Η συμμετοχή της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ⚔️
Ο πόλεμος φτάνει στα Βαλκάνια
Η κατάληψη της Αλβανίας από την Ιταλία, το 1939, έφερε τον πόλεμο στα Βαλκάνια. Παράλληλα, κλιμακώθηκε η ιταλική επιθετικότητα εναντίον της Ελλάδας.
Στις 15 Αυγούστου 1940 ιταλικό υποβρύχιο βύθισε στην Τήνο το ελληνικό πολεμικό πλοίο Έλλη. Αν και πολλά στοιχεία έδειχναν ότι ο ένοχος ήταν η Ιταλία, ο Μεταξάς τήρησε ήπια στάση, επιδιώκοντας να αποφύγει τον πόλεμο.
Πρόσεξε τη διαφορά ανάμεσα στα στοιχεία και στην αντίδραση. Παρότι πολλά έδειχναν ότι υπεύθυνη για τη βύθιση ήταν η Ιταλία, η ελληνική κυβέρνηση δεν προχώρησε σε ρήξη: ο Μεταξάς κράτησε ήπια στάση ακριβώς για να μην παρασυρθεί η χώρα στον πόλεμο. Ο πόλεμος θα ξεκινήσει δύο μήνες αργότερα, με ιταλική πρωτοβουλία.
Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος
Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 η Ιταλία απαίτησε να γίνει δεκτή η είσοδος στρατευμάτων της στην Ελλάδα. Η άρνηση του Μεταξά καταγράφηκε στη συνείδηση του ελληνικού λαού ως ΟΧΙ. Σήμερα, η 28η Οκτωβρίου αποτελεί εθνική γιορτή των Ελλήνων.
Ταυτόχρονα ξεκίνησε η ιταλική εισβολή, που υποχρέωσε τις ελληνικές δυνάμεις σε υποχώρηση, μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου 1940.
Λίγες πολιτικές αποφάσεις έχουν αποτυπωθεί τόσο έντονα στη μνήμη ενός λαού. Η άρνηση του Μεταξά απέναντι στην ιταλική απαίτηση πέρασε στη συνείδηση των Ελλήνων ως ΟΧΙ και η ημερομηνία της, η 28η Οκτωβρίου, γιορτάζεται μέχρι σήμερα ως εθνική γιορτή.
Η ελληνική αντεπίθεση
Ακολούθησε, όμως, μια αληθινά ηρωική ελληνική αντεπίθεση, κατά την οποία απελευθερώθηκαν όλα τα ελληνικά εδάφη που βρίσκονταν υπό ιταλικό έλεγχο. Επιπλέον, ο ελληνικός στρατός κατέλαβε τις πόλεις Κορυτσά, Μοσχόπολη, Πόγραδετς, Αργυρόκαστρο και Άγιοι Σαράντα. Έτσι, το μέτωπο μεταφέρθηκε σε βάθος εξήντα χιλιομέτρων μέσα στην Αλβανία.
Ενώ συνέβαιναν αυτά, πέθανε ο Ι. Μεταξάς (τέλη Ιανουαρίου 1941) και ο Γεώργιος Β΄ διόρισε πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Κορυζή.
Στις αρχές Μαρτίου του 1941 οι Ιταλοί εξαπέλυσαν μεγάλη αντεπίθεση, γνωστή ως «εαρινή επίθεση». Συνάντησαν, ωστόσο, ισχυρή ελληνική αντίσταση, με αποτέλεσμα τα δεδομένα του πολέμου να μη διαφοροποιηθούν ουσιαστικά.
Ο ρόλος του ναυτικού και της αεροπορίας
Παράλληλα, το ελληνικό πολεμικό ναυτικό έπληξε αρκετές φορές ιταλικά πλοία και προστάτευσε τις ελληνικές εφοδιοπομπές και τα ελληνικά παράλια. Η ελληνική πολεμική αεροπορία, με τη βοήθεια λίγων βρετανικών αεροσκαφών, υποστήριξε τις χερσαίες επιχειρήσεις.
Η ζωή των στρατιωτών στο μέτωπο
Ο πόλεμος στην Αλβανία δεν κρίθηκε μόνο στις μάχες: κρίθηκε και στην αντοχή των στρατιωτών απέναντι στο βαρύ χειμωνιάτικο κλίμα των βουνών. Δύο συγγραφείς που πολέμησαν οι ίδιοι εκεί άφησαν μαρτυρίες για την καθημερινότητα αυτή.
Ο Γιάννης Μπεράτης, στο έργο του Το πλατύ ποτάμι, περιγράφει το κρύο:
«Το κρύο ήταν φοβερό, αφάνταστο. Από το κρύο αυτές τις ώρες σού πονούσε κυριολεκτικά η ψυχή και σου 'ρχόταν, σα μωρό, να μπήξεις τα κλάματα, έτσι χωρίς να ξέρεις κι εσύ τι ζητάς και τι θα βγάλεις μ' αυτό. Απ' το περιορισμένο του χώρου δεν μπορούσες να κάνεις δυο βήματα και καθόσουν εκεί ακίνητος, ξυλιασμένος, έτσι σα να 'χει παγώσει κι αυτό το ίδιο το μυαλό σου, χτυπώντας μόνο από καιρό σε καιρό το 'να σου χέρι με τ' άλλο.»
Ο Οδυσσέας Ελύτης, στο Άξιον Εστί, περιγράφει τις ατέλειωτες νυχτερινές πορείες και τις κακουχίες:
«Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου φορές, εκατοβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. [...] Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ' ένα μικρό δαδί, μία-μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. [...] Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο.»
Από τις δύο αυτές μαρτυρίες προκύπτει η εικόνα της καθημερινότητας των Ελλήνων πολεμιστών: το φοβερό κρύο και η ακινησία στο μικρό καταφύγιο, οι νυχτερινές πορείες μέσα στη λάσπη και τη βροχή, η σιωπή και η εξάντληση, η ελάχιστη τροφή που μοιραζόταν σταφίδα-σταφίδα και η έλλειψη στοιχειώδους καθαριότητας.
Ο ελληνογερμανικός πόλεμος
Ενώ ο ελληνοϊταλικός πόλεμος συνεχιζόταν, η Ελλάδα δέχτηκε και γερμανική επίθεση: τόσο από γιουγκοσλαβικό έδαφος —οι ναζί είχαν μόλις καταλάβει τη Γιουγκοσλαβία— όσο και από βουλγαρικό, καθώς η Βουλγαρία ήταν σύμμαχος της Γερμανίας.
Οι Γερμανοί, αφού έκαμψαν τη γενναία ελληνική αντίσταση, άρχισαν να κινούνται προς την Αθήνα, ενώ τα ελληνικά στρατεύματα της Αλβανίας διαλύονταν. Τότε, ο αντιστράτηγος Τσολάκογλου υπέγραψε, με δική του πρωτοβουλία, συνθηκολόγηση. Στις 27 Απριλίου 1941 οι Γερμανοί κατέλαβαν την Αθήνα.
Η συνθηκολόγηση δεν αποφασίστηκε από την ελληνική κυβέρνηση. Την υπέγραψε ο αντιστράτηγος Τσολάκογλου με δική του πρωτοβουλία — λεπτομέρεια που δείχνει πόσο είχε καταρρεύσει η συνοχή ανάμεσα στη στρατιωτική και την πολιτική ηγεσία εκείνες τις ημέρες.
Η μάχη της Κρήτης και η κυβέρνηση του Καΐρου
Ο βασιλιάς, η κυβέρνηση και κάποιες ελληνικές και βρετανικές ένοπλες δυνάμεις υποχώρησαν στην Κρήτη, όπου η αντίσταση συνεχίστηκε για λίγο χάρη και στις ηρωικές προσπάθειες του κρητικού λαού. Η σύγκρουση αυτή έμεινε γνωστή ως μάχη της Κρήτης. Στα τέλη Μαΐου 1941, ωστόσο, και η Κρήτη βρισκόταν υπό γερμανικό έλεγχο.
Ο Γεώργιος Β΄ και η κυβέρνησή του κατέληξαν στο Κάιρο, όπου και εγκαταστάθηκε η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, γνωστή ως κυβέρνηση του Καΐρου.
Η σκληρότητα των γερμανικών αντιποίνων στην Κρήτη φαίνεται από την τύχη του χωριού Κάνδανος, το οποίο καταστράφηκε από τους ναζί. Η καταστροφή ολόκληρων χωριών ως τιμωρία για την αντίσταση των κατοίκων θα γίνει χαρακτηριστική πρακτική των κατακτητών στην Ελλάδα.
Οι συνέπειες της περιόδου 1940-1941
Η περίοδος του πολέμου δεν άφησε μόνο στρατιωτικά αποτελέσματα· υπήρξε αφετηρία καταλυτικών πολιτικών εξελίξεων. Όπως επισημαίνει ο ιστορικός Γ. Μαργαρίτης στη μελέτη του για τον πόλεμο του 1940-1941, οι τελευταίες εβδομάδες του πολέμου στην Αλβανία ήταν εξαιρετικά πλούσιες σε πολιτικές διεργασίες, τόσο στο επίπεδο των πολεμιστών του μετώπου όσο και της κοινωνίας. Τις ημέρες αυτές γράφτηκε το πρώτο κεφάλαιο της ρήξης ανάμεσα στην ελληνική κοινωνία και την ηγεσία της.
Για τους εκατοντάδες χιλιάδες φαντάρους που πήραν τον δρόμο του γυρισμού με τα πόδια, ο τρόπος της κατάρρευσης δεν άφηνε καμία αμφιβολία: η στρατιωτική ηγεσία πρόδωσε, η πολιτική δραπέτευσε. Στην ατελείωτη πεζοπορία και στη μιζέρια που αντίκρισαν πίσω όσοι επέστρεψαν, τέτοιου είδους συμπεράσματα βρήκαν σταθερά επιχειρήματα, έτσι ώστε να μεταβληθούν σε βαθιά ριζωμένη πεποίθηση και σε πολιτική κρίση.
Το πιο διαρκές αποτέλεσμα του πολέμου του 1940-1941 δεν ήταν μόνο η κατοχή της χώρας. Ήταν η πεποίθηση των στρατιωτών που επέστρεφαν πεζή στα σπίτια τους ότι είχαν προδοθεί από τους ηγέτες τους — μια πεποίθηση που ρίζωσε βαθιά και τροφοδότησε την πολιτική κρίση των επόμενων χρόνων.