Από την 3η Σεπτεμβρίου 1843 έως την έξωση του Όθωνα (1862) 👑
Η καθιέρωση της συνταγματικής μοναρχίας
Η Εθνοσυνέλευση που συγκλήθηκε ύστερα από το κίνημα του 1843 ψήφισε λίγο μετά, το 1844, σύνταγμα με το οποίο θεσπίστηκε το πολίτευμα της συνταγματικής μοναρχίας.
- Τη νομοθετική εξουσία ασκούσαν από κοινού ο βασιλιάς, η Γερουσία (τα μέλη της διορίζονταν από τον βασιλιά και ήταν ισόβια) και η Βουλή (τα μέλη της εκλέγονταν από τον λαό).
- Την εκτελεστική εξουσία ασκούσε ο βασιλιάς μέσω υπουργών που ο ίδιος διόριζε και έπαυε, χωρίς την έγκριση της Βουλής.
- Τη δικαστική εξουσία ασκούσαν δικαστές που διορίζονταν και παύονταν από τον βασιλιά.
Παρότι το σύνταγμα του 1844 καθιέρωνε κοινοβουλευτικούς θεσμούς, ο βασιλιάς διατηρούσε τεράστια εξουσία: διόριζε μόνος του την κυβέρνηση και τους δικαστές, χωρίς έλεγχο από τη Βουλή. Το πολίτευμα δεν ήταν, επομένως, πλήρως δημοκρατικό.
Παρά τις υπερεξουσίες του βασιλιά, το σύνταγμα του 1844 περιείχε και άρθρα για τις ατομικές ελευθερίες, στοιχείο που το έκανε πρωτοποριακό για την εποχή του.
Η διαμάχη αυτοχθόνων-ετεροχθόνων
Στη διάρκεια της Εθνοσυνέλευσης εκφράστηκε με ένταση η αντίθεση μεταξύ:
- των αυτοχθόνων: Ελλήνων γεννημένων σε περιοχές που είχαν ενταχθεί στο ελληνικό κράτος,
- και των ετεροχθόνων: Ελλήνων γεννημένων σε περιοχές που βρίσκονταν έξω από τα σύνορα του ελληνικού κράτους.
Οι αυτόχθονες διαμαρτύρονταν επειδή οι ετερόχθονες είχαν καταλάβει, χάρη στη μόρφωση που συνήθως διέθεταν, πολλές από τις θέσεις της δημόσιας διοίκησης, κάτι που οι πρώτοι θεωρούσαν άδικο.
Μετά από έντονες πιέσεις των αυτοχθόνων, που αποτελούσαν και την πλειοψηφία της Εθνοσυνέλευσης, αποφασίστηκε οι ετερόχθονες, δίχως να χάσουν το δικαίωμα του Έλληνα πολίτη, να μην επιτρέπεται να διοριστούν σε θέσεις της διοίκησης (δεν αποκλείονταν, ωστόσο, από την εκπαίδευση και τον στρατό). Επίσης, ετερόχθονες μπορούσαν να εκλεγούν βουλευτές μόνο σε οικισμούς ετεροχθόνων, εφόσον αυτοί διέθεταν ορισμένο αριθμό κατοίκων.
Η λειτουργία του πολιτεύματος
Η καθιέρωση των κοινοβουλευτικών θεσμών αποτέλεσε αναμφισβήτητα μια θετική εξέλιξη. Οι υπερεξουσίες του βασιλιά, ωστόσο, νόθευαν τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος. Παράλληλα, τα κόμματα συνέχιζαν να αναπτύσσουν δράση, δίχως όμως να είναι επίσημα αναγνωρισμένα.
Στις εκλογές που ακολούθησαν το 1844 χρησιμοποιήθηκαν αθέμιτα μέσα —καλπονοθεία, εκβιασμοί, χρηματισμοί— για να επηρεαστούν οι ψηφοφόροι.
Τέτοιες πρακτικές εφάρμοσε κυρίως το γαλλικό κόμμα και ο ηγέτης του, ο Ιωάννης Κωλέττης, που αναδείχτηκε και νικητής των εκλογών. Κατά την πρωθυπουργία του (1844-1847), συνεργάστηκε με τον Όθωνα, παραβίασε κατ' επανάληψη το σύνταγμα, αγνόησε τη Βουλή και χρησιμοποίησε κρατικούς πόρους για την εξυπηρέτηση των ψηφοφόρων του.
Μεγάλη Ιδέα και αλυτρωτισμός
Την εποχή εκείνη, με δεδομένο ότι η Ελλάδα ήταν φτωχή και οι περισσότεροι Έλληνες ζούσαν έξω από τα σύνορα του ελληνικού κράτους, διατυπώθηκε η θέση ότι, για να αναπτυχθεί η χώρα, θα έπρεπε πρώτα να διευρυνθούν τα ελληνικά σύνορα ώστε να περιλάβουν περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς που βρίσκονταν υπό ξένη —κυρίως οθωμανική— κυριαρχία.
Αν και η ιδέα κυκλοφορούσε σχεδόν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, ο Κωλέττης ήταν εκείνος που, αναφερόμενος σε αυτήν, χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο Μεγάλη Ιδέα (ιδέα για την οποία αξίζει να αγωνιστεί όλο το έθνος) σε ομιλία του στην Εθνοσυνέλευση, στις 14 Ιανουαρίου 1844.
Στον λόγο του εκείνον, ο Κωλέττης περιέγραψε την Ελλάδα ως το κέντρο της Ευρώπης, προορισμένη —λόγω της γεωγραφικής της θέσης ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση— να «φωτίσει τη Δύση» με την πτώση της αρχαιότητας και να «αναγεννήσει την Ανατολή» στο μέλλον, θεωρώντας πως ο σκοπός αυτός αφορούσε πλέον όχι μόνο την τύχη της Ελλάδας αλλά ολόκληρης της ελληνικής φυλής.
Γρήγορα, η Μεγάλη Ιδέα έγινε αποδεκτή από την ελληνική κοινωνία, υιοθετήθηκε ως επίσημη κρατική πολιτική και σφράγισε τη ζωή και την ιδεολογία του ελληνισμού μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.
Οι Έλληνες που ζούσαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία ονομάστηκαν αλύτρωτοι (επειδή δεν είχαν ακόμη λυτρωθεί, δηλαδή απελευθερωθεί), και η πολιτική που στόχευε στην ένταξη, τη δική τους και των εδαφών στα οποία κατοικούσαν, στο ελληνικό κράτος ονομάστηκε αλυτρωτισμός.
Δεν συμφωνούσαν όλοι με τη λογική της άμεσης εδαφικής επέκτασης. Ο αντιμοναρχικός πολιτικός και συγγραφέας Γ. Φιλάρετος υποστήριζε ότι οι Έλληνες, αντί να παρασύρονται από εσωτερικά πολιτικά πάθη ή θεωρητικές συνταγματικές διαμάχες, όφειλαν να εργαστούν επίμονα για την υλική τους πρόοδο, καθώς αυτή αποτελούσε τη βάση της πραγματικής ηθικής και εθνικής ανάπτυξης — χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως εγκατέλειπε το όνειρο της Μεγάλης Ιδέας.
Παράλληλα, μια άλλη αντίληψη, που εκφραζόταν κυρίως από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και το αγγλικό κόμμα, υποστήριζε ότι μόνο αν προηγούνταν η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας θα ήταν εφικτή και η εδαφική της επέκταση· η άποψη αυτή, ωστόσο, έβρισκε λιγότερους υποστηρικτές.
Ο Κριμαϊκός πόλεμος (1854-1856) και ο ελληνισμός
Το 1854 ξέσπασε ρωσοτουρκικός πόλεμος. Η Αγγλία και η Γαλλία τάχθηκαν αμέσως στο πλευρό του σουλτάνου, και ο πόλεμος μεταφέρθηκε στη ρωσική χερσόνησο της Κριμαίας (γι' αυτό και ονομάστηκε Κριμαϊκός πόλεμος).
Ο Όθωνας και πολλοί Έλληνες θεώρησαν ότι δινόταν στην Ελλάδα μια καλή ευκαιρία να διευρύνει τα σύνορά της. Έτσι, στις αρχές του 1854, Έλληνες στρατιωτικοί οργάνωσαν εξεγέρσεις στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο και στη Μακεδονία.
Σχεδόν αμέσως, αγγλικά και γαλλικά στρατεύματα κατέλαβαν τον Πειραιά (1854-1857), απαιτώντας από τον Όθωνα να τηρήσει η Ελλάδα αυστηρή ουδετερότητα. Η ελληνική προσπάθεια εδαφικής επέκτασης απέτυχε.
Τελικά, ο Κριμαϊκός πόλεμος έληξε με ήττα της Ρωσίας. Αμέσως μετά, ο σουλτάνος, πιεζόμενος και από τις Μεγάλες Δυνάμεις, προχώρησε σε μεταρρυθμίσεις γνωστές ως Χάτι Χουμαγιούν (1856), με στόχο τη διασφάλιση της ισότητας όλων των υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ανεξάρτητα από φυλή ή θρήσκευμα. Έτσι εγκαινιάστηκε μια περίοδος ανάπτυξης του ελληνισμού στην Οθωμανική αυτοκρατορία.
Παράλληλα στην Ελλάδα, τα τρία παλαιά κόμματα (αγγλικό, γαλλικό και ρωσικό) έπαψαν να υπάρχουν, καθώς, μετά τις εξελίξεις του Κριμαϊκού πολέμου, η ελληνική κοινή γνώμη έχασε την εμπιστοσύνη της και στις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις.
Η έξωση του Όθωνα (1862)
Η βαθμιαία αστικοποίηση της Ελλάδας, αν και ακόμη περιορισμένη, είχε φέρει στο κοινωνικοπολιτικό προσκήνιο μια νέα γενιά πολιτικών με φιλελεύθερες ιδέες, οι οποίοι εκτιμούσαν ότι ο Όθωνας δεν είχε πλέον τίποτα να προσφέρει στη χώρα.
Έτσι, την περίοδο 1859-1862 το κοινωνικό ρεύμα εναντίον του Όθωνα ενισχύθηκε. Στο Ναύπλιο, το κυριότερο αντιοθωνικό κέντρο, ξέσπασε την 1η Φεβρουαρίου 1862 επανάσταση (γνωστή ως Ναυπλιακά), η οποία, αν και δεν πέτυχε, έδειξε τη φθορά του καθεστώτος.
Τελικά, τον Οκτώβριο του 1862 στασίασε και η φρουρά της Αθήνας. Ο Όθωνας κηρύχθηκε έκπτωτος και υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη χώρα στις 12 Οκτωβρίου 1862, μαζί με τη σύζυγό του Αμαλία. Έφυγε για το Μόναχο, όπου και πέθανε το 1867.