Ευθύγραμμη Ομαλά Επιβραδυνόμενη Κίνηση 🛑
Τι διαφορετικό έχει η επιβράδυνση
Στην ευθύγραμμη ομαλά επιταχυνόμενη κίνηση η ταχύτητα ενός κινητού μεγαλώνει συνεχώς: η επιτάχυνση έχει την ίδια κατεύθυνση με την ταχύτητα, και σαν αποτέλεσμα το κινητό «τρέχει» όλο και πιο γρήγορα. Υπάρχει όμως και η αντίστροφη περίπτωση: ένα αυτοκίνητο που φρενάρει πριν από ένα φανάρι, ένα ποδήλατο που κόβει ταχύτητα ανηφορίζοντας, μια μπάλα που πετάμε προς τα πάνω — σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η ταχύτητα μειώνεται συνεχώς με σταθερό ρυθμό. Αυτή η κίνηση ονομάζεται ευθύγραμμη ομαλά επιβραδυνόμενη κίνηση.
Η λέξη «ομαλά» έχει εδώ την ίδια σημασία που είχε και στην επιταχυνόμενη κίνηση: σημαίνει ότι η επιτάχυνση παραμένει σταθερή σε όλη τη διάρκεια της κίνησης — η ταχύτητα δεν μειώνεται άλλοτε γρήγορα κι άλλοτε αργά, αλλά χάνεται με τον ίδιο ρυθμό κάθε δευτερόλεπτο.
Η μόνη ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στις δύο κινήσεις βρίσκεται στη σχετική κατεύθυνση της ταχύτητας και της επιτάχυνσης:
- Στην επιταχυνόμενη κίνηση, τα διανύσματα , και έχουν όλα την ίδια κατεύθυνση — η επιτάχυνση «σπρώχνει» το κινητό προς τα εκεί που ήδη κινείται, γι' αυτό αυτό επιταχύνει.
- Στην επιβραδυνόμενη κίνηση, το διάνυσμα της επιτάχυνσης έχει αντίθετη κατεύθυνση από την ταχύτητα — η επιτάχυνση «τραβάει» το κινητό προς τα πίσω σε σχέση με την κίνησή του, γι' αυτό αυτό επιβραδύνει.
Μην μπερδεύεις «επιβράδυνση» με «απουσία επιτάχυνσης». Στην ομαλά επιβραδυνόμενη κίνηση η επιτάχυνση είναι εξίσου σταθερή και εξίσου «υπαρκτή» όσο και στην επιταχυνόμενη κίνηση — απλώς δείχνει προς την αντίθετη κατεύθυνση από την ταχύτητα. Δεν είναι μηδενική, ούτε γίνεται μηδενική τη στιγμή που το σώμα ακινητοποιείται· απλώς εκείνη τη στιγμή η ταχύτητα μηδενίζεται, όχι η επιτάχυνση.
Η εξίσωση της ταχύτητας
Επειδή η επιτάχυνση έχει αντίθετη κατεύθυνση από την αρχική ταχύτητα , όταν γράφουμε την εξίσωση της ταχύτητας σε αλγεβρική (βαθμωτή) μορφή, ο όρος της επιτάχυνσης μπαίνει με πρόσημο πλην:
όπου:
- η αρχική ταχύτητα του κινητού (τη χρονική στιγμή )
- η ταχύτητα του κινητού τη χρονική στιγμή
- το μέτρο της (σταθερής) επιβράδυνσης
- ο χρόνος που έχει περάσει από την αρχική στιγμή
Η εξίσωση δείχνει καθαρά τον μηχανισμό της επιβράδυνσης: όσο περνάει ο χρόνος , ο όρος μεγαλώνει και αφαιρείται όλο και περισσότερο από την , οπότε η ταχύτητα γίνεται όλο και μικρότερη — μέχρι, ενδεχομένως, να μηδενιστεί.
Θυμήσου την εξίσωση της επιταχυνόμενης κίνησης: . Οι δύο εξισώσεις προέρχονται από τον ίδιο ορισμό της επιτάχυνσης, · η μόνη διαφορά είναι το πρόσημο μπροστά από το , που αντικατοπτρίζει αν η επιτάχυνση «βοηθάει» ή «αντιστέκεται» στην αρχική κίνηση.
Η εξίσωση της κίνησης (θέση σε συνάρτηση με τον χρόνο)
Για να περιγράψουμε πλήρως την κίνηση, δεν αρκεί να ξέρουμε πώς μεταβάλλεται η ταχύτητα· χρειαζόμαστε και μια εξίσωση που να δίνει τη θέση του κινητού σε συνάρτηση με τον χρόνο , δηλαδή . Αυτή ονομάζεται εξίσωση κίνησης.
Για να τη βρούμε, αξιοποιούμε κάτι που ήδη γνωρίζουμε από το διάγραμμα ταχύτητας-χρόνου (v-t): το εμβαδόν της περιοχής ανάμεσα στη γραφική παράσταση v-t και στον άξονα του χρόνου ισούται με τη μετατόπιση του κινητού για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα.
Στην ευθύγραμμη ομαλά επιβραδυνόμενη κίνηση, το διάγραμμα v-t είναι ευθεία γραμμή με αρνητική κλίση — ξεκινά από την τιμή τη χρονική στιγμή και κατεβαίνει σταθερά καθώς περνάει ο χρόνος. Αν θεωρήσουμε το χρονικό διάστημα από τη στιγμή μέχρι μια τυχαία στιγμή , το σχήμα που σχηματίζεται κάτω από αυτή την ευθεία (πάνω από τον άξονα του χρόνου) είναι ένα τραπέζιο, με παράλληλες πλευρές και και ύψος .
Υπολογίζοντας το εμβαδόν αυτού του τραπεζίου (ή, ισοδύναμα, ολοκληρώνοντας την εξίσωση ως προς τον χρόνο), προκύπτει η εξίσωση κίνησης της ομαλά επιβραδυνόμενης κίνησης:
όπου είναι η μετατόπιση του κινητού από τη στιγμή έως τη στιγμή .
Στην επιταχυνόμενη κίνηση το τραπέζιο του διαγράμματος v-t «ανοίγει προς τα πάνω» (η ταχύτητα ξεκινά από και μεγαλώνει), ενώ στην επιβραδυνόμενη κίνηση «κλείνει προς τα κάτω» (η ταχύτητα ξεκινά από και μικραίνει). Και στις δύο περιπτώσεις όμως το εμβαδόν του τραπεζίου δίνει τη μετατόπιση — μόνο που εδώ ο δεύτερος όρος της εξίσωσης αφαιρείται αντί να προστίθεται, γι' αυτό και εμφανίζεται το πρόσημο πλην στον τύπο .
Το διάγραμμα θέσης-χρόνου (x-t)
Η εξίσωση κίνησης περιέχει τον χρόνο υψωμένο στο τετράγωνο. Αυτό σημαίνει ότι η θέση είναι συνάρτηση δευτέρου βαθμού ως προς τον χρόνο , όχι πρώτου βαθμού.
Συνέπεια αυτού είναι ότι η γραφική παράσταση της θέσης σε συνάρτηση με τον χρόνο (διάγραμμα x-t) στην ευθύγραμμη ομαλά επιβραδυνόμενη κίνηση δεν είναι ευθεία γραμμή, αλλά καμπύλη — συγκεκριμένα, τμήμα παραβολής. Αυτό ισχύει ακριβώς όπως και στην ομαλά επιταχυνόμενη κίνηση: όποτε η επιτάχυνση είναι σταθερή αλλά διαφορετική από το μηδέν, η θέση εξαρτάται από τον χρόνο μέσω δευτεροβάθμιου όρου, άρα το διάγραμμα x-t είναι πάντα καμπύλο.
Η μορφή της καμπύλης, ωστόσο, «αφηγείται» οπτικά την επιβράδυνση: η κλίση της καμπύλης —που αντιστοιχεί στην ταχύτητα κάθε στιγμή— είναι μεγάλη στην αρχή και όλο και μικρότερη καθώς περνάει ο χρόνος, μέχρι, αν το κινητό προλάβει να ακινητοποιηθεί, να γίνει οριζόντια (κλίση μηδέν).
Το διάγραμμα v-t είναι πάντα ευθεία γραμμή στην ομαλά επιβραδυνόμενη κίνηση (γιατί η ταχύτητα μεταβάλλεται γραμμικά με τον χρόνο). Το διάγραμμα x-t είναι πάντα καμπύλη, ποτέ ευθεία (γιατί η θέση μεταβάλλεται με το τετράγωνο του χρόνου). Είναι πολύ συνηθισμένο λάθος να θεωρεί κανείς ότι, επειδή η κίνηση είναι «ομαλή», και τα δύο διαγράμματα πρέπει να είναι ευθείες.
Εφαρμογή: πόση απόσταση χρειάζεται ένα αυτοκίνητο για να σταματήσει
Ας δούμε πώς εφαρμόζονται οι δύο παραπάνω εξισώσεις σε ένα πλήρες παράδειγμα, ένα από τα πιο συνηθισμένα ερωτήματα της επιβραδυνόμενης κίνησης: πόσο χρόνο και πόση απόσταση χρειάζεται ένα κινητό για να ακινητοποιηθεί.
Δεδομένα:
- Αρχική ταχύτητα αυτοκινήτου:
- Επιβράδυνση:
- Το αυτοκίνητο φρενάρει μέχρι να σταματήσει εντελώς, άρα η τελική ταχύτητα είναι
Ζητούμενα: ο χρόνος και η μετατόπιση μέχρι την ακινητοποίηση.
Βήμα 1 — Μετατροπή της ταχύτητας σε μονάδες S.I.
Οι εξισώσεις της κίνησης χρησιμοποιούν μέτρα και δευτερόλεπτα, οπότε πρέπει πρώτα να μετατρέψουμε την ταχύτητα από km/h σε m/s:
Βήμα 2 — Υπολογισμός του χρόνου ακινητοποίησης
Ξεκινάμε από την εξίσωση ταχύτητας της επιβραδυνόμενης κίνησης:
Αφού το αυτοκίνητο σταματά τελείως, θέτουμε :
Αντικαθιστούμε τις τιμές:
Βήμα 3 — Υπολογισμός της μετατόπισης μέχρι την ακινητοποίηση
Χρησιμοποιούμε τώρα την εξίσωση κίνησης, με τον χρόνο που μόλις βρήκαμε:
Συμπέρασμα: το αυτοκίνητο χρειάζεται για να σταματήσει, και σε αυτό το διάστημα διανύει . Αυτή η απόσταση ονομάζεται απόσταση ακινητοποίησης και έχει μεγάλη πρακτική σημασία, π.χ. στην οδική ασφάλεια.
Πώς η αρχική ταχύτητα επηρεάζει την απόσταση ακινητοποίησης
Ένα φυσικό ερώτημα είναι: αν ένα αυτοκίνητο ξεκινούσε να φρενάρει με διπλάσια αρχική ταχύτητα, διατηρώντας την ίδια επιβράδυνση, πόσο θα άλλαζε η απόσταση που χρειάζεται για να σταματήσει;
Για να απαντήσουμε γενικά, ξεκινάμε από τις δύο εξισώσεις που ήδη γνωρίζουμε και συνδυάζουμε τον χρόνο ακινητοποίησης με την εξίσωση της μετατόπισης, αντικαθιστώντας το :
Αυτός ο τύπος συνδέει απευθείας την απόσταση ακινητοποίησης με την αρχική ταχύτητα και την επιβράδυνση , χωρίς να χρειάζεται να υπολογίσουμε πρώτα τον χρόνο. Παρατήρησε ότι η είναι ανάλογη του τετραγώνου της αρχικής ταχύτητας (), όχι απλά ανάλογη της .
Ας εξετάσουμε τι συμβαίνει αν διπλασιάσουμε την αρχική ταχύτητα, κρατώντας την ίδια επιβράδυνση :
Συμπέρασμα: αν η αρχική ταχύτητα διπλασιαστεί ενώ η επιβράδυνση μένει ίδια, η απόσταση ακινητοποίησης τετραπλασιάζεται — δεν διπλασιάζεται.
Επειδή η απόσταση ακινητοποίησης είναι ανάλογη του τετραγώνου της ταχύτητας, μικρές αυξήσεις στην ταχύτητα οδήγησης προκαλούν δυσανάλογα μεγάλη αύξηση στην απόσταση φρεναρίσματος. Ένα αυτοκίνητο που κινείται με διπλάσια ταχύτητα δεν χρειάζεται απλώς διπλάσιο χώρο για να σταματήσει, αλλά τετραπλάσιο — γι' αυτό και τα όρια ταχύτητας γίνονται αυστηρότερα σε δρόμους με λιγότερο χώρο ασφαλείας.
Όχι — ο χρόνος ακινητοποίησης είναι ανάλογος της στην πρώτη δύναμη, όχι στο τετράγωνο. Αν διπλασιαστεί η αρχική ταχύτητα, ο χρόνος ακινητοποίησης απλώς διπλασιάζεται, ενώ η απόσταση τετραπλασιάζεται. Η διαφορά προέρχεται από το ότι στην εξίσωση της θέσης ο χρόνος εμφανίζεται υψωμένος στο τετράγωνο, ενώ στην εξίσωση της ταχύτητας εμφανίζεται στην πρώτη δύναμη.