1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

📖 Το Πρώτο Συμβούλιο των Θεών 🏛️

Εκείνον όμως τον καιρό ο Ποσειδώνας είχε ταξιδέψει στους μακρινούς Αιθίοπες. Πήγε να πάρει μέρος στη θυσία, μιαν εκατόμβη με ταύρους και κριάρια, και τώρα ευφραίνονταν στις τάβλες καθισμένος. Τότε συνάχτηκαν οι υπόλοιποι θεοί στου ολύμπιου Δία το παλάτι, όπου εκείνος πρώτος πήρε τον λόγο, πατέρας ανθρώπων και θεών.

Στον νου του φέρνοντας, θυμήθηκε τον φημισμένο Αίγισθο, που τον θανάτωσε ο ξακουστός Ορέστης, γιος του Αγαμέμνονα· αυτόν θυμήθηκε μιλώντας ο θεός στους αθανάτους:

«Αλίμονο, είναι αλήθεια ν᾽ απορείς που θέλουν οι θνητοί να ρίχνουν στους θεούς τα βάρη τους· έρχεται λένε το κακό από μας — κι όμως οι ίδιοι, κι από φταίξιμο δικό τους, πάσχουν και βασανίζονται, και πάνω απ' το γραφτό τους. Έτσι και τώρα ο Αίγισθος, την ορισμένη μοίρα παραβαίνοντας, πήγε να σμίξει με τη νόμιμη γυναίκα ενός Ατρείδη, κι αυτόν τον σκότωσε στου γυρισμού την ώρα, γνωρίζοντας τι τιμωρία σκληρή τον περιμένει· αφού εμείς του στείλαμε τον άγρυπνον αργοφονιά Ερμή με μήνυμα, μήτε εκείνον να σκοτώσει μήτε και τη γυναίκα του να μπλέξει σε παράνομο κρεβάτι· αλλιώς θα πέσει στο κεφάλι του η εκδίκηση του γιου για τον πατέρα, όταν ο Ορέστης, παλικάρι πια, θελήσει να γυρίσει στην πατρίδα. Αυτά, με τόση φρόνηση ο Ερμής μιλώντας, του μηνούσε, κι όμως τον νου του Αιγίσθου δεν κατόρθωσε ν᾽ αλλάξει. Τώρα, ακέριο και μεμιάς, το άνομο κρίμα του ξεπλήρωσε.»

Η βασική ηθική αρχή της Οδύσσειας

Με αυτά τα λόγια ο Δίας διατυπώνει μια ιδέα που επιστρέφει ξανά και ξανά στο έπος: οι άνθρωποι δεν υποφέρουν μόνο εξαιτίας της μοίρας, αλλά και επειδή οι ίδιοι διαλέγουν να κάνουν λάθος, ακόμη κι όταν έχουν προειδοποιηθεί.

Αμέσως ανταπάντησε, τα μάτια λάμποντας, η Αθηνά: «Πατέρα μας των αθανάτων, Κρονίδη, των δυνατών ο παντοδύναμος, καλά κι όπως του ταίριαζε, εκείνος αφανίστηκε και πάει — την ίδια μοίρα να 'χει κι όποιος ανάλογα κριματιστεί. Εμένα όμως για τον Οδυσσέα φλέγεται η καρδιά μου· γενναίος αλλά δύσμοιρος, να βασανίζεται με τόσα πάθη, απ' τους δικούς του χωρισμένος, σ᾽ ένα περίβρεχτο νησί, στον ομφαλό, όπως λένε, της θαλάσσης.

Νησί κατάφυτο με δέντρα, και μια θεά το κατοικεί στα δώματά της· η θυγατέρα του Άτλαντα, που η γνώμη του γυρίζει μόνο στο κακό — ξέρει καλά αυτός των θαλασσών τα βάθη, και πάνω του σηκώνει ψηλές κολόνες, να κρατούν τον ουρανό χώρια απ᾿ τη γη. Η θυγατέρα του λοιπόν τον Οδυσσέα κατακρατεί, δύστυχο κι οδυρόμενο· λόγια γλυκά προφέροντας και μαλακά σαν χάδια, τον θέλγει ακατάπαυστα, για να ξεχάσει την Ιθάκη. Εκείνος όμως, βυθισμένος στον καημό του, να δει καπνό της πατρικής του γης ψηλά να ανηφορίζει, απελπισμένος εύχεται τον θάνατο. Εσένα ωστόσο, Δία Ολύμπιε, ως πότε αλύγιστη θα μείνει η βουλή σου; Ο Οδυσσέας δεν ήταν που θυσίες σού πρόσφερε στην ευρύχωρη Τροία, πλάι στ' αργίτικα καράβια; Πώς και γιατί τόσος θυμός γι' αυτόν, ω Δία;»

Της αντιμίλησε ευθύς ο Δίας, που τα σύννεφα συνάζει: «Κόρη μου εσύ, τι λόγος βγήκε από το στόμα σου ανεμπόδιστος! Πώς θα μπορούσα εγώ να λησμονήσω τον θεϊκό Οδυσσέα, που ξεχωρίζει η γνώση του απ᾿ τους υπόλοιπους θνητούς, και στις θυσίες όλους τους άλλους τούς ξεπέρασε, όσες προσφέρονται στους αθανάτους που κατέχουν τον πλατύ ουρανό; Όχι εγώ, ο Ποσειδών, της γης κυρίαρχος, αυτός οργίστηκε εναντίον του και στον θυμό του επιμένει για τον Κύκλωπα, γιατί του τύφλωσε εκείνος το μοναδικό του μάτι. Για τον ισόθεο μιλώ Πολύφημο, που η δύναμή του επιβάλλεται μεγάλη σ' όλους τους Κύκλωπες.

Γι' αυτόν λοιπόν ο κοσμοσείστης Ποσειδών, τον Οδυσσέα, αν δεν τον εξαφάνισε, περιπλανώμενο τον θέλει από την πατρική του γη μακριά. Τώρα ωστόσο όλοι εμείς είναι καιρός τον νόστο του να στοχαστούμε, το πώς θα επιστρέψει. Τότε κι ο Ποσειδών θα σταματήσει την οργή του· δεν γίνεται να αντιταχθεί στους άλλους αθανάτους, παρά τη θέληση όλων των θεών, μόνος εκείνος να αντιμάχεται.»

Μια πρώιμη ιδέα δημοκρατίας

Στη φράση του Δία ότι ο Ποσειδώνας δεν μπορεί να αντιταχθεί μόνος του στη θέληση όλων των υπόλοιπων θεών διαφαίνεται ήδη, μέσα σε έναν κόσμο βασιλέων και θεών, η αρχή της πλειοψηφίας.

Τα μάτια λάμποντας, ανταποκρίθηκε η θεά Αθηνά: «Πατέρα μας Κρονίδη, των δυνατών ο παντοδύναμος, αν, όπως λες, συγκλίνει πράγματι των μακαρίων η γνώμη, να επιστρέψει στο δικό του σπίτι ο Οδυσσεύς, με τόση γνώση που κατέχει, ας στείλουμε αμέσως τον Ερμή, ψυχοπομπό κι αργοφονιά, στης Ωγυγίας το νησί με δίχως καθυστέρηση να βρει την καλλιπλόκαμη νεράιδα και να της πει την απαράβατη εντολή μας, τον νόστο του καρτερικού Οδυσσέα, πως πρέπει να επιστρέψει.

Όσο για μένα, κατεβαίνω τώρα στην Ιθάκη, τον γιο του να ερεθίσω, τόλμη θα βάλω στην καρδιά του, να συγκαλέσει σε συνέλευση τους Αχαιούς, που τρέφουν πλούσια κόμη· να απαγορεύσει τους μνηστήρες όλους, όσοι κοπαδιαστά του σφάζουν πρόβατα και βόδια, με κέρατα στριφτά, πόδια λοξά στο βάδισμα. Κι ακόμη στη Σπάρτη θα τον στείλω και στις μεγάλες αμμουδιές της Πύλου, να μάθει, αν κάπου ακούσει, τον νόστο του πατέρα του — έτσι θα κατακτήσει φήμη στους ανθρώπους, που λαμπρή θα μείνει.»