1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Από την άφιξη του Όθωνα (1833) έως την 3η Σεπτεμβρίου 1843 👑

Η εκλογή και η άφιξη του Όθωνα

Ο εμφύλιος πόλεμος που ξέσπασε στην Ελλάδα μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια έκανε τις Μεγάλες Δυνάμεις να επέμβουν στα ελληνικά πράγματα, προκειμένου να αποτρέψουν τη δημιουργία μιας εστίας αναταραχής στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, εξέλιξη που θα έβλαπτε τα συμφέροντά τους. Όρισαν, λοιπόν, βασιλιά της Ελλάδας τον Όθωνα, τον 17χρονο γιο του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α΄, με τη συνθήκη του Λονδίνου το 1832. Το πολίτευμα ορίστηκε να είναι απόλυτη μοναρχία. Επιπλέον, οι Δυνάμεις έδωσαν στην Ελλάδα 20.000.000 φράγκα ως πρώτη δόση ενός δανείου που θα έφτανε συνολικά τα 60.000.000 φράγκα.

Ένας έφηβος βασιλιάς

Ο Όθωνας ήταν μόλις 17 ετών όταν ορίστηκε βασιλιάς της Ελλάδας — τόσο νέος που για δύο χρόνια δεν μπορούσε καν να κυβερνήσει ο ίδιος, αλλά χρειάστηκε μια ολόκληρη επιτροπή Βαυαρών αξιωματούχων για να ασκεί την εξουσία στη θέση του.

Η περίοδος της Αντιβασιλείας (1833-1835)

Επειδή ο Όθωνας ήταν ανήλικος, συμφωνήθηκε ότι την εξουσία θα ασκούσε, μέχρι την ενηλικίωσή του το 1835, η Αντιβασιλεία, μια επιτροπή από Βαυαρούς αξιωματούχους διορισμένους από τον πατέρα του Όθωνα. Τα τρία κύρια μέλη της ήταν ο Άρμανσμπεργκ, πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών, ο Μάουρερ, αρμόδιος για την εκπαίδευση, τη δικαιοσύνη και την εκκλησία, και ο Χάιντεκ, υπεύθυνος για τις ένοπλες δυνάμεις.

Η Αντιβασιλεία θέλησε να οικοδομήσει ένα σύγχρονο, κατά τα δυτικά πρότυπα, εθνικό κράτος. Οι επιδιώξεις της συνοψίζονταν στο τρίπτυχο: εθνική ανεξαρτησία, βασιλική απολυταρχία και συγκεντρωτικό σύστημα διακυβέρνησης.

Τρεις διαφορετικές απόψεις για το έργο της Αντιβασιλείας

Το έργο της Αντιβασιλείας κρίθηκε με πολύ διαφορετικό τρόπο από τους συγχρόνους της.

Ο ίδιος ο Γκέοργκ Λούντβιχ φον Μάουρερ, μέλος της Αντιβασιλείας, υπερασπίστηκε το έργο της τονίζοντας ότι, μόλις αποβιβάστηκαν, κυκλοφόρησαν προκήρυξη ζητώντας πρώτα απ' όλα την εμπιστοσύνη του ελληνικού λαού και δημοσίευσαν αυστηρούς, προσωρινού χαρακτήρα, νόμους εναντίον όσων επιχειρούσαν να διασαλεύσουν την τάξη. Κατά τη μαρτυρία του, με τα μέτρα που πάρθηκαν για τη δικαιοσύνη και τον στρατό αποκαταστάθηκαν η τάξη και η ασφάλεια, σταμάτησαν οι ληστείες και οι πειρατείες, τακτοποιήθηκαν διοικητικά ζητήματα και, με τη σιγουριά που απλώθηκε παντού, άρχισαν να αναπτύσσονται η γεωργία, το εμπόριο και η βιομηχανία.

Αντίθετα, ο Βαυαρός αξιωματούχος Ίγκνατς φον Ρούντχαρτ, ο οποίος διετέλεσε για λίγο, το 1837, αρχηγός του βασιλικού οίκου της Ελλάδας —θέση παρόμοια με του σημερινού πρωθυπουργού— αλλά διαφώνησε με τον Όθωνα και παραιτήθηκε, άσκησε κριτική στην Αντιβασιλεία: παρατήρησε ότι οι άνθρωποι που ανέλαβαν τη διακυβέρνηση και τη διοίκηση της Ελλάδας δεν έπρεπε να ξεκινήσουν από τις δικές τους αντιλήψεις και το δικό τους διοικητικό τυπικό, αλλά να θεσπίσουν ρυθμίσεις που να ταιριάζουν στην κατάσταση της φτωχής και εξαντλημένης χώρας, περιοριζόμενοι αρχικά στη θεμελίωση του κράτους πάνω στις κοινότητες που ήδη υπήρχαν.

Ακόμη πιο αρνητική ήταν η άποψη του αγωνιστή του 1821 Μακρυγιάννη, αντιπάλου της Αντιβασιλείας, ο οποίος κατήγγειλε ότι οι Βαυαροί και οι Έλληνες οπαδοί τους ήθελαν να καταστρέψουν το έθνος, ότι ο ελληνικός λαός προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αντισταθεί ώστε να διοικηθεί με στέρεους νόμους «ως άνθρωποι», και ότι τελικά κυβερνιόνταν αυθαίρετα, με το «έτσι θέλω», κρίμα στα αίματα και τις θυσίες του Αγώνα.

Η οργάνωση του νέου κράτους

Η διοίκηση του κράτους ήταν συγκεντρωτική. Η Ελλάδα διαιρέθηκε σε 10 νομούς, ενώ η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε το 1834 από το Ναύπλιο στην Αθήνα, κίνηση που σκοπό είχε να τονίσει ότι το νέο κράτος ήταν κληρονόμος της αρχαίας Ελλάδας.

Ο στρατός βασίστηκε αρχικά στους περίπου 3.500 Βαυαρούς στρατιωτικούς που είχαν έρθει μαζί με τον Όθωνα στην Ελλάδα. Οι Έλληνες αγωνιστές που δεν έγιναν δεκτοί στις ένοπλες δυνάμεις του κράτους έμειναν χωρίς κανέναν πόρο ζωής, με αποτέλεσμα τη μεγάλη δυσαρέσκειά τους· αρκετοί από αυτούς στράφηκαν στη ληστεία.

Η δικαιοσύνη αναδιοργανώθηκε, ιδρύθηκαν δικαστήρια και συντάχθηκαν νέοι νόμοι.

Η εκπαίδευση αναμορφώθηκε επίσης. Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση παρεχόταν στα επταετούς διάρκειας αλληλοδιδακτικά Δημοτικά σχολεία. Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση προσφερόταν στα τριτάξια Ελληνικά σχολεία, που βρίσκονταν στις πρωτεύουσες των επαρχιών, και στα τετρατάξια Γυμνάσια, που υπήρχαν στις πρωτεύουσες των νομών. Το 1837 ιδρύθηκε Πανεπιστήμιο στην Αθήνα, ενώ την ίδια χρονιά ιδρύθηκε και το Πολυτεχνικό Σχολείο, πρόδρομος του σημερινού Πολυτεχνείου. Ωστόσο, η εκπαίδευση των κοριτσιών παρέμεινε παραμελημένη.

Η ελληνική εκκλησία ορίστηκε αυτοκέφαλη, δηλαδή χωρίστηκε διοικητικά από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, απόφαση που υπαγορεύθηκε από το ότι το Πατριαρχείο βρισκόταν σε οθωμανικό έδαφος, υπό την άμεση επιρροή του σουλτάνου. Επίσης, διατάχθηκε το κλείσιμο των μοναστηριών που είχαν μικρό αριθμό μοναχών.

Μια πρωτεύουσα-σύμβολο

Η μεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο στην Αθήνα το 1834 δεν ήταν τυχαία επιλογή: η Αθήνα, ως πόλη της κλασικής αρχαιότητας, επιλέχθηκε για να δείξει ότι το νέο ελληνικό κράτος συνέχιζε τη γραμμή της αρχαίας Ελλάδας.

Η στάση των Ελλήνων απέναντι στην Αντιβασιλεία ήταν αρχικά δύσπιστη και στη συνέχεια απροκάλυπτα εχθρική. Αναπτύχθηκαν συνωμοτικές κινήσεις με σκοπό την ανατροπή της Αντιβασιλείας, ενώ δεν έλειψαν και ανοιχτές εξεγέρσεις, όπως αυτή στη Μεσσηνία το 1834.

Η περίοδος της απόλυτης μοναρχίας του Όθωνα (1835-1843)

Μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τον Όθωνα τον Μάιο του 1835, η κατάσταση δεν άλλαξε ουσιαστικά. Ο βασιλιάς προσπάθησε, όπως και η Αντιβασιλεία πριν από αυτόν, να περιορίσει την επιρροή των κομμάτων ενισχύοντας κατά περιόδους ένα από αυτά και περιθωριοποιώντας τα άλλα. Η πολιτική αυτή συνάντησε έντονες αντιδράσεις που εκφράστηκαν αρχικά με εξεγέρσεις τοπικού χαρακτήρα, στην Ύδρα και στη Μεσσηνία.

Η 3η Σεπτεμβρίου 1843

Η οικονομική κατάσταση των αγροτών χειροτέρευε συνεχώς και στην ύπαιθρο αναπτυσσόταν η ληστεία. Επιπλέον, η Ελλάδα αδυνατούσε να εξοφλήσει τα δάνειά της, με αποτέλεσμα οι Μεγάλες Δυνάμεις να επιβάλουν οικονομικό έλεγχο στη χώρα και περικοπή των κρατικών δαπανών. Οι στρατιωτικοί, από τα πρώτα θύματα των περικοπών, στράφηκαν εναντίον του Όθωνα. Η γενική αναταραχή οδήγησε σε έντονη πολιτική κινητοποίηση με πρωτεργάτες τους Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, Ιωάννη Κωλέττη, Ανδρέα Μεταξά και Ανδρέα Λόντο, δηλαδή πολιτικούς όλων των κομμάτων. Κοινή ήταν η πεποίθηση ότι η παραχώρηση συντάγματος θα απάλλασσε τη χώρα από τους Βαυαρούς και θα την ανακούφιζε από την οικονομική και κοινωνική κρίση.

Έτσι, τη νύχτα της 2ας προς την 3η Σεπτεμβρίου 1843, δυνάμεις της φρουράς της Αθήνας και πολλοί πολίτες, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη και τον αγωνιστή του 1821 Μακρυγιάννη, συγκεντρώθηκαν έξω από τα ανάκτορα —τη σημερινή Βουλή— και απαίτησαν από τον Όθωνα να παραχωρήσει σύνταγμα. Σε ανάμνηση των γεγονότων, ο χώρος ονομάστηκε αργότερα πλατεία Συντάγματος. Ο βασιλιάς, αν και αρχικά αρνήθηκε, υποχρεώθηκε τελικά να προκηρύξει εκλογές για Εθνοσυνέλευση, που θα ψήφιζε σύνταγμα. Έτσι τελείωσε η περίοδος της απόλυτης μοναρχίας του Όθωνα.

Από τα ανάκτορα στην πλατεία Συντάγματος

Η σημερινή πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα πήρε το όνομά της ακριβώς από αυτό το γεγονός: εκεί, έξω από τα τότε ανάκτορα, ο λαός και ο στρατός απαίτησαν και πέτυχαν την παραχώρηση συντάγματος τη νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843.