Το κίνημα στο Γουδί (1909) 🎖️
Η Ελλάδα σε κρίση στις αρχές του 20ού αιώνα 📉
Κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα η Ελλάδα αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα: το 1893 κήρυξε πτώχευση, ενώ το 1898 της επιβλήθηκε Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος. Η κρίση εντάθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, καθώς η διεθνής οικονομική ύφεση δυσκόλεψε τη διάθεση των ελληνικών αγροτικών προϊόντων στις ξένες αγορές και περιόρισε τα εμβάσματα των Ελλήνων μεταναστών από την Αμερική και την Αίγυπτο.
Παράλληλα, ήταν έκδηλη η αδυναμία της πολιτικής ηγεσίας να διαχειριστεί αποτελεσματικά τις εθνικές διεκδικήσεις: άλλοτε οδηγούσε τη χώρα σε ήττες, όπως στον πόλεμο του 1897, και άλλοτε κατηγορούνταν ότι παρέμενε αδρανής μπροστά στις εξελίξεις. Έτσι επικρατούσε πολιτική αστάθεια, καθώς κυβερνήσεις σύντομης θητείας διαδέχονταν η μία την άλλη χωρίς καμία να φαίνεται ικανή να αντιμετωπίσει τα κρίσιμα προβλήματα της χώρας. Η δυσαρέσκεια ήταν διάχυτη στην ελληνική κοινωνία.
Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια η Ελλάδα πέρασε από την πτώχευση (1893) στην απώλεια του ελέγχου των δημόσιων οικονομικών της (1898, Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος) και, λίγο αργότερα, στη στρατιωτική ήττα του 1897. Η συσσώρευση αυτών των πληγμάτων εξηγεί γιατί η δυσαρέσκεια είχε εξαπλωθεί σε όλη την κοινωνία στις αρχές του 20ού αιώνα.
Στο πλαίσιο αυτό μειωνόταν διαρκώς το κύρος τόσο των πολιτικών όσο και της μοναρχίας. Η μοναρχία κατηγορούνταν για συνεχείς παρεμβάσεις στις ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες αποδίδονταν από πολλούς στις επιλογές του διαδόχου Κωνσταντίνου, καθώς και για τη στάση του ύπατου αρμοστή της Κρήτης πρίγκιπα Γεωργίου, που θεωρήθηκε υπεύθυνος για τη ρήξη με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και για την επανάσταση του Θερίσου το 1905.
Η ίδρυση του Στρατιωτικού Συνδέσμου 🪖
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ιδρύθηκε, τον Μάιο του 1909, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, μια οργάνωση κατώτερων αξιωματικών. Τα μέλη του Συνδέσμου δυσφορούσαν τόσο επειδή η βασιλική οικογένεια προωθούσε τους δικούς της ευνοούμενους στο στράτευμα, όσο και για την κακή κατάσταση των ενόπλων δυνάμεων γενικότερα.
Σε ένα κείμενο με τα αιτήματά του, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος διατύπωνε την επιθυμία του η θρησκεία να αναχθεί στην αρμόζουσα θέση της, η διοίκηση της χώρας να γίνει έντιμη, η δικαιοσύνη να απονέμεται γρήγορα και αμερόληπτα σε όλους τους πολίτες ανεξαρτήτως τάξης, η εκπαίδευση του λαού να γίνει χρήσιμη για την πρακτική ζωή και τις στρατιωτικές ανάγκες της χώρας, και τα οικονομικά να ανορθωθούν, ώστε ο φτωχός ελληνικός λαός να ανακουφιστεί από τους βαρείς φόρους που κατέβαλλε —φόρους που, όπως υποστήριζε, σπαταλιόνταν άσπλαχνα για τη συντήρηση πολυτελών και περιττών υπηρεσιών και υπαλλήλων προς όφελος της «συναλλαγής»— και παράλληλα να καθοριστούν με σαφήνεια τα όρια μέσα στα οποία θα μπορούσαν να αυξάνονται οι δαπάνες για τη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας και τη συντήρηση του στρατού και του στόλου σε καιρό ειρήνης.
Ο όρος «συναλλαγή» δεν αφορούσε μια απλή οικονομική συναλλαγή, αλλά συμβόλιζε το σύνολο των αδιαφανών πρακτικών και της ευνοιοκρατίας που, κατά τους επικριτές του, διέβρωναν το πολιτικό σύστημα της εποχής. Η καταδίκη της «συναλλαγής» και το αίτημα της «Ανόρθωσης» έγιναν τα συνθήματα γύρω από τα οποία συσπειρώθηκε η λαϊκή δυσαρέσκεια.
Η εκδήλωση του κινήματος στο Γουδί 🚩
Η πολιτική ηγεσία επιχείρησε αρχικά να διαπραγματευτεί με τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο. Όταν όμως προσπάθησε, στις 12 Αυγούστου 1909, να συλλάβει την ηγεσία του, ο Σύνδεσμος —αφού ανέθεσε την αρχηγία του στον συνταγματάρχη Νικόλαο Ζορμπά— προχώρησε στις 15 Αυγούστου 1909 στην εκδήλωση κινήματος με κέντρο το στρατόπεδο στο Γουδί, περιοχή της Αθήνας. Καθώς η κυβέρνηση δεν διέθετε δυνάμεις για να αντιμετωπίσει τους κινηματίες, δέχτηκε τους όρους τους. Τότε οι στρατιωτικοί επέστρεψαν στις θέσεις τους, διατηρώντας ωστόσο ακέραιη την οργάνωσή τους.
Ο Σύνδεσμος ζητούσε κυρίως την αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων. Αυτό στην πράξη σήμαινε την απομάκρυνση από το στράτευμα των πριγκίπων, δηλαδή του διαδόχου Κωνσταντίνου και των άλλων γιων του βασιλιά — αίτημα που ικανοποιήθηκε αμέσως. Η κίνηση αυτή αποτελούσε προϋπόθεση για την κατάργηση της ευνοιοκρατίας και την ανεμπόδιστη βαθμολογική εξέλιξη όλων των αξιωματικών. Παράλληλα, η ηγεσία του κινήματος διατύπωσε και κάποια γενικότερα, αν και θολά, αιτήματα που αφορούσαν μεταρρυθμίσεις στη διοίκηση του κράτους, στην οικονομία, στη δικαιοσύνη και στην εκπαίδευση.
Το γεγονός ότι οι μη στρατιωτικοί στόχοι του κινήματος ήταν γενικοί και αόριστοι δεν εμπόδισε την υιοθέτησή τους από την ελληνική κοινωνία. Αντίθετα, μάλλον συνέβαλε στο να λειτουργήσει το κίνημα του 1909 ως καταλύτης που προκάλεσε έκρηξη γενικότερων λαϊκών αιτημάτων, τα οποία στρέφονταν κατά της «συναλλαγής» και συνοψίζονταν στο αόριστο αλλά σίγουρα επιτακτικό αίτημα της «Ανόρθωσης» του κράτους.
Η λαϊκή υποστήριξη και η κλήση του Βενιζέλου 📢
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1909 ο λαός της Αθήνας, με ένα εντυπωσιακό συλλαλητήριο που οργανώθηκε από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο και διάφορες επαγγελματικές οργανώσεις, εξέφρασε την υποστήριξή του προς το κίνημα. Σύμφωνα με μαρτυρία της εποχής, περισσότεροι από εβδομήντα χιλιάδες πολίτες κάθε τάξης και ηλικίας συγκεντρώθηκαν από νωρίς το απόγευμα στον ευρύτατο χώρο του Πολυγώνου. Πριν από την εκκίνηση της πορείας από το Πεδίο του Άρεως, ο πρόεδρος των Συντεχνιών Παπαφώτης ανέγνωσε το ψήφισμα του συλλαλητηρίου, με το οποίο εγκρινόταν η εξέγερση του στρατού και του στόλου και συνιστούνταν στην κυβέρνηση να υποβάλει το συντομότερο στη Βουλή νομοθεσία που θα καταδίκαζε τη «συναλλαγή» και θα οδηγούσε στην ανόρθωση της διοίκησης.
Η συμμετοχή περίπου εβδομήντα χιλιάδων πολιτών στο συλλαλητήριο της 14ης Σεπτεμβρίου 1909 στην Αθήνα δείχνει πόσο ευρεία ήταν η λαϊκή στήριξη προς το κίνημα, παρότι αυτό είχε ξεκινήσει ως αμιγώς στρατιωτική κινητοποίηση.
Αρχικά, ο Σύνδεσμος δοκίμασε να υλοποιήσει τις επιδιώξεις του μέσω της κυβέρνησης Μαυρομιχάλη, που διορίστηκε από τον πρίγκιπα Γεώργιο αμέσως μετά την εκδήλωση του κινήματος. Ωστόσο, η αμοιβαία καχυποψία ανάμεσα στον Σύνδεσμο και την κυβέρνηση δεν άφησε να προκύψει κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα. Έτσι, η ηγεσία του Συνδέσμου κάλεσε στην Αθήνα τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος είχε διακριθεί στην πολιτική ζωή της Κρήτης και στους αγώνες των Κρητικών για την ένωση με την Ελλάδα.
Η κλήση του Βενιζέλου στην Αθήνα δεν σήμαινε ότι αναλάμβανε αμέσως την πρωθυπουργία. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος τον κάλεσε ως σύμβουλο, έπειτα από την αποτυχία της συνεργασίας με την κυβέρνηση Μαυρομιχάλη, ακριβώς επειδή είχε ήδη αποδείξει στην Κρήτη την πολιτική του ικανότητα.