1. Βασική Θεωρία
Προσθέσαμε νέο παιχνίδι γι' αυτό το μάθημα!
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Ευκλείδη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Η Έννοια της Συνάρτησης 💡

Δύο μεγέθη που μεταβάλλονται μαζί 🔗

Στην καθημερινή ζωή συχνά παρατηρούμε δύο μεγέθη να μεταβάλλονται ταυτόχρονα: όταν αλλάζει το ένα, αλλάζει και το άλλο. Η αλλαγή αυτή γίνεται με συγκεκριμένο τρόπο — η τιμή του ενός μεγέθους καθορίζει την τιμή του άλλου. Πολλές φορές αυτή η σχέση περιγράφεται με έναν μαθηματικό τύπο. Ας δούμε μερικά παραδείγματα.

Παράδειγμα 1 — Τόκος τραπέζης 🏦

Έχουμε 5000€ σε τραπεζικό λογαριασμό και κάθε χρόνο παίρνουμε τόκο TT, ανάλογα με το επιτόκιο εε%. Ο τύπος που δίνει τον τόκο είναι:

Για κάθε επιτόκιο εε αντιστοιχεί ένας συγκεκριμένος τόκος TT:

  • Αν ε=3ε = 3, τότε T=150T = 150 ευρώ.
  • Αν ε=5ε = 5, τότε T=250T = 250 ευρώ.

Παράδειγμα 2 — Απόσταση ποδηλάτη 🚴

Ένας ποδηλάτης κινείται για 2 ώρες με ταχύτητα υυ χιλιόμετρα την ώρα. Η απόσταση SS που διανύει δίνεται από τον τύπο S=2υS = 2υ. Για κάθε ταχύτητα υυ αντιστοιχεί μία συγκεκριμένη απόσταση:

  • Αν υ=60υ = 60 χλμ/ώρα, τότε S=120S = 120 χλμ.
  • Αν υ=70υ = 70 χλμ/ώρα, τότε S=140S = 140 χλμ.

Παράδειγμα 3 — Εμβαδόν κύκλου ⭕

Το εμβαδόν EΕ ενός κύκλου με ακτίνα ρρ δίνεται από τον τύπο E=πρ2Ε = πρ^2. Για κάθε ακτίνα ρρ αντιστοιχεί ένα συγκεκριμένο εμβαδόν:

  • Αν ρ=1ρ = 1, τότε E=πΕ = π.
  • Αν ρ=2ρ = 2, τότε E=4πΕ = 4π.
Ο αριθμός π

Ο αριθμός ππ εκφράζει τη σχέση μεταξύ της περιφέρειας ενός κύκλου και της διαμέτρου του. Είναι σταθερός για κάθε κύκλο, ανεξάρτητα από το μέγεθός του, και η τιμή του είναι περίπου 3,14159. Είναι άρρητος αριθμός, οπότε τα δεκαδικά του ψηφία δεν τελειώνουν ποτέ.

Σε όλα τα παραπάνω παραδείγματα, κάθε τιμή του ενός μεγέθους (επιτόκιο, ταχύτητα, ακτίνα) συνδέεται με μία και μοναδική τιμή του άλλου μεγέθους (τόκος, απόσταση, εμβαδόν). Αυτή ακριβώς η ιδέα — μία τιμή αντιστοιχεί σε ακριβώς μία άλλη τιμή — είναι η καρδιά της έννοιας της συνάρτησης.

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου η σχέση μεταξύ δύο μεγεθών δεν περιγράφεται από κάποιον μαθηματικό τύπο, ή ακόμα κι αν περιγράφεται δεν τον γνωρίζουμε. Για παράδειγμα, οι ώρες μιας ημέρας και οι αντίστοιχες θερμοκρασίες: κάθε ώρα έχει μία συγκεκριμένη θερμοκρασία, όμως δεν υπάρχει απλός τύπος που να τη δίνει. 🌡️

Ο ορισμός της συνάρτησης 📚

Συνάρτηση από ένα σύνολο Α σε ένα σύνολο Β λέγεται μια διαδικασία (κανόνας) με την οποία κάθε στοιχείο του συνόλου Α αντιστοιχίζεται σε ένα ακριβώς στοιχείο του συνόλου Β.

Δύο λέξεις σε αυτόν τον ορισμό είναι κρίσιμες:

  • «κάθε»: κανένα στοιχείο του Α δεν μένει χωρίς αντιστοιχία.
  • «ένα ακριβώς»: κάθε στοιχείο του Α αντιστοιχίζεται σε ένα μόνο στοιχείο του Β — ποτέ σε δύο ή περισσότερα.

Οι συναρτήσεις συμβολίζονται συνήθως με μικρά γράμματα, όπως ff, gg, hh. Το σύνολο Α ονομάζεται πεδίο ορισμού της συνάρτησης ff και συμβολίζεται συχνά και ως DfD_f.

Αν η συνάρτηση ff πηγαίνει από το Α στο Β, και το στοιχείο xx ανήκει στο Α, τότε το στοιχείο του Β που αντιστοιχεί στο xx το ονομάζουμε yy. Αυτό γράφεται:

και διαβάζεται «yy ίσον ff του xx». Το f(x)f(x) λέγεται τιμή της συνάρτησης ff στο xx.

  • Το xx είναι οποιοδήποτε στοιχείο του πεδίου ορισμού της ff και λέγεται ανεξάρτητη μεταβλητή, γιατί εμείς επιλέγουμε ελεύθερα την τιμή της (μέσα στο Α).
  • Το yy, δηλαδή η τιμή f(x)f(x), λέγεται εξαρτημένη μεταβλητή, γιατί η τιμή της εξαρτάται από την τιμή που δώσαμε στο xx.

Το σύνολο που περιέχει όλες τις τιμές f(x)f(x), για κάθε xx του Α, ονομάζεται σύνολο τιμών της ff και συμβολίζεται με f(A)f(A).

Μια συνάρτηση συμβολίζεται συχνά και ως εξής:

που διαβάζεται «η ff απεικονίζει το Α στο Β, στέλνοντας κάθε xx στο f(x)f(x)».

Τι χρειαζόμαστε για να ορίσουμε μια συνάρτηση 📝

Για να ορίσουμε πλήρως μια συνάρτηση ff χρειαζόμαστε τρία στοιχεία:

  1. Το πεδίο ορισμού της, το σύνολο AA.
  2. Το σύνολο BB (μέσα στο οποίο παίρνει τιμές).
  3. Την τιμή f(x)f(x), δηλαδή τον τρόπο υπολογισμού της, για κάθε x∈Ax \in A.

Στις συναρτήσεις που μελετάμε στο σχολείο, τα σύνολα AA και BB είναι σύνολα πραγματικών αριθμών (A⊆RA \subseteq \mathbb{R} και B⊆RB \subseteq \mathbb{R}). Αυτές ονομάζονται πραγματικές συναρτήσεις μιας πραγματικής μεταβλητής.

Συχνά, αντί να δίνουμε και τα τρία στοιχεία, αναφέρουμε απλώς τον τύπο της συνάρτησης, δηλαδή πώς υπολογίζεται το f(x)f(x). Για παράδειγμα, αντί να λέμε «δίνεται η συνάρτηση ff, με f(x)=1−4xf(x) = \sqrt{1 - 4x}», λέμε πιο σύντομα «η συνάρτηση f(x)=1−4xf(x) = \sqrt{1 - 4x}» ή ακόμα «η συνάρτηση y=1−4xy = \sqrt{1 - 4x}».

Σε αυτές τις περιπτώσεις, συμφωνούμε ότι το πεδίο ορισμού AA είναι το μεγαλύτερο δυνατό υποσύνολο του R\mathbb{R} για το οποίο το f(x)f(x) έχει νόημα, δηλαδή για το οποίο μπορούμε πράγματι να υπολογίσουμε την τιμή του f(x)f(x).

Περιορισμοί στο πεδίο ορισμού 🔎

Όταν ψάχνουμε το πεδίο ορισμού μιας συνάρτησης που δίνεται μόνο με τύπο, πρέπει να αποκλείσουμε τις τιμές του xx για τις οποίες ο τύπος δεν έχει νόημα. Οι δύο πιο συχνοί περιορισμοί στην Α' Λυκείου είναι:

  • Παρονομαστής: αν στον τύπο υπάρχει κλάσμα, ο παρονομαστής δεν επιτρέπεται να μηδενίζεται (δεν διαιρούμε ποτέ με το μηδέν). Αν η συνάρτηση περιέχει 1π(x)\dfrac{1}{π(x)}, απαιτούμε π(x)≠0π(x) \neq 0.
  • Ρίζα (άρτιας τάξης): αν στον τύπο υπάρχει τετραγωνική (ή γενικότερα άρτιας τάξης) ρίζα, η παράσταση κάτω από τη ρίζα πρέπει να είναι μη αρνητική. Αν η συνάρτηση περιέχει π(x)\sqrt{π(x)}, απαιτούμε π(x)≥0π(x) \geq 0.

Όταν και οι δύο περιορισμοί εμφανίζονται μαζί στον ίδιο τύπο, πρέπει να ισχύουν ταυτόχρονα — το πεδίο ορισμού είναι η τομή των επιμέρους λύσεων.

Λυμένο παράδειγμα: Να βρεθεί το πεδίο ορισμού της συνάρτησης f(x)=1x−2+x−1f(x) = \dfrac{1}{x-2} + \sqrt{x-1}.

Η ff ορίζεται μόνο όταν ισχύουν ταυτόχρονα:

  1. x−2≠0x - 2 \neq 0 (ο παρονομαστής δεν μηδενίζεται)
  2. x−1≥0x - 1 \geq 0 (η ποσότητα κάτω από τη ρίζα δεν είναι αρνητική)

Λύνοντας:

  1. x≠2x \neq 2
  2. x≥1x \geq 1

Άρα το πεδίο ορισμού είναι το σύνολο όλων των πραγματικών αριθμών που είναι μεγαλύτεροι ή ίσοι του 1, εκτός από το 2:

Συναρτήσεις με κλάδους 🧩

Πολλές φορές μια συνάρτηση περιγράφεται με έναν τύπο που έχει κλάδους — διαφορετικό τύπο ανάλογα με το ποιο διάστημα ανήκει το xx. Για παράδειγμα:

Για να υπολογίσουμε μια τιμή της ff, πρώτα εντοπίζουμε σε ποιον κλάδο ανήκει το xx και μετά εφαρμόζουμε τον αντίστοιχο τύπο. Ας υπολογίσουμε τις τιμές στα σημεία −1-1, 00 και 11:

  • Για x=−1<0x = -1 < 0, χρησιμοποιούμε τον κλάδο f(x)=x2+1f(x) = x^2 + 1:
    f(−1)=(−1)2+1=1+1=2f(-1) = (-1)^2 + 1 = 1 + 1 = 2
  • Για x=0≥0x = 0 \geq 0, χρησιμοποιούμε τον κλάδο f(x)=x−1f(x) = x - 1:
    f(0)=0−1=−1f(0) = 0 - 1 = -1
  • Για x=1≥0x = 1 \geq 0, χρησιμοποιούμε τον ίδιο κλάδο f(x)=x−1f(x) = x - 1:
    f(1)=1−1=0f(1) = 1 - 1 = 0

Το γράμμα της μεταβλητής δεν έχει σημασία ✍️

Αν και συνήθως χρησιμοποιούμε το γράμμα ff για τη συνάρτηση και το γράμμα xx για το τυχαίο στοιχείο του πεδίου ορισμού της, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και άλλα γράμματα. Οι συναρτήσεις

ορίζουν στην πραγματικότητα την ίδια συνάρτηση — απλώς η ανεξάρτητη μεταβλητή ονομάζεται διαφορετικά σε κάθε περίπτωση.

Στον τύπο μιας συνάρτησης, το xx παίζει ουσιαστικά τον ρόλο μιας «άδειας θέσης». Έτσι, η παραπάνω συνάρτηση θα μπορούσε να γραφτεί και ως:

όπου η παρένθεση παίρνει τη θέση του γράμματος. Για να υπολογίσουμε το f(−2)f(-2), βάζουμε το −2-2 σε κάθε παρένθεση:

Με τον ίδιο τρόπο, αν αντί για αριθμό βάλουμε μια παράσταση όπως 3x3x, υπολογίζουμε:

Χρήσιμο κόλπο

Η εικόνα της «άδειας θέσης» βοηθάει πολύ όταν υπολογίζουμε f(x+1)f(x+1), f(−x)f(-x) ή f(2x)f(2x): αντικαθιστούμε ολόκληρη την παράσταση σε κάθε σημείο όπου εμφανιζόταν το xx, σαν να γεμίζουμε ένα κενό.

Τέλος, σε πολλές επιστήμες που χρησιμοποιούν μαθηματική γλώσσα (φυσική, χημεία κ.ά.) γίνεται μια ακόμη απλοποίηση: αντί να γράφουμε s(t)s(t), γράφουμε απλώς ss, εννοώντας ότι το ss εξαρτάται από το tt. Συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει κάποιο πείραμα ή φαινόμενο όπου το tt είναι η τιμή ενός μεγέθους και το αντίστοιχο ss η τιμή ενός άλλου μεγέθους που προκύπτει από αυτό.