Πνευματική ζωή, Γράμματα και Τέχνες στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα 🏛️
Κύριες κατευθύνσεις της ελληνικής πνευματικής ζωής
Το στοιχείο που κυριάρχησε στην ελληνική πνευματική ζωή τον 19ο αιώνα ήταν η προσπάθεια οικοδόμησης μιας εθνικής ταυτότητας κοινής για ολόκληρο τον ελληνισμό.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στην ιστορία και στη λαογραφία. Οι απόψεις του Γερμανού ιστορικού Φαλμεράιερ, που υποστήριζε ότι οι Έλληνες του 19ου αιώνα είχαν ελάχιστη σχέση με τους αρχαίους Έλληνες, έστρεψαν το ενδιαφέρον των Ελλήνων λογίων στην αναζήτηση της εθνικής συνέχειας. Οι Σπυρίδων Ζαμπέλιος και Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος υποστήριξαν ότι η συνέχεια του ελληνισμού από την αρχαιότητα υπήρξε αδιάκοπη και, για να ενισχύσουν αυτή τη θέση, στράφηκαν στη μελέτη του Βυζαντίου. Έτσι διαμορφώθηκε το τριμερές σχήμα της ελληνικής ιστορίας: αρχαία, βυζαντινή, νεότερη — ένα σχήμα που κυριαρχεί μέχρι σήμερα στην ελληνική ιστοριογραφία, ιδίως στη σχολική.
Μέχρι τον 19ο αιώνα πολλοί Ευρωπαίοι λόγιοι αντιμετώπιζαν το Βυζάντιο υποτιμητικά. Η ανάγκη απόδειξης της αδιάκοπης εθνικής συνέχειας των Ελλήνων ανάγκασε ιστορικούς όπως ο Παπαρρηγόπουλος να «διασώσουν» το Βυζάντιο ως τον κρίκο που ενώνει την αρχαιότητα με τη νεότερη Ελλάδα.
Οι ίδιες ανάγκες ενίσχυσης της ελληνικής εθνικής ταυτότητας οδήγησαν και στη μελέτη της σύγχρονης λαϊκής ζωής και των λαϊκών εθίμων. Πρωτεργάτης της προσπάθειας αυτής υπήρξε ο Νικόλαος Πολίτης, θεμελιωτής της λαογραφίας στην Ελλάδα.
Στο ίδιο πλαίσιο, το πανεπιστήμιο, που ιδρύθηκε το 1837, επιφορτίστηκε, εκτός από τις αυτονόητες εκπαιδευτικές του λειτουργίες, και με μια ιδιαίτερη «αποστολή»: να εμφυσήσει στους ομογενείς «αλύτρωτους» φοιτητές του τις εθνικές αξίες, ώστε αυτοί με τη σειρά τους να τις μεταδώσουν στις πατρίδες τους ως εκπαιδευτικοί και κληρικοί.
Πέρα από τη διδασκαλία, το Πανεπιστήμιο Αθηνών λειτούργησε ως εργαλείο εθνικής προπαγάνδας για τους αλύτρωτους ομογενείς φοιτητές, δηλαδή όσους Έλληνες ζούσαν ακόμη εκτός του ελληνικού κράτους. Αυτό δείχνει πόσο στενά συνδέθηκε η παιδεία με την εθνική ιδέα τον 19ο αιώνα.
Το γλωσσικό ζήτημα: κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις
Το γλωσσικό ζήτημα επανεμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα με το ίδιο χαρακτηριστικό γνώρισμα που είχε και στις προεπαναστατικές διενέξεις: μια βαθιά σύγκρουση ανάμεσα σε αντιλήψεις που δεν αφορούσαν μόνο τη γλώσσα, αλλά τη συνολική προαγωγή της ελληνικής κοινωνίας. Όπως έχει σημειωθεί από την ιστορική έρευνα:
«Το εκσυγχρονιστικό ρεύμα των τρικουπικών χρόνων ήταν ένα ρεύμα που πήγαζε από τα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα της περιόδου και το οποίο προσπάθησε να δώσει λύσεις αναγκαστικά ανατρεπτικές παλαιών και κατεστημένων δομών και συμπεριφορών. Το ρεύμα αυτό εισήλθε σταδιακά στον χώρο του πολιτισμού και από τη δεκαετία του 1880 άρχισε να συμπαρασύρει και την υπόθεση της γλώσσας.» — Ρ. Σταυρίδη-Πατρικίου, ιστορικός
Η απόκτηση μιας πολιτιστικής ταυτότητας κοινής για όλο τον ελληνισμό έπρεπε να βασίζεται σε μια ενιαία, καθομιλουμένη γλώσσα. Στο πλαίσιο αυτό αναπτύχθηκε το κίνημα του δημοτικισμού, δηλαδή η συστηματική προσπάθεια καθιέρωσης της δημοτικής ως γλώσσας της εκπαίδευσης, της διοίκησης και της λογοτεχνίας. Πρωτεργάτης υπήρξε ο γλωσσολόγος Γιάννης Ψυχάρης (1854-1929), ο οποίος με το βιβλίο του «Το ταξίδι μου» (1888) υποστήριξε την ανάγκη γενίκευσης της χρήσης της δημοτικής γλώσσας.
Δεν ήταν όμως όλοι σύμφωνοι με αυτή την αλλαγή. Μάλιστα σημειώθηκαν βίαια επεισόδια με νεκρούς και τραυματίες:
- Το 1901, εξαιτίας της μετάφρασης του Ευαγγελίου στη δημοτική (γνωστά ως Ευαγγελικά).
- Το 1903, όταν υπερσυντηρητικοί διαμαρτυρήθηκαν βίαια για τη μετάφραση της «Ορέστειας» του Αισχύλου σε απλή καθαρεύουσα (γνωστά ως Ορεστειακά).
Στις αντιδράσεις αυτές πρωτοστατούσε το συντηρητικό φοιτητικό κίνημα της εποχής.
Μην τα συγχέεις: τα Ευαγγελικά (1901) ξέσπασαν εξαιτίας της μετάφρασης του Ευαγγελίου στη δημοτική, ενώ τα Ορεστειακά (1903) ξέσπασαν εξαιτίας της μετάφρασης αρχαίου θεατρικού έργου (της «Ορέστειας» του Αισχύλου) σε απλή καθαρεύουσα. Και τα δύο όμως εκφράζουν την ίδια βαθιά αντιπαράθεση ανάμεσα σε υποστηρικτές και πολέμιους της δημοτικής γλώσσας.
Γράμματα
Ο Διονύσιος Σολωμός και η Επτανησιακή Σχολή
Κορυφαία μορφή των ελληνικών Γραμμάτων μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα υπήρξε ο Διονύσιος Σολωμός (1798-1857). Ήταν ο δημιουργός του εμπνευσμένου από την Επανάσταση του 1821 ποιήματος «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», του οποίου οι δύο πρώτες στροφές, μελοποιημένες από τον Νικόλαο Μάντζαρο, αποτελούν τον εθνικό ύμνο των Ελλήνων. Ο Σολωμός ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την ελληνική λαϊκή γλώσσα.
Ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας δεν γράφτηκε εξαρχής ως ύμνος: είναι οι δύο πρώτες στροφές ενός πολύ μεγαλύτερου ποιήματος του Σολωμού, εμπνευσμένου από την Επανάσταση του 1821, που μελοποιήθηκε αργότερα από τον Νικόλαο Μάντζαρο.
Γύρω από τον Σολωμό σχηματίστηκε ένας κύκλος διανοουμένων —όπως οι Γ. Τερτσέτης, Ι. Πολυλάς και Γρ. Μαρκοράς— που συμμερίζονταν τις απόψεις του και έμειναν γνωστοί ως Επτανησιακή Σχολή. Πλάι σε αυτούς ξεχώρισαν και άλλες σημαντικές μορφές: ο δημοκράτης καρμπονάρος Ανδρέας Κάλβος, ο οποίος άνοιξε με τον λυρισμό του νέους δρόμους στην ελληνική ποίηση, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης και ο Ανδρέας Λασκαράτος.
Οι Φαναριώτες και η Παλαιά Αθηναϊκή Σχολή (1830-1880)
Παράλληλα, η λογοτεχνία του ελεύθερου ελληνικού κράτους αντιπροσωπεύεται, κατά την περίοδο 1830-1880, από το έργο Φαναριωτών λογίων, όπως οι Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσος και ο Αλέξανδρος Ραγκαβής. Οι λόγιοι αυτοί έγραφαν στην καθαρεύουσα, χωρίς όμως να ξεπερνούν την απλή μίμηση του γαλλικού ρομαντισμού. Μετά το 1860 ο ρομαντισμός οδηγήθηκε στο αποκορύφωμά του και στη συνέχεια στην κάμψη του.
Την ίδια εποχή αναπτύχθηκε και η πεζογραφία. Οι σημαντικότεροι εκπρόσωποί της υπήρξαν:
- Ο Εμμανουήλ Ροΐδης, με το έργο «Η Πάπισσα Ιωάννα».
- Ο Παύλος Καλλιγάς, με το έργο «Θάνος Βλέκας».
- Ο Δημήτριος Βικέλας, με το έργο «Λουκής Λάρας».
Η Νέα Αθηναϊκή Σχολή και η γενιά του 1880
Στις αρχές της δεκαετίας του 1870 ορισμένοι νέοι λογοτέχνες άρχισαν να απορρίπτουν τον ρομαντισμό και να στρέφονται προς την εκφραστική και θεματική απλότητα, στρέφοντας το ενδιαφέρον τους προς τον ρεαλισμό. Η χρονολογία 1880 θεωρήθηκε ορόσημο, καθώς εκείνη τη χρονιά εκδόθηκαν δύο ποιητικές συλλογές —οι «Στίχοι» του Ν. Καμπά και οι «Ιστοί αράχνης» του Γ. Δροσίνη— που εξέφραζαν το πνεύμα της αλλαγής.
Στην ποίηση, κύριος εκφραστής της γενιάς του 1880 ήταν ο Κωστής Παλαμάς, μία από τις σημαντικότερες μορφές των νεοελληνικών γραμμάτων. Περίπου την ίδια εποχή, στην πεζογραφία αναπτύχθηκε το διήγημα, στο οποίο ξεχώρισαν οι Γεώργιος Βιζυηνός και Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Η στροφή προς τη λογοτεχνική ανανέωση δεν έγινε σταδιακά και αδιόρατα, αλλά συνδέθηκε με μία συγκεκριμένη χρονιά: το 1880, όταν κυκλοφόρησαν σχεδόν ταυτόχρονα δύο ποιητικές συλλογές που έδωσαν το όνομά τους σε ολόκληρη λογοτεχνική γενιά, τη «γενιά του 1880».
Τέχνες
Η ζωγραφική και η γλυπτική
Η ελληνική ζωγραφική και γλυπτική του 19ου αιώνα ήταν επηρεασμένες από δυτικά πρότυπα, με ισχυρότερη την επιρροή της σχολής του Μονάχου, στην οποία μαθήτευσαν ορισμένοι από τους σημαντικότερους Έλληνες δημιουργούς της εποχής.
Οι ζωγράφοι Ανδρέας Κριεζής, Διονύσιος Τσόκος και Θεόδωρος Βρυζάκης εμπνεύστηκαν τα έργα τους από τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Η συνέχεια σφραγίστηκε από τρεις μεγάλες μορφές της ελληνικής ζωγραφικής του 19ου αιώνα, που είχαν σπουδάσει και ζήσει στο Μόναχο:
- Ο Νικηφόρος Λύτρας (1832-1904) ασχολήθηκε αρχικά με ιστορικά θέματα, αλλά στην πορεία στράφηκε προς την απεικόνιση της καθημερινής ζωής.
- Ο Κωνσταντίνος Βολανάκης (1836-1882) εμπνεύστηκε από τη θάλασσα και τη ναυτική ζωή.
- Ο Νικόλαος Γύζης (1812-1901) διακρίθηκε για μια διάθεση εξιδανίκευσης των θεμάτων του.
Σημαντικότερος γλύπτης της εποχής υπήρξε ο Γιαννούλης Χαλεπάς (1851-1938).
Η αρχιτεκτονική
Κατά την οθωνική περίοδο, τα μεγάλα δημόσια κτίρια σχεδιάστηκαν με βάση τον κλασικισμό από ξένους αρχιτέκτονες:
- Ο Χριστιανός Χάνσεν σχεδίασε το Πανεπιστήμιο Αθηνών.
- Ο αδερφός του Θεόφιλος Χάνσεν σχεδίασε την Ακαδημία, την Εθνική Βιβλιοθήκη και το Μέγαρο Δημητρίου (πρώτη μορφή του σημερινού ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία).
- Ο Φρειδερίκος φον Γκέρτνερ σχεδίασε τα ανάκτορα (σημερινό κτίριο της Βουλής).
Ο Ερνέστος Τσίλερ ήταν ο αρχιτέκτονας που σφράγισε το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, τόσο με τα πολλά έργα του —όπως τα ανάκτορα του Τατοΐου και τα ανάκτορα του διαδόχου Κωνσταντίνου (σημερινό Προεδρικό Μέγαρο)— όσο και με τη διδασκαλία του στο Πολυτεχνικό Σχολείο.
Παράλληλα δραστηριοποιήθηκαν και Έλληνες αρχιτέκτονες:
- Ο Σταμάτης Κλεάνθης συνέταξε, μαζί με τον Γερμανό συνάδελφό του Εδουάρδο Σάουμπερτ, ένα φιλόδοξο πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας (από το οποίο εφαρμόστηκε μόνο μικρό μέρος) καθώς και τα σχέδια του Πειραιά.
- Ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου, διευθυντής επί χρόνια του Πολυτεχνικού Σχολείου, έκτισε το Πολυτεχνείο, το Οφθαλμιατρείο και άλλα κτίρια.
Γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα διαμορφώθηκε το νεοκλασικό σπίτι, μια αρχιτεκτονική μορφή με στοιχεία που παραπέμπουν στην αρχαία Ελλάδα. Πολλά νεοκλασικά σπίτια σώζονται μέχρι σήμερα, τόσο στην Αθήνα όσο και σε διάφορες άλλες πόλεις της Ελλάδας, και τα σημαντικότερα από αυτά έχουν κηρυχθεί διατηρητέα από το ελληνικό κράτος.
Ο Χριστιανός Χάνσεν και ο Θεόφιλος Χάνσεν ήταν αδέρφια, όχι το ίδιο πρόσωπο. Ο Χριστιανός σχεδίασε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ ο Θεόφιλος σχεδίασε την Ακαδημία και την Εθνική Βιβλιοθήκη — δύο διαφορετικά κτίρια της περίφημης «αθηναϊκής τριλογίας».
Ανακεφαλαίωση
Η πνευματική ζωή της Ελλάδας τον 19ο αιώνα επηρεάστηκε από τα ευρωπαϊκά διανοητικά και καλλιτεχνικά ρεύματα, όπως ο ρομαντισμός και ο ρεαλισμός που κυριάρχησαν στα Γράμματα και στις Τέχνες. Ωστόσο, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, σημαδεύτηκε από τη συστηματική προσπάθεια συγκρότησης μιας ισχυρής εθνικής ταυτότητας, ενιαίας για όλο τον ελληνισμό — μια προσπάθεια που αποτυπώθηκε τόσο στην ιστοριογραφία και τη λαογραφία όσο και στο γλωσσικό ζήτημα, στη λογοτεχνία και στις εικαστικές τέχνες.