1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Η ελληνική οικονομία και κοινωνία κατά τον 19ο αιώνα 🌾

Η έκταση της Ελλάδας ήταν σχετικά μικρή, αν και στη διάρκεια του 19ου αιώνα το ελληνικό κράτος μεγάλωσε δύο φορές, περιλαμβάνοντας στα σύνορά του τα Επτάνησα (1864), τη Θεσσαλία και την περιοχή της Άρτας (1881).

Ο πληθυσμός, περίπου 750.000 άνθρωποι το 1830, γνώρισε ομαλή αύξηση σε όλο τον 19ο αιώνα. Παράλληλα, περίπου διπλάσιοι Έλληνες ζούσαν έξω από τα σύνορα του κράτους. Σημαντικά αστικά κέντρα ήταν η Αθήνα —πρωτεύουσα του κράτους από το 1834, ο πληθυσμός της οποίας δεκαπλασιάστηκε την περίοδο 1840-1907—, η Πάτρα και η Σύρος, ενώ προς τα τέλη του αιώνα άρχισε να αναπτύσσεται και ο Πειραιάς.

Μια πρωτεύουσα που δεκαπλασιάστηκε

Η Αθήνα, αν και έγινε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους μόλις το 1834, γνώρισε τόσο ραγδαία αύξηση πληθυσμού που μέσα σε περίπου εξήντα επτά χρόνια (1840-1907) ο πληθυσμός της δεκαπλασιάστηκε.

Ο αγροτικός τομέας 🌾

Ο αγροτικός τομέας δέσποζε στην ελληνική οικονομία. Μεγάλο τμήμα των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, περίπου 5.000.000 στρέμματα, αποτελούσαν οι εθνικές γαίες (ή εθνικά κτήματα), δηλαδή εκτάσεις γης που ήταν προεπαναστατικά οθωμανικές ιδιοκτησίες και πέρασαν μετά την επανάσταση σε ελληνικό έλεγχο.

Το ελληνικό κράτος δεν τόλμησε, τουλάχιστον αρχικά, ούτε να μοιράσει δωρεάν τις εθνικές γαίες στους αγρότες που τις καλλιεργούσαν και τις διεκδικούσαν, ούτε να τις πουλήσει, όπως ζητούσαν οι πρόκριτοι (οι τοπικοί ισχυροί). Καθώς το θέμα παρέμενε για πολλά χρόνια σε εκκρεμότητα, μεγάλο μέρος τους καταπατήθηκε και μετατράπηκε σε ιδιωτικές ιδιοκτησίες. Το 1871 ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κουμουνδούρος διένειμε όσες εθνικές γαίες είχαν απομείνει.

Το πρόβλημα των τσιφλικιών στη Θεσσαλία

Μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας (1881) προέκυψε το πρόβλημα των τσιφλικιών, δηλαδή των μεγάλων κτημάτων που ανήκαν έως τότε σε Τούρκους γαιοκτήμονες και καλλιεργούνταν από κολίγους (ακτήμονες Έλληνες αγρότες). Οι κολίγοι θεώρησαν ότι η γη θα μοιραζόταν σε αυτούς. Όμως, καθώς η Ελλάδα είχε δεσμευτεί με διεθνή συνθήκη να σεβαστεί τα περιουσιακά δικαιώματα των Τούρκων ιδιοκτητών, τα τσιφλίκια πουλήθηκαν από τους Τούρκους κατόχους τους σε Έλληνες κεφαλαιούχους.

Οι κολίγοι δεν αποδέχθηκαν αδιαμαρτύρητα την επιδείνωση της θέσης τους. Ευθύς εξαρχής αντέδρασαν αρνούμενοι να υπογράφουν τα μισθωτήρια κολιγικά συμβόλαια, με αποτέλεσμα να έρχονται σε συνεχείς προστριβές με τους επιστάτες και τους ανθρώπους των τσιφλικούχων, που κατέληγαν σε έντονους διαπληκτισμούς ή ακόμη και σε αιματηρές συμπλοκές. Όπως σημειώνει η ιστορικός Κ. Αρώνη-Τσίχλη, οι γαιοκτήμονες, από τη μεριά τους, έχοντας την κυβερνητική υποστήριξη και βοηθούμενοι από τη χωροφυλακή και τον στρατό, επιχειρούσαν να τρομοκρατήσουν τους αγρότες, επισείοντας την απειλή της επικείμενης έξωσής τους από τη γη.

Οι αγώνες των κολιγών της Θεσσαλίας έφτασαν μέχρι και την ένοπλη σύγκρουση με το κράτος στο Κιλελέρ (1910) και ήταν ένας από τους παράγοντες που ώθησαν αργότερα στη διανομή των τσιφλικιών.

Καλλιέργειες και μονοκαλλιέργεια

Με την εξαίρεση της Θεσσαλίας, η ελληνική γεωργία βασιζόταν στον μικρό αγροτικό κλήρο που καλλιεργούνταν από τον αγρότη και την οικογένειά του. Τα κυριότερα προϊόντα ήταν η σταφίδα, οι ελιές, τα καπνά και τα σιτηρά.

Ιδιαίτερα η σταφίδα, λόγω της μεγάλης ζήτησής της από την ευρωπαϊκή αγορά, εξελίχθηκε από τα μέσα του 19ου αιώνα σε μοναδική καλλιέργεια (μονοκαλλιέργεια), κυρίως στη Βορειοδυτική Πελοπόννησο. Αυτό σήμανε συσσώρευση πλούτου, αλλά έκανε τις τοπικές οικονομίες ευάλωτες στις διεθνείς κρίσεις.

Εμπόριο, ναυτιλία και τραπεζικό σύστημα ⚓

Το εμπόριο, ιδίως το εξωτερικό, είχε μεγάλη βαρύτητα για την ελληνική οικονομία. Εξάγονταν κυρίως σταφίδες, λάδι και άλλα αγροτικά προϊόντα. Εισάγονταν δημητριακά, κυρίως σιτάρι, υφάσματα και νήματα. Στα τέλη του αιώνα αυξήθηκαν οι εισαγωγές άνθρακα, ξυλείας και μηχανημάτων.

Η ναυτιλία υπήρξε ο κύριος μοχλός οικονομικής ανάπτυξης. Η Πάτρα παρέμεινε το κύριο λιμάνι εξαγωγής σταφίδας. Η Σύρος αναδείχθηκε σε κύριο εμπορικό κέντρο της χώρας και σε ένα από τα σημαντικότερα της Μεσογείου. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα άρχισε και η γρήγορη ανάπτυξη του Πειραιά.

Ο ελληνικός στόλος ιστιοφόρων γνώρισε σημαντική αύξηση μέσα στον 19ο αιώνα, αν και παρέμενε μικρότερος από τους στόλους των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων της εποχής, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο. Ενδεικτικά, η χωρητικότητα του ελληνικού στόλου ιστιοφόρων ξεπέρασε τους 357.000 τόνους το 1870, όταν το 1850 ήταν περίπου 214.000 τόνοι.

Η Ελλάδα ανάμεσα στις ναυτικές δυνάμεις της Ευρώπης

Παρά τη μικρή της έκταση και τον περιορισμένο πληθυσμό της, η Ελλάδα του 19ου αιώνα κατάφερε να διαθέτει έναν από τους σημαντικότερους στόλους ιστιοφόρων της Ευρώπης, ξεπερνώντας σε χωρητικότητα χώρες όπως η Ολλανδία, η Ισπανία και η Αυστρουγγαρία.

Το τραπεζικό σύστημα άρχισε να αναπτύσσεται με την ίδρυση, το 1841, της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ). Έως τότε δεν υπήρχαν τράπεζες και όσοι χρειάζονταν κάποιο δάνειο κατέφευγαν στον ιδιωτικό δανεισμό. Η ΕΤΕ ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του κράτους και της παραχωρήθηκε το δικαίωμα να εκδίδει χαρτονομίσματα.

Βιομηχανία και ρόλος του κράτους 🏭

Η βιομηχανία αναπτύχθηκε στην Ελλάδα με αργούς ρυθμούς. Κύριοι λόγοι γι' αυτό ήταν η έλλειψη κεφαλαίων, η μικρή αγορά, η έλλειψη πρώτων υλών και καυσίμων, η χρόνια έλλειψη εργατικών χεριών και η πίεση των φτηνών εισαγόμενων βιομηχανικών προϊόντων.

Ο ρόλος του κράτους στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας τον 19ο αιώνα υπήρξε σημαντικός. Κάνοντας επενδύσεις σε έργα υποδομής —όπως η αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδας, ένα από τα σημαντικότερα έργα που έγιναν στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα με πρωτοβουλία του κράτους— και διαμορφώνοντας ευνοϊκό θεσμικό πλαίσιο, το ελληνικό κράτος επιδίωξε, ιδίως επί Τρικούπη, τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας.

Το εξωελλαδικό ελληνικό κεφάλαιο στράφηκε προς την Ελλάδα από τις αρχές της δεκαετίας του 1870, πιεσμένο από την οικονομική κρίση του 1873 και παρακινημένο από το ευνοϊκό επενδυτικό πλαίσιο που πρόσφερε ο Τρικούπης, κάνοντας κυρίως ευκαιριακές επενδύσεις.

Γενικά, οι ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας τον 19ο αιώνα υπήρξαν χαμηλότεροι από τους αντίστοιχους της δυτικής Ευρώπης, αλλά ήταν οι υψηλότεροι που επιτεύχθηκαν στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου.

Πρώτοι στα Βαλκάνια, πίσω από τη Δύση

Αν και η ελληνική οικονομία αναπτυσσόταν με πιο αργούς ρυθμούς σε σχέση με τις χώρες της δυτικής Ευρώπης, κατάφερε να ξεπεράσει σε ρυθμό ανάπτυξης όλες τις άλλες χώρες των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου.

Η ελληνική κοινωνία και η αστικοποίηση 🏙️

Η ελληνική κοινωνία χαρακτηριζόταν από αργή αλλά συνεχή μεταβολή. Κύριος άξονας των αλλαγών ήταν η βαθμιαία αστικοποίηση, δηλαδή η ενίσχυση της κοινωνικής θέσης και του ρόλου των αστικών στρωμάτων στο ευρύτερο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας.

Οι αγρότες αποτελούσαν τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού. Οι περισσότεροι ήταν μικροϊδιοκτήτες. Εργάζονταν με τις οικογένειές τους και σπάνια μίσθωναν εργατικά χέρια. Ιδιαίτερη περίπτωση ήταν οι ακτήμονες κολίγοι της Θεσσαλίας, οι οποίοι, μετά την ενσωμάτωση των περιοχών τους στην Ελλάδα, έχασαν πολλά από τα δικαιώματά τους, καθώς οι Έλληνες τσιφλικούχοι μπορούσαν να τους διώξουν ανά πάσα στιγμή από τη γη τους.

Τα αστικά στρώματα —οι επιχειρηματίες που ασχολούνταν με το εμπόριο, τη ναυτιλία, τις τραπεζικές εργασίες, τη βιομηχανία, καθώς και οι δημόσιοι υπάλληλοι— έπαιζαν ρόλο δυναμικό και ενίσχυαν συνεχώς την παρουσία τους στη διάρκεια του 19ου αιώνα.

Οι εργάτες, σε μεγάλο βαθμό γυναίκες και παιδιά, εμφανίστηκαν στην ελληνική κοινωνία αργά, λόγω της καθυστερημένης εκβιομηχάνισης, και ζούσαν σε άθλιες συνθήκες.

Μετανάστευση και εργατικό κίνημα

Η μετανάστευση, φαινόμενο συνηθισμένο στον φτωχό ελλαδικό χώρο, εντάθηκε τον 19ο αιώνα με προορισμό, συνήθως, τις πλούσιες ελληνικές παροικίες του εξωτερικού, ιδίως την Αίγυπτο. Επιπλέον, στα τέλη του 19ου αιώνα αλλεπάλληλες άσχημες σοδειές σταφίδας, σε συνδυασμό με τη ζήτηση εργατικών χεριών στις Ηνωμένες Πολιτείες, δημιούργησαν ένα μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα αγροτών, κυρίως από την Πελοπόννησο, προς την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Το εργατικό κίνημα έκανε μόλις τα πρώτα βήματά του αυτή την εποχή. Κατά τη δεκαετία του 1870 σημειώθηκαν οι πρώτες εργατικές απεργίες και κυκλοφόρησαν εφημερίδες και έντυπα που υπερασπίζονταν τα αιτήματα των εργατών. Παράλληλα, άρχισαν να διαδίδονται οι σοσιαλιστικές ιδέες, ξεκινώντας από ορισμένους κύκλους διανοουμένων. Το 1891 γιορτάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα η εργατική Πρωτομαγιά στο Παναθηναϊκό στάδιο.

Τέλος, τέθηκε και το γυναικείο ζήτημα (η αναγνώριση δικαιωμάτων στις γυναίκες), στο πλαίσιο των γενικότερων κοινωνικών αναζητήσεων που έφερε η αστικοποίηση, με κύριο αίτημα την ανάγκη εκπαίδευσης των γυναικών, που ήταν έως τότε παραμελημένη.

Μια πρωτόγνωρη γιορτή για τους εργάτες

Το 1891 η Ελλάδα γιόρτασε για πρώτη φορά την εργατική Πρωτομαγιά, μια εκδήλωση που συμβόλιζε την ανάδυση του εργατικού κινήματος και των σοσιαλιστικών ιδεών στη χώρα, μόλις λίγες δεκαετίες μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους.