1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Ο Τηλέμαχος μιλά με τον «ξένο» Μέντη 🗣️

Κύριο θέμα: Ο διάλογος του Τηλέμαχου με την Αθηνά, που έχει πάρει τη μορφή του Μέντη, φανερώνει τα προβλήματα του Τηλέμαχου και δείχνει πώς η θεά προσπαθεί να τον ενθαρρύνει, ώστε να αναλάβει επιτέλους πρωτοβουλίες ως κύριος του σπιτιού.

Την ίδια ώρα ο Τηλέμαχος γύρισε να μιλήσει στη γλαυκόματη Αθηνά, γέρνοντας το κεφάλι προς το μέρος της, να μην τον πάρουν είδηση οι άλλοι:

«Καλέ μου ξένε, θα με παρεξηγήσεις αν γυμνή τη σκέψη μου σου πω; Το μέλημά τους, ξένε, είναι αυτά που βλέπεις: κιθάρα και τραγούδι, εύκολο μέλημα, αφού ατιμώρητοι ρημάζουν ξένα αγαθά· ενός που τα λευκά του οστά, κάπου αφημένα στη στεριά, τα σάπισε η νεροποντή, ή και το κύμα τα παρασύρει του πελάγου. Αν όμως στην Ιθάκη γύριζε εκείνος, αν μπρος στα μάτια τους τον έβλεπαν· όλοι τους λέω πως θα ύψωναν ευχή, πόδια να είχαν ελαφρότερα, παρά να τους βαραίνει ο πλούτος με μαλάματα και ρούχα. Μα τώρα αυτός αφανισμένος, όπως αφανίστηκε, με θάνατο άσχημο, δεν άφησε σ' εμάς καμιά παρηγοριά κι ελπίδα, αν κάποιος από τους θνητούς στη γη που κατοικούμε ισχυριστεί πως θα γυρίσει· του γυρισμού του η μέρα χάθηκε και πάει. Όμως εσύ αποκρίσου σ' ό,τι κι αν σε ρωτήσω, καθαρά και ξάστερα: ποιος είσαι κι από πού; [...] με ποιο καράβι εδώ μας ήλθες; [...] έρχεσαι πρώτη φορά στα μέρη μας, ή μήπως είσαι φίλος πατρικός. Γιατί κι άλλους πολλούς αυτό το σπίτι καλωσόρισε, αφού κι εκείνος ήταν κοσμογυρισμένος.»

Ένα σπίτι ανοιχτό σε ξένους

Ο Τηλέμαχος θυμίζει στον επισκέπτη πως το παλάτι του Οδυσσέα φιλοξενούσε πάντα ταξιδιώτες, γιατί κι ο ίδιος ο Οδυσσέας ήταν πολυταξιδεμένος. Η φιλοξενία των ξένων ήταν ιερή υποχρέωση στην ομηρική εποχή — κανείς δεν ήξερε πότε ο απλός περαστικός μπορεί να ήταν στην πραγματικότητα θεός.

Ο «Μέντης» συστήνεται

Ανταποκρίθηκε, τα μάτια λάμποντας, αμέσως η θεά Αθηνά:

«Πρόθυμα κι ακριβώς, όσα ζητάς να μάθεις, θα σου πω: Μέντης το όνομά μου, γιος του εμπειροπόλεμου Αγχιάλου, ο ίδιος τους θαλασσινούς Ταφίους κυβερνώ· εδώ μ' ένα καράβι και συντρόφους έφτασα, έτοιμος να ανοιχτώ στο μπλάβο πέλαγος, πηγαίνοντας σ' αλλόγλωσσους ανθρώπους, στην Τεμέσα· γυρεύω ν' ανταλλάξω σίδηρο γυαλιστερό που φέρνω, με χαλκό· κι όσο για το καράβι μου, με περιμένει κάπου εκεί στα χτήματα, έξω από την πόλη, στο λιμάνι Ρείθρο, κάτω απ' το δασωμένο Νήιο. Ναι, καμαρώνουμε πως είμαστε αμοιβαίοι φίλοι, γονικοί κι ανέκαθεν – πήγαινε, αν θέλεις, να ρωτήσεις τον ανδρείο Λαέρτη, γέροντα πια, που τώρα ακούω δεν κυκλοφορεί σαν άλλοτε στην πόλη· αποτραβήχτηκε στα χτήματα, βαρύς από τα βάσανα και μόνος, με μια γερόντισσα που τον υπηρετεί· [...]. Και να 'με τώρα· η φήμη μ' έφερε πως βρίσκεται ο πατέρας σου κιόλας στην πόλη – φαίνεται όμως οι θεοί τού φράζουνε τον δρόμο ακόμη. Ωστόσο ο θείος Οδυσσέας δεν πέθανε, της γης το χώμα δεν τον σκέπασε· είναι, πιστεύω, ζωντανός, κι ας εμποδίζεται στη μέση του ανοιχτού πελάγους [...].

Άκουσε όμως τώρα τη μαντεία μου, όπως μέσα στον νου μου την ξυπνούν οι αθάνατοι κι όπως νομίζω πως θα γίνει – δεν ισχυρίζομαι πως είμαι μάντης, μήτε και καλοξέρω να εξηγήσω τα σημάδια των πουλιών, κι όμως: πολύν καιρό ακόμη δεν θα μείνει εκείνος μακριά από την πατρίδα του· έστω κι αν τον κρατούν στα σίδερα, θα βρει τον τρόπο να γυρίσει, αυτός που είναι πολυμήχανος. Μα τώρα απάντησε στο ερώτημά μου και μίλησέ μου ειλικρινά: αν, ένα τέτοιο παλικάρι, είσαι του Οδυσσέα, ο δικός του γιος· απίστευτο πώς μοιάζεις στο πρόσωπο και στα όμορφά σου μάτια εκείνου [...].»

Η απάντηση του Τηλέμαχου

Της αντιμίλησε ο Τηλέμαχος με φρόνηση και γνώση:

«Δεν θα σου κρύψω, ξένε, τίποτε, τη σκέψη μου θα φανερώσω· η μάνα μου ισχυρίζεται πως είμαι γέννημα δικό του, όμως εγώ δεν ξέρω· [...]. Άμποτε να 'μουν ενός άλλου ο γιος, καλόμοιρου, που τα γεράματα τον βρίσκουν μέσα στ' αγαθά του· τώρα φαντάσου, ο πιο δυστυχισμένος που γεννήθηκε σ' αυτόν τον κόσμο, αυτός μου λένε πως με γέννησε [...].»

Η Αθηνά ενθαρρύνει τον Τηλέμαχο

Τότε η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, ανταποκρίθηκε:

«Όχι, δεν το νομίζω πως οι θεοί έχουν ορίσει τη γενιά σου ανώνυμη στο μέλλον, αφού σε γέννησε τέτοιον που είσαι η Πηνελόπη. Και τώρα κάτι άλλο πες μου, ειλικρινά· τι γλέντι είναι αυτό; τι σόι συνάθροιση; ποια η δική σου υποχρέωση; καμιά γιορτή; ή μήπως γάμος; Πάντως δεν πρόκειται για γεύμα εταιρικό· γιατί πολύ ξεδιάντροποι μου φαίνονται και ξιπασμένοι, έτσι που τρων αυτοί και πίνουν στο παλάτι· θα αγανακτούσε ασφαλώς, τα τόσα αίσχη βλέποντας, αν κάποιος κατά τύχη ερχόταν, φτάνει να ήταν συνετός.»

Ο Τηλέμαχος εκθέτει τα προβλήματά του

Της αποκρίθηκε ο Τηλέμαχος, φρόνιμος πάντα και με γνώση:

«Αφού τέτοια ερωτήματα μου θέτεις, γυρεύοντας εξήγηση – ήταν ένας καιρός που αυτό το σπίτι είχε την τύχη του στα πλούτη, στις τιμές, όσο εκείνος κατοικούσε αυτή τη χώρα. Αλλά βουλήθηκαν αλλιώς κάποιοι θεοί, βάζοντας το κακό στον νου τους, και τώρα εκείνον άφαντον τον έκαναν, παρά κανέναν άλλον. Αν έβρισκε τον θάνατο, δεν θα 'ταν ο καημός μου τόσος, αν είχε σκοτωθεί στην Τροία εκεί, με τους συντρόφους του στο πλάι, ή, με το τέλος του πολέμου, ξεψυχούσε στων δικών τα χέρια· τότε οι Παναχαιοί θα τον τιμούσαν τύμβο υψώνοντας, και για κληρονομιά στον γιο του θ' άφηνε μεγάλη δόξα. Μα να που τώρα ανήκουστον τον έχουν αναρπάξει οι Άρπυιες, κι εξαφανίστηκε, χωρίς κανείς να μάθει πού και πώς, αφήνοντας σ' εμένα οδυρμούς κι οδύνες.

Αλλά δεν κλαίω, δεν στενάζω εκείνον μόνο, αφού μου δώσαν οι θεοί πρόσθετα και μεγάλα βάρη: όσοι τριγύρω στα νησιά αρχηγεύουν, οι πρώτοι στο Δουλίχιο, στη Σάμη και στη δασωμένη Ζάκυνθο, κι άλλοι, ρηγόπουλα στον βράχο της Ιθάκης, όλοι τους έγιναν της μάνας μου μνηστήρες και μας μαδούν το σπιτικό· εκείνη μήτε τον φριχτό τους γάμο αρνείται, μήτε και βρίσκει δύναμη να δώσει τέλος στην υπόθεση· στο μεταξύ οι μνηστήρες αρπάζουν και ρημάζουν τα αγαθά μου – σε λίγο θα κατασπαράξουνε κι εμένα.»

Ο τύμβος του Μαραθώνα

Το έθιμο της ρίψης χώματος πάνω στον τάφο, που αναφέρεται εδώ, διασώζεται μέχρι σήμερα στη συνήθεια να ρίχνουμε λίγο χώμα στον λάκκο του νεκρού όσοι παρευρίσκονται σε μια κηδεία.

Η Αθηνά συμβουλεύει τον Τηλέμαχο

Του αντιμίλησε με πάθος η Αθηνά Παλλάδα:

«Αλίμονο κι αλήθεια, μακριά σου χρόνια ατέλειωτα, πόσο ο Οδυσσέας σού λείπει! Που θα μπορούσε, τιμωρός, το χέρι να σηκώσει στους αναίσχυντους μνηστήρες. Γιατί, αν τώρα ερχόταν και στην εξώθυρα του παλατιού στεκόταν, με περικεφαλαία, την ασπίδα και τα δυο του δόρατα, ίδιος στην όψη, σαν την πρώτη εκείνη μέρα που τον είδα εγώ στο σπίτι μας, να πίνει και να ευφραίνεται. [...] Αν με την ίδια όψη ο Οδυσσέας έπεφτε στους μνηστήρες, ο θάνατός τους λέω δεν θ' αργούσε, πικρός ο γάμος θα τους έβγαινε. Όμως αυτά, όπως και να 'ναι, οι θεοί τ' αποφασίζουν, αν πίσω εκείνος θα γυρίσει εκδικητής, ή μήπως κι όχι, στο παλάτι του. Εσένα τώρα συμβουλεύω να σκεφτείς, να βρεις τον τρόπο, και να διώξεις απ' το σπίτι τους μνηστήρες.

Άκου λοιπόν τι θα σου πω, και βάλε το καλά στον νου σου: αύριο κιόλας, καλώντας σε συνέλευση τους τίμιους Αχαιούς, σ' όλους μπροστά εξηγήσου, κι ας είναι μάρτυρές σου οι θεοί· δώσε διαταγή για τους μνηστήρες, πως πρέπει να ξεκουμπιστούν, να παν στα σπίτια τους· ύστερα η μάνα σου, αν η καρδιά της φλέγεται για νέο γάμο, πίσω ας γυρίσει στο παλάτι του πατέρα της, αυτός έχει και δύναμη και πλούτη· εκεί ας της ταιριάξουνε τον γάμο, και να της ετοιμάσουνε γενναία προικιά, όσα στη θυγατέρα τους αρμόζουν, να τη συνοδεύσουν.

Για σένα πάλι, έχω άλλη συμβουλή, φρόνιμη αν σ' αυτή υπακούσεις: καράβι σήκωσε, το πιο γερό, μ' είκοσι κωπηλάτες, και πήγαινε να μάθεις νέα του πατέρα σου, αν κάποιος άνθρωπος θνητός κάτι θα έχει να σου πει· [...]. Πρώτα να πας στην Πύλο, ρωτώντας τον σεβάσμιο Νέστορα, ύστερα συνεχίζεις για τη Σπάρτη, να δεις και τον ξανθό Μενέλαο, που τελευταίος γύρισε από τους άλλους Αχαιούς [...]. Εκεί ανίσως τον νόστο ακούσεις του πατέρα σου, πως ζει, μ' όλη την παιδωμή σου, κάνε υπομονή γι' αυτόν τον χρόνο· αν μάθεις όμως πως τον βρήκε ο θάνατος κι έσβησε η ζωή του, τότε γυρίζεις πίσω στη γλυκιά πατρίδα, υψώνεις επιτάφιο σήμα, τιμώντας τον νεκρό και με κτερίσματα πολλά, όσα του πρέπουν – ύστερα δώσε και τη μάνα σου σε κάποιον άλλον άντρα.

Κι όταν τελειώσεις μ' όλα αυτά και γίνουν πράξη, τότε με νου και σκέψη συλλογίσου, τρόπο να βρεις, μες στο παλάτι, να σκοτώσεις τους μνηστήρες με δόλο ή κι αναφανδόν· δεν πρέπει αλήθεια σαν μωρό παιδί να φέρεσαι, αφού δεν είσαι πια κανένα παιδαρέλι. Ή μήπως και δεν άκουσες πόσο μεγάλη δόξα, πανανθρώπινη, κατέκτησε ο θείος Ορέστης, αφότου σκότωσε τον πατροκτόνο του, τον δόλιο Αίγισθο, εκείνον τον φονιά του ξακουστού πατέρα του. Έτσι, καλέ μου, σε βλέπω ωραίο κι αψηλό· δείξου κι εσύ πως είσαι παλικάρι, να σε δοξάσουν οι μελλούμενες γενιές. Όσο για μένα, αρμόζει να κατηφορίσω στο γοργό καράβι μου και στους συντρόφους – θα αδημονούν μες στη μεγάλη αναμονή τους. Δικό σου μέλημα τα υπόλοιπα, θυμήσου και να σκέφτεσαι τις συμβουλές μου.»

Ο Τηλέμαχος προτείνει λουτρό και δώρο στον «ξένο»

Πάλι της αποκρίθηκεν ο τόσο γνωστικός Τηλέμαχος:

«Ξένε, το ξέρω πως αυτά τα λόγια σου μ' αγάπη τα προφέρεις, όπως πατέρας στο παιδί του – υπόσχομαι να μην τα λησμονήσω. Αλλά παρακαλώ σε τώρα, λίγο καθυστέρησε, κι ας είναι βιαστικός ο δρόμος σου· για να λουστείς, κι ύστερα ευφρόσυνος με δώρο στο καράβι να κατέβεις, που να το χαίρεται η ψυχή σου, πάγκαλο και πολύτιμο, για να σου μείνει από μένα θυμητάρι σταθερό, καθώς οι ξένοι που γνωρίζονται με φίλους ανταλλάσσουν.»

Η Αθηνά αρνείται το δώρο και χάνεται πετώντας

Αμέσως η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, του απάντησε:

«Μην προσπαθείς να με κρατήσεις κι άλλο, τώρα που ο δρόμος με καλεί· το δώρο σου όμως, όποιο η καρδιά σου επιθυμεί να μου χαρίσεις, μου το προσφέρεις την επόμενη φορά που θ' ανεβώ στο σπίτι σου – διάλεξε να 'ναι το καλύτερο, έτσι κι εσύ θα πάρεις άξιο αντιχάρισμα.»

Μίλησε, κι όπως τέλειωσε η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, εχάθη: σαν το πουλί πετώντας, ξέφυγε από το άνοιγμα της στέγης· εκείνου όμως την ψυχή την ενδυνάμωσε με θάρρος, ενίσχυσε και στέριωσε τη μνήμη του πατέρα του, για να τον έχει συνεχώς στον νου του. Αυτός καταλαβαίνοντας, έλαμψε ο νους του, τον συνεπήρε θάμβος, ένιωσε πως θεός ήταν ο ξένος, κι αυτόματα κινήθηκε προς τους μνηστήρες, ισόθεος άντρας.

Από αμήχανο παιδί σε «ισόθεο άντρα»

Η επίσκεψη της Αθηνάς αλλάζει τον Τηλέμαχο μέσα σε λίγες στιγμές: από έναν νέο που ψιθύριζε σκυφτός τα παράπονά του, γίνεται κάποιος που περπατά προς τους μνηστήρες σαν «ισόθεος άντρας» — δηλαδή ίσος με θεό στην όψη. Η αλλαγή αυτή δείχνει πόσο σημαντική ήταν η θεϊκή ενθάρρυνση για να ξεκινήσει η ωρίμανση ενός ήρωα.