1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Η Αθηνά επισκέπτεται τον Τηλέμαχο 🏛️

Είπε κι ευθύς δένει στα πόδια της τα ωραία σαντάλια, θεσπέσια και χρυσά, εκείνα που την ταξιδεύουν στη θάλασσα και στην απέραντη στεριά ανάλαφρα, με τις πνοές του ανέμου. 🌬️ Ύστερα στο χέρι κράτησε άλκιμο κοντάρι, ακονισμένο με χαλκό, βαρύ, θεόρατο και στιβαρό· μ' αυτό η κόρη του πανίσχυρου Δία δαμάζει των γενναίων πολεμιστών τις τάξεις που της ξανάψαν τον θυμό.

Σαντάλια που πετούν

Τα χρυσά σαντάλια της Αθηνάς δεν είναι απλό στολίδι: μεταφέρουν τη θεά πάνω από στεριά και θάλασσα με την ταχύτητα του ανέμου, σχεδόν σαν αρχαία εκδοχή πτήσης. Είναι ένα από τα πολλά μαγικά αντικείμενα που δείχνουν πως οι θεοί του Ομήρου κινούνται σε δικό τους, υπερφυσικό επίπεδο.

Χύθηκε τότε, ακροπατώντας τις κορφές του Ολύμπου, και βρέθηκε μεμιάς στον δήμο της Ιθάκης, να στέκει στην εξώθυρα του Οδυσσέα, πατώντας το κατώφλι της αυλής του. Με το χαλκό κοντάρι της στο χέρι, πήρε τη μορφή ενός ξένου· κι ολόιδια με τον Μέντη, άρχοντα των Ταφίων, έπεσε πάνω στους αγέρωχους μνηστήρες· που εκεί, μπροστά στις πύλες του σπιτιού, έβρισκαν ευχαρίστηση παίζοντας τους πεσσούς, σε τομάρια βοδιών καθισμένοι, που τα σφάξαν οι ίδιοι.

Η υποδοχή του Τηλέμαχου

Κήρυκες και παιδόπουλα πρόθυμα τους υπηρετούσαν: άλλοι να σμίγουν σε κρατήρες με νερό κρασί, άλλοι να πλένουν τα τραπέζια με σφουγγάρια τρυπητά και να τα στήνουν, κάποιοι να κομματιάζουν άφθονα τα κρέατα. 🍖

Πρώτος απ' όλους ο Τηλέμαχος την είδε, ωραίος σαν θεός· ήταν με τους μνηστήρες καθισμένος, κι όμως ταξίδευε ο νους του πικραμένος. Έβλεπε με τα μάτια της ψυχής του τον πατέρα του ένδοξο: αν ξαφνικά γύριζε πίσω· αν τους μνηστήρες πετούσε έξω απ' το παλάτι· αν έπαιρνε ο ίδιος πάλι την αρχή στα χέρια του, και μέσα στα αγαθά του βασίλευε σαν πρώτα... Το όραμα αυτό ανέβαινε στον νου του, πλάι στους μνηστήρες – κι είδε την Αθηνά. Ευθύς προς την αυλόθυρα έτρεξε, γιατί τον έπιασε η ντροπή, να στέκει τόσην ώρα στην πόρτα του ένας ξένος.

Κοντά της στάθηκε, της έσφιξε το χέρι το δεξί, με τ' άλλο πήρε το χάλκινο κοντάρι της, ύστερα την προσφώνησε μιλώντας, και πέταξαν τα λόγια του σαν τα πουλιά — μια ομηρική έκφραση (έπεα πτερόεντα) για τον ζωντανό, άμεσο λόγο: 🗣️

«Ξένε μου, καλωσόρισες, έλα να σε φιλέψουμε κι αφού το δείπνο μας χορτάσεις, τότε μας λες τον λόγο της επίσκεψής σου.»

Πρώτα το τραπέζι, μετά οι ερωτήσεις

Στον ομηρικό κόσμο ένας καλός οικοδεσπότης δεν ρωτάει αμέσως τον ξένο ποιος είναι· πρώτα τον φιλεύει. Αυτός ο κανόνας της ξενίας επαναλαμβάνεται σχεδόν πανομοιότυπα και στην Πύλο και στη Σπάρτη, όπου καταφτάνει αργότερα ο Τηλέμαχος.

Η φιλοξενία μέσα στο παλάτι

Είπε και τράβηξε μπροστά· η Αθηνά Παλλάδα, λάμποντας τα μάτια, ακολουθούσε, κι οι δυο τους μπήκαν στο μεγάλο δώμα. Το δόρυ της μετέφερε ο Τηλέμαχος —πρόκειται για το ελαφρύ κοντάρι του «Μέντη» και όχι για το ίδιο το δόρυ της θεάς— για να το στήσει σε ψηλή κολόνα, το 'βαλε μέσα στην καλοξυσμένη θήκη, όπου και τ' άλλα δόρατα περίμεναν, άνεργα και πολλά, του καρτερόψυχου Οδυσσέα. 🛡️

Ύστερα την οδήγησε σε θρόνο να καθίσει, λεπτουργημένο κι όμορφο, πάνω του απλώνοντας ύφασμα μαλακό, και στήριγμα στα πόδια της έσυρε το σκαμνί. Έφερε πλάι της και το δικό του στολισμένο κάθισμα, παράμερα από τους μνηστήρες, μήπως κι ο ξένος, με τους ξιπασμένους, χάσει το κέφι του και δεν χαρεί το φαγητό· ήθελε εξάλλου να ρωτήσει και για τον πατέρα του, που χρόνια τώρα έλειπε στα ξένα.

Τότε μια παρακόρη έφερε νερό, με τ' όμορφο χρυσό λαγήνι, τα χέρια τους να πλύνουν, κι έχυνε το νερό από ψηλά σ' ένα αργυρό λεβέτι· μετά τους έσυρε μπροστά γυαλιστερό τραπέζι, ενώ η σεβαστή κελάρισσα είχε την έγνοια να τους φέρει ψωμί κι άφθονο φαγητό, ό,τι καλό τής βρέθηκε, να τους ευχαριστήσει. Στα χέρια του σηκώνοντας ο τραπεζάρχης δίσκους με κρέατα κάθε λογής, τους τα παρέθεσε, στο πλάι ακούμπησε κούπες χρυσές, και κάθε τόσο ο κήρυκας περνούσε, γεμίζοντας κρασί τα κύπελλά τους. 🍷

Η είσοδος των μνηστήρων

Σε λίγο αγέρωχοι οι μνηστήρες μπήκαν κι αυτοί στην αίθουσα, πήραν με τη σειρά τους θέση σε θρόνους κι αναπαυτικά καθίσματα. Τότε τους έχυναν νερό στα χέρια τους οι κήρυκες, δούλες γεμίζαν με ψωμί πλεχτά πανέρια, έφηβοι τους κρατήρες με πιοτό ξεχείλιζαν, κι αυτοί τα χέρια τους απλώνουν στο έτοιμο τραπέζι.

Και μόνο όταν κόρεσαν τον πόθο τους με το φαΐ και το πιοτό, τραβούσε άλλα πια η ψυχή τους: τραγούδι, μουσική, χορό — συμπλήρωμα απαραίτητο σ' ένα καλό τραπέζι. 🎶 Τότε κι ο κήρυκας φέρνει και δίνει την πανέμορφη κιθάρα στου Φήμιου τα χέρια, που τραγουδούσε στους μνηστήρες από ανάγκη· έκρουσε ωστόσο τις χορδές, ψάχνοντας τον σκοπό για ωραίο τραγούδι.