Η νομοθεσία της Μακεδόνικης Δυναστείας και η σύγκρουσή της με τους «δυνατούς» ⚖️
Όροι-κλειδιά της ενότητας 🔑
Πρόχειρος Νόμος, Επαναγωγή, Βασιλικά, Επαρχικόν Βιβλίον, Νεαρές, προτίμηση γειτόνων και συγγενών, αλληλέγγυον.
α. Η νομοθετική δραστηριότητα 📜
Οι αυτοκράτορες της δυναστείας των Μακεδόνων ήθελαν δύο πράγματα: να κάνουν περισσότερο εύρυθμη τη λειτουργία της διοίκησης και να λύσουν τα επείγοντα κοινωνικά προβλήματα. Γι' αυτό φρόντισαν να αναθεωρήσουν τη νομοθεσία των Ισαύρων και να εκδώσουν νόμους προσαρμοσμένους στις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής τους.
Πολύ έντονη ήταν η νομοθετική δραστηριότητα στα χρόνια των δύο πρώτων Μακεδόνων. Εκδόθηκαν οι ακόλουθες συλλογές ή μεμονωμένοι νόμοι:
| Νομοθέτημα | Τι ήταν |
|---|---|
| Πρόχειρος Νόμος | Εύχρηστο απάνθισμα νόμων που αντικατέστησε την Εκλογή, τη νομική συλλογή των Ισαύρων. |
| Επαναγωγή | Εισαγωγή στον Πρόχειρο Νόμο, που καθόριζε με ακρίβεια τις αρμοδιότητες του αυτοκράτορα και του πατριάρχη. |
| Βασιλικά | Συλλογή νόμων σε 60 βιβλία, η οποία αντλεί κυρίως από τις νομικές συλλογές του Ιουστινιανού. |
| Επαρχικόν Βιβλίον | Διατάξεις που ρύθμιζαν τη λειτουργία των συντεχνιών της Κωνσταντινούπολης. |
| Νεαρές | Νέοι νόμοι που απέβλεπαν κυρίως στον περιορισμό της μεγάλης γαιοκτησίας. |
Η Επαναγωγή δεν είναι απλώς ένας πρόλογος. Είναι το κείμενο όπου το Βυζάντιο προσπαθεί να γράψει με ακρίβεια ποια θέματα ανήκουν στον αυτοκράτορα και ποια στον πατριάρχη — δηλαδή πού τελειώνει η πολιτική εξουσία και πού αρχίζει η εκκλησιαστική.
β. Νόμοι και αγώνας κατά των δυνατών ⚔️
Ο αγώνας του κράτους κατά των μεγάλων γαιοκτημόνων, των «δυνατών», είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της κοινωνικής ιστορίας του Βυζαντίου στα χρόνια των Μακεδόνων.
Οι δυνατοί επιδίωκαν τρία πράγματα:
- Να ιδιοποιηθούν τη γη των φτωχών.
- Να αποσπάσουν προνόμια.
- Να κατακτήσουν την πολιτική εξουσία.
Γιατί το κράτος δεν μπορούσε να το ανεχθεί
Το Βυζαντινό Κράτος δεν μπορούσε να ανεχθεί αυτές τις επιδιώξεις, και ο λόγος δεν ήταν συναισθηματικός αλλά πρακτικός. Οι ελεύθεροι αγρότες υπηρετούσαν στους στρατούς των θεμάτων, ενώ οι φόροι που πλήρωναν αποτελούσαν την κύρια πηγή κρατικών εσόδων. Αυτό σημαίνει ότι η άμυνα και η οικονομία του Βυζαντίου ήταν αδιανόητα χωρίς τη μικρή και μεσαία αγροτική ιδιοκτησία.
Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, επί 80 ολόκληρα χρόνια (922-1002) οι αυτοκράτορες προσπάθησαν με τις Νεαρές τους να προστατεύσουν την αγροτική κοινότητα και τους ελεύθερους καλλιεργητές από τις καταχρήσεις των δυνατών.
Οι Μακεδόνες αυτοκράτορες δεν προστάτευσαν τους φτωχούς αγρότες από φιλανθρωπία. Τους προστάτευσαν επειδή ήταν οι στρατιώτες και οι φορολογούμενοι του κράτους: αν αυτοί εξαφανίζονταν, θα κατέρρεε ταυτόχρονα ο στρατός των θεμάτων και το δημόσιο ταμείο.
Τι επέβαλαν οι νόμοι
Με τους νόμους αυτούς οι Μακεδόνες αυτοκράτορες επέβαλαν ή επέτυχαν τα εξής:
- Προτίμηση γειτόνων και συγγενών: όταν πουλιόταν ένα κομμάτι κοινοτικής γης, έπρεπε να προτιμώνται ως αγοραστές οι γείτονες και οι συγγενείς.
- Απόδοση της αρπαγμένης γης: τα χωράφια που είχαν σφετεριστεί οι δυνατοί να αποδίδονται στους προηγούμενους φτωχούς ιδιοκτήτες τους, χωρίς αποζημίωση.
- Στρατιωτικά κτήματα: να απαγορεύεται η πώληση και η αγορά τους. Όποιος διέθετε τέτοια κτήματα ήταν υποχρεωμένος να στρατεύεται.
- Εκκλησιαστική περιουσία: να περιοριστεί η αύξησή της.
- Αλληλέγγυον (1002): να πληρώνουν οι δυνατοί τους φόρους των φτωχών του χωριού — μια υποχρέωση που βάραινε παλιότερα την κοινότητα συλλογικά.
Η Νεαρά του Βασιλείου Β΄ (996) 📃
Η Νεαρά αυτή δείχνει πόσο σκληρά μπορούσε να χτυπήσει το κράτος. Ξεκινά με μια αναγνώριση: οι πρόσθετες περιουσίες που απέκτησαν οι δυνατοί στις κοινότητες των χωριών μέχρι την έκδοση της πρώτης Νεαράς του Ρωμανού του Πρεσβυτέρου, και οι οποίες πιστοποιούνται με έγγραφα δικαιώματα και αξιόπιστες μαρτυρίες, διατηρούνται στην κατοχή τους σύμφωνα με τους παλαιούς νόμους.
Από εκεί και πέρα, όμως, ο νόμος γίνεται αυστηρός. Ο Βασίλειος Β΄ διακηρύσσει ότι η τεσσαρακονταετία δεν επιτρέπεται καθόλου να ενεργοποιηθεί κατά των φτωχών στις δοσοληψίες τους με τους δυνατούς. Οι περιουσίες πρέπει να αποδίδονται στους φτωχούς, ενώ οι δυνατοί δεν δικαιούνται να πάρουν πίσω ούτε το αντίτιμο της αγοράς αυτών των τόπων ούτε τα έξοδα των βελτιώσεων που έκαναν σε αυτούς — γιατί έχουν αποδεδειγμένα παραβιάσει την προηγούμενη νομοθεσία και γι' αυτό αξίζουν περισσότερο την τιμωρία.
Το πιο εντυπωσιακό σημείο έρχεται στο τέλος: τα μέτρα δεν θεσπίζονται μόνο για το μέλλον, αλλά έχουν και αναδρομική ισχύ, δηλαδή ισχύουν για το παρελθόν μέχρι το έτος 922.
Ο ίδιος ο νόμος αυτοχρονολογείται ως «1η Ιανουαρίου της 9ης ινδικτιώνος του έτους 6704», που αντιστοιχεί στο 996. Οι Βυζαντινοί δεν μετρούσαν τα χρόνια από τη γέννηση του Χριστού, αλλά από τη δημιουργία του κόσμου.
Ο Βασίλειος Β΄ αναφέρει τον Ρωμανό τον Πρεσβύτερο ως «προπάππο» του και ως τον αυτοκράτορα που εξέδωσε την πρώτη Νεαρά κατά των δυνατών, το 922. Από εκείνη τη χρονιά ξεκινά η ογδοηκονταετής σύγκρουση — και σε εκείνη τη χρονιά ανατρέχει η αναδρομική ισχύς του νόμου του 996.
Τα οφέλη από τους μικροκαλλιεργητές (Νεαρά του 934) 🌾
Μια παλαιότερη Νεαρά, του 934, περιγράφει με σκληρές λέξεις τι έκαναν οι δυνατοί. Η εξουσία τέτοιων ισχυρών προσώπων αύξησε υπερβολικά τη μεγάλη ταλαιπωρία των φτωχών: με το πλήθος των οικόσιτων υπηρετών τους, των μισθαρνων οργάνων τους και των άλλων παρατρεχάμενων και ακολούθων τους, οι δυνατοί προκάλεσαν βίαιες επιθέσεις, διώξεις, αγγαρείες, άλλες θλίψεις και στενοχώριες στους φτωχούς, και προξένησαν μεγάλη καταστροφή στο κοινό συμφέρον.
Στη συνέχεια το κείμενο εξηγεί την άλλη όψη: η ύπαρξη πολλών μικροϊδιοκτητών προσφέρει μεγάλα οφέλη στο κράτος, καθώς αυτοί πληρώνουν φόρους και παρέχουν στρατιωτικές υπηρεσίες. Τα οφέλη αυτά θα εκλείψουν, αν μειωθεί ο αριθμός των μικροκτηματιών. Όσοι λοιπόν είναι επιφορτισμένοι με τη δημόσια ασφάλεια πρέπει να απαλλαγούν από τους ταραξίες, να απομακρύνουν τα ενοχλητικά στοιχεία και να διασφαλίσουν τη δημόσια σωτηρία.
Ο πλούτος των δυνατών ήταν ορατός και στην καθημερινή ζωή. Χειρόγραφο του 11ου αιώνα, που φυλάσσεται σήμερα στη Βιβλιοθήκη του Βατικανού στη Ρώμη, μας σώζει μικρογραφία με το παλάτι ενός πλουσίου: μια κατοικία που έμοιαζε περισσότερο με ανάκτορο παρά με σπίτι, τη στιγμή που οι γείτονές του αγρότες πάλευαν να κρατήσουν το χωράφι τους.