Εξάπλωση των Τούρκων και τελευταίες προσπάθειες για ανάσχεσή τους 🏰
Στα τέλη του 13ου αιώνα εμφανίζεται στη Μικρά Ασία ένας νέος αντίπαλος του Βυζαντίου: οι Οθωμανοί. Μέσα σε ενάμιση περίπου αιώνα θα περάσουν από μια μικρή περιοχή κοντά στην Προύσα στα Βαλκάνια, ενώ η αυτοκρατορία θα συρρικνωθεί σε λίγα εδάφη γύρω από την Κωνσταντινούπολη και θα αναζητήσει απεγνωσμένα βοήθεια στη Δύση.
Η αδυναμία του Βυζαντίου 📉
Το Βυζαντινό Κράτος που ανασυστάθηκε μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1261 δεν ήταν πια η κραταιά αυτοκρατορία των προηγούμενων αιώνων. Είχε περιοριστεί τόσο, ώστε να ελέγχει κυρίως τις περιοχές γύρω από τα στενά του Βοσπόρου και του Ελλησπόντου: γι' αυτό οι ιστορικοί το ονομάζουν Αυτοκρατορία των Στενών.
Οι εμφύλιοι πόλεμοι μεταξύ των διεκδικητών του θρόνου επιτάχυναν την κατάρρευση:
- Το νόμισμα υποτιμήθηκε και το κράτος έχασε την οικονομική του αξιοπιστία.
- Η βαριά φορολογία και η εξαθλίωση του λαού προκάλεσαν εξεγέρσεις σε μεγάλες πόλεις, όπως η Θεσσαλονίκη και η Αδριανούπολη.
- Η μείωση του στρατού και του στόλου άφησε την άμυνα στα χέρια ξένων μισθοφόρων, που ήταν ακριβοί και αναξιόπιστοι.
Το 1261 οι Βυζαντινοί ξαναπήραν την Κωνσταντινούπολη, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι ξαναβρήκαν τη δύναμή τους. Η αυτοκρατορία ανασυστάθηκε γεωγραφικά, όχι όμως οικονομικά και στρατιωτικά. Από εδώ και πέρα το Βυζάντιο επιβιώνει κυρίως με διπλωματία, όχι με στρατό.
Οι Οθωμανοί και οι κατακτήσεις τους ⚔️
Οι Οθωμανοί ήταν μια τουρκική φυλή διαφορετική από τους Σελτζούκους: ασιάτες νομάδες που μετανάστευσαν σε μια περιοχή κοντά στην Προύσα. Οργανώθηκαν αρχικά από τον σουλτάνο (ηγεμόνα) Οθμάν ή Οσμάν, στον οποίο οφείλουν και το όνομά τους.
Η επέκτασή τους στηρίχθηκε σε δύο ευκαιρίες:
- Την κατάργηση των βυζαντινών ακριτών μετά το 1261. Οι ακρίτες φύλαγαν τα ανατολικά σύνορα· χωρίς αυτούς, τα μικρασιατικά εδάφη έμειναν ουσιαστικά ξέφραγα.
- Τον ισλαμικό θεσμό των γαζήδων. Οι γαζήδες ήταν φανατικοί μαχητές του Ισλάμ, που τους αξιοποίησαν για να αποκλείσουν τις ελληνικές πόλεις και, μετά από μακρόχρονη πολιορκία, να τις εξαναγκάσουν σε παράδοση. Έτσι κατέκτησαν βαθμιαία όλη τη Μ. Ασία.
Οι Οθωμανοί δεν κατέλαβαν τη Μικρά Ασία με έφοδο. Την πήραν κομμάτι-κομμάτι, αποκλείοντας τις πόλεις μέχρι να μην αντέχουν άλλο και να παραδοθούν μόνες τους. Γι' αυτό η επέκτασή τους περιγράφεται ως βαθμιαία.
Γιατί παραδίδονταν οι πόλεις
Ένα οθωμανικό χρονικό διασώζει τους λόγους της παράδοσης της Προύσας (1326). Ο γαζής Ορχάν, γιος και διάδοχος του Οθμάν, ρώτησε τον βεζίρη Σαρό γιατί παρέδωσαν το κάστρο, κι εκείνος απάντησε: «Το κράτος σας μεγαλώνει μέρα με τη μέρα και το δικό μας κράτος μικραίνει»· ο πατέρας σου «μπόρεσε να καθυποτάξει τα χωριά μας», που πια δεν νοιάζονταν για μας· ο άρχοντάς μας είχε συγκεντρώσει αγαθά, «αλλά δεν ωφελούσε», γιατί δεν υπήρχε κανείς αγοραστής και «το κάστρο έγινε για μας φυλακή»· και «όταν ο ηγεμόνας έχει εξασθενήσει, η χώρα καταστρέφεται γρήγορα».
Τον Ορχάν, που ηγεμόνευσε από το 1326 ως το 1362, τον γνωρίζουμε και από μια μικρογραφία σε χειρόγραφο του 16ου αιώνα, δηλαδή ζωγραφισμένη δύο σχεδόν αιώνες μετά τον θάνατό του. Το χειρόγραφο φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη του παλατιού Τοπκαπί στην Κωνσταντινούπολη.
Παιδομάζωμα και γενίτσαροι 🛡️
Η ανάγκη ενίσχυσης του στρατού των Οθωμανών οδήγησε στη στρατολόγηση χριστιανοπαίδων, που ονομάστηκε παιδομάζωμα, και στη συγκρότηση του επίλεκτου τάγματος των γενιτσάρων, δηλαδή του «νέου στρατού».
Πώς γινόταν, το περιγράφει ένα οθωμανικό χρονικό. Όταν ο σουλτάνος Μουράτ ανέβηκε στον θρόνο στην Αδριανούπολη, έστειλε τον λαλά Σαχίν να κάνει επιδρομές στην περιοχή της Ζαγοράς και στη Φιλιππούπολη. Συγκεντρώθηκαν πολλά αγόρια και τα οδήγησαν στον σουλτάνο. Τότε ο Χαλίλ πρότεινε: «Ας τα δώσουμε αυτά σε Τούρκους να μάθουν τούρκικα. Ας τους κάνουμε κι αυτούς στρατιώτες». Τα παιδιά υπηρετούσαν σε τουρκικές οικογένειες αρκετά χρόνια, ώσπου να γίνουν «τέλειοι μουσουλμάνοι». Κατόπιν τα οδηγούσαν στο παλάτι και τους φορούσαν άσπρα σκουφιά. Ενώ το όνομά τους από παλιά ήταν «στρατός», τους ονόμασαν «νέος στρατός».
Οι γενίτσαροι δεν ήταν Τούρκοι από γεννησιμιού τους: ήταν χριστιανόπαιδα από τα Βαλκάνια. Επειδή τα έπαιρναν μικρά και τα ανέτρεφαν μακριά από τις οικογένειές τους, δεν είχαν καμιά άλλη αφοσίωση εκτός από τον σουλτάνο — και ακριβώς γι' αυτό έγιναν το πιο αξιόπιστο σώμα του στρατού του.
Η επέκταση στην Ευρώπη 🌉
Στα μέσα του 14ου αιώνα οι Οθωμανοί πέρασαν στην Ευρώπη και κατέκτησαν την οχυρή Καλλίπολη (1354). Ήταν το πρώτο τους πάτημα στην ευρωπαϊκή πλευρά, και από εκεί άρχισαν να προχωρούν στα Βαλκάνια.
Οι βαλκανικοί λαοί ήταν διαιρεμένοι και δεν συνασπίστηκαν εγκαίρως, γι' αυτό και υπέκυψαν μπροστά στις υπέρτερες δυνάμεις των Οθωμανών. Στη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1389) οι Σέρβοι νικήθηκαν και αναγνώρισαν την οθωμανική επικυριαρχία.
Προσπάθειες ανάσχεσης των Οθωμανών ⛪
Στις αρχές του 15ου αιώνα οι Μογγόλοι εισέβαλαν στη Μ. Ασία και κατανίκησαν τον σουλτάνο Βαγιαζιτ στη μάχη της Άγκυρας (1402). Η ήττα προκάλεσε βαθιά κρίση στο Οθωμανικό Κράτος και έδωσε παράταση ζωής στο ετοιμόρροπο Βυζάντιο.
Το Βυζάντιο δεν κέρδισε χρόνο επειδή νίκησε τους Οθωμανούς, αλλά επειδή τους νίκησαν άλλοι, οι Μογγόλοι. Η ανάσα αυτή ήταν προσωρινή: μόλις το οθωμανικό κράτος συνήλθε από την κρίση, η πίεση ξαναρχίζει.
Τα ταξίδια στη Δύση και η «ένωση» των Εκκλησιών
Κατά τον τελευταίο αιώνα πριν από την Άλωση, οι βυζαντινοί αυτοκράτορες ταξίδεψαν οι ίδιοι στη Δύση για να ζητήσουν βοήθεια:
| Αυτοκράτορας | Χρονολογία ταξιδιού |
|---|---|
| Ιωάννης Ε΄ | 1369-71 |
| Μανουήλ Β΄ | 1399-1402 |
| Ιωάννης Η΄ | στη σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας |
Η Δύση έθετε όμως έναν όρο: την «ένωση» των Εκκλησιών, δηλαδή την υποταγή της Ορθόδοξης στη Ρωμαϊκή Εκκλησία. Η «ένωση» συζητήθηκε στη σύνοδο της Λυών και ανανεώθηκε από τον Ιωάννη Η΄ στη σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας. Ο λαός όμως δεν τη δέχτηκε, και η βοήθεια που είχε υποσχεθεί η Δύση ουσιαστικά δεν ήρθε ποτέ.
Πώς είδε ο λαός τον ζητιάνο αυτοκράτορα
Το ταπεινωτικό θέαμα ενός αυτοκράτορα που περιφέρεται στη Δύση ζητώντας βοήθεια πέρασε και στο δημοτικό τραγούδι. Ο «Κωνσταντής» του τραγουδιού αντιπροσωπεύει τους βυζαντινούς αυτοκράτορες:
Όντες εδικονίζεντον ο Κωνσταντής στα ξένα,
στσι ρούγες ρούγες περπατει και στα στενά διαβαίνει·
κ' είχε τα ράσα κούντουρα κ' εφάνη τα' άρματάν του
κι εφάνη τ' αλαφρό σπαθί με τ' αργυρό θηκάρι [...].
Το ρήμα «δικονίζομαι» σημαίνει περιφέρομαι σαν ζητιάνος· «κούντουρα» θα πει κοντά, «ρούγα» είναι η γειτονιά και «θηκάρι» η θήκη του σπαθιού. Ο ποιητής δείχνει έναν αυτοκράτορα με κοντά, φθαρμένα ράσα, που περπατά στα στενά δρομάκια — κι όμως κάτω από τα ράσα ξεπροβάλλουν ακόμη τα όπλα και το ασημένιο θηκάρι: η χαμένη δόξα δίπλα στη σημερινή ταπείνωση.