσουν στο κρεβάτι.
Ο Τηλέμαχος απευθύνεται στους μνηστήρες 🗣️
Τότε λοιπόν τον λόγο πήρε πρώτος ο συνετός Τηλέμαχος:
«Μνηστήρες της μητέρας μου, που σας κατέχει υπεροψία και μέθη, προς το παρόν, στου δείπνου την απόλαυση ας δοθούμε, αλλά χωρίς φωνές· αλήθεια βρίσκω τόσο ωραίο να ακούει κανείς τον αοιδό μας, τέτοιος που είναι, θα 'λεγες η φωνή του μοιάζει με θεού. Με το ξημέρωμα όμως καλώ τους πάντες να βρεθούμε στην αγορά για τη συνέλευση, όπου σκοπεύω να σας πω την απαγόρευσή μου απερίφραστα: έξω από το παλάτι πια· αλλού να ψάξετε έτοιμα τραπέζια· και στο εξής να σπαταλάτε δικά σας αγαθά, τα σπίτια μεταξύ σας συναλλάσσοντας. Ανίσως όμως και νομίζετε πως είναι συμφερότερο και πιο γενναίο, τα πλούτη ενός ανθρώπου να εξανεμίζονται έτσι ατιμώρητα, φάτε λοιπόν κι αρπάξτε· τότε κι εγώ θα υψώσω στους αθάνατους φωνή, άμποτε ο Δίας στην παρανομία αυτή να δώσει εκδίκηση· τότε, ως τώρα ατιμώρητοι, μέσα στο σπίτι, εδώ, θα βρείτε τον χαμό.»
Έτσι ωμά τους μίλησε· κι εκείνοι, τα χείλη τους δαγκώνοντας, έμειναν ώρα να θαυμάζουν όλοι τους τον Τηλέμαχο, το θάρρος της αγόρευσής του.
Οι μνηστήρες δεν αντιμιλούν αμέσως στον Τηλέμαχο· δαγκώνουν τα χείλη τους από έκπληξη. Είναι η πρώτη φορά που ο γιος του Οδυσσέα τούς μιλάει με τέτοιο θάρρος, και ακόμη κι εκείνοι το αναγνωρίζουν.
Μετά του αντιμίλησε ο Αντίνοος, γιος του Ευπείθη:
«Φαίνεται πως, Τηλέμαχε, καλά σε δασκαλεύουν οι θεοί αυτούσιοι, κι έγινες επηρμένος, με τόσο θάρρος που αγορεύεις. Μόνο μη δώσει ο Δίας και, στη θαλασσοφίλητη Ιθάκη, βρεθείς εσύ ο κληρονόμος βασιλιάς μας, από το γένος του πατέρα σου.»
Αμέσως τότε κι ο Τηλέμαχος, με τη δική του γνώση, ανταποκρίθηκε:
«Αντίνοε, έστω κι αν με φθονήσεις, τον λόγο μου εγώ θα πω: θα το δεχόμουν, αν ο Δίας το χάριζε, αξίωμα βασιλικό. Φαντάζομαι να συμφωνείς ότι η τιμή του στους ανθρώπους δεν είναι ευκαταφρόνητη· και δεν νομίζεται κακό να βασιλεύεις· σπίτι γεμάτο πλούτη, κι οι μεγαλύτερες τιμές δικές σου. Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν κι άλλοι, πολλοί Αχαιοί να βασιλεύσουν, νέοι και γέροι, στη θαλασσοφίλητη Ιθάκη· ένας τους θα μπορούσε να αναλάβει το βασιλικό αξίωμα, αφού ο θείος Οδυσσεύς είναι νεκρός. Όσο για μένα, το αξιώνω, ο ίδιος να 'μαι ο κύριος του σπιτιού μου, εγώ να κυβερνώ τους υπηρέτες – τη λεία που κέρδισε ο ξακουστός πατέρας μου.»
Τότε στη μέση μπήκε ο γιος του Πολύβου, ο Ευρύμαχος:
«Τηλέμαχε, αυτά εναπόκεινται στην κρίση των θεών, ποιος από τους Αχαιούς θα βασιλεύσει στη θαλασσοφίλητη Ιθάκη. Τα χτήματά σου είναι βέβαια δικά σου, στο σπίτι σου εσύ 'σαι ο αφέντης. Και να μη σώσει κάποιος, όποιος, χωρίς την άδειά σου, το βιος σου με τη βία ν' αρπάξει, όσο η Ιθάκη κατοικείται από ανθρώπους. Αλλά, ωραίε και γενναίε εσύ, θέλω να σε ρωτήσω για τον ξένο: ποιος είναι κι από πού; για ποια, δική του χώρα καμαρώνει; ποια η γενιά του κι η πατρίδα του; ποιο χώμα τον ανάστησε; Ή μήπως φέρνει κάποιο νέο για τον πατέρα σου; Εκτός κι αν ήλθε για δικό του όφελος, από δική του ανάγκη. Παράξενο που τόσο απότομα πετάχτηκε να φύγει· καν δεν περίμενε να γνωριστούμε. Πάντως στην όψη του δεν έδειχνε τίποτε ταπεινό.»
Με σύνεση και γνώση του αντιμίλησε ο Τηλέμαχος:
«Ευρύμαχε, για μένα ο νόστος του πατέρα μου είναι χαμένη υπόθεση· δεν εμπιστεύομαι λοιπόν κανένα μήνυμα, αν από κάπου φτάσει, μήτε και λογαριάζω τους χρησμούς, αν κάποιον μάντη η μάνα μου φωνάξει στο παλάτι και μ' αγωνία τον ρωτά. Όσο γι' αυτόν τον ξένο, φίλος μας είναι πατρικός, από την Τάφο· Μέντης το όνομά του και καυχιέται πως είναι ο γιος του εμπειροπόλεμου Αγχιάλου· ο ίδιος τώρα τους θαλασσινούς Ταφίους κυβερνά.»
Ήταν αυτή η τελευταία του λέξη, κι ας είχε αναγνωρίσει την αθάνατη θεά.
Ο ξένος «Μέντης» ήταν στην πραγματικότητα η θεά Αθηνά μεταμφιεσμένη. Ο Τηλέμαχος το έχει καταλάβει, όμως δεν το αποκαλύπτει στους μνηστήρες. Αυτή η σιωπή δείχνει πόσο πιο προσεκτικός και ώριμος έχει γίνει: δεν μοιράζεται πια ό,τι ξέρει με τον πρώτο τυχόντα.
[Το βράδυ, μετά τον χορό και το τραγούδι, οι μνηστήρες πήγαν στα σπίτια τους.]
Ο Τηλέμαχος πλαγιάζει σκεφτικός 🌙
Με τη σειρά του κι ο Τηλέμαχος – μια κάμαρη ψηλή, για χάρη του χτισμένη, έβλεπε στην αυλή, πανέμορφη κι ολόγυρα προφυλαγμένη. Πήγε λοιπόν εκεί να κοιμηθεί, αλλά ο νους του γύριζε από τις σκέψεις τις πολλές. Κοντά του βάδιζε, δαδιά κρατώντας αναμμένα, υπόδειγμα αφοσίωσης, η Ευρύκλεια, του Ώπα η θυγατέρα. Παλιά την εξαγόρασε ο Λαέρτης, κι έγινε από τότε κτήμα του· ήταν ακόμη κοπελίτσα και την αντάλλαξε μ' είκοσι βόδια. Αυτή λοιπόν, δαδιά κρατώντας αναμμένα, τον συνόδευε – τόσο πολύ τον αγαπούσε, όσο καμιά από τις άλλες δούλες, γιατί τον είχε αναθρέψει από μωρό.
Η αξία της Ευρύκλειας δεν μετριέται μόνο σε βόδια. Παρόλο που ήταν σκλάβα, έγινε η πιο έμπιστη υπηρέτρια του παλατιού και η τροφός του Τηλέμαχου — μια θέση που της έδινε μεγαλύτερη οικειότητα με τη βασιλική οικογένεια απ' ό,τι σε πολλούς ελεύθερους ανθρώπους.
[Η Ευρύκλεια τακτοποίησε την κάμαρη και αποχώρησε.]
Εκεί εκείνος, όλη τη νύχτα ξάγρυπνος και σκεπασμένος με φλοκάτη, τον δρόμο μελετούσε μέσα του, όπως τον όρισε η θεά Αθηνά.