1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Οι ενοποιήσεις της Ιταλίας και της Γερμανίας. Νέα εθνικά κράτη στα Βαλκάνια 🌍

Ο κυρίαρχος ρόλος των εθνικών ιδεών στην Ευρώπη του 19ου αιώνα εκφράστηκε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στις διαδικασίες ενοποίησης της Ιταλίας και της Γερμανίας, καθώς και στην ίδρυση νέων εθνικών κρατών στα Βαλκάνια.

Η ενοποίηση της Ιταλίας (1861-1870) 🇮🇹

Κατά το μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα, στην ιταλική χερσόνησο υπήρχαν πολλά διαφορετικά κράτη. Από αυτά, το μοναδικό στο οποίο βασίλευε Ιταλός μονάρχης ήταν το βασίλειο του Πεδεμοντίου (σημερινή ΒΔ Ιταλία) και της Σαρδηνίας. Σε αυτό βασίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, και η προσπάθεια ενοποίησης.

Τα ρεύματα του ιταλικού εθνικού κινήματος

Στο κίνημα για την ενοποίηση της Ιταλίας συνυπήρχαν τρία διαφορετικά ρεύματα, με διαφορετικό όραμα για το μελλοντικό ιταλικό κράτος:

  • Το ρεύμα του αβά Τζιομπέρτι: οι οπαδοί του πίστευαν ότι η ενότητα θα έπρεπε να πάρει τη μορφή μιας ομοσπονδίας υπό την προεδρία του Πάπα.
  • Το φιλελεύθερο ρεύμα: είχε εισηγητές τον Μάσιμο ντ' Ατζέλιο και μια μικρή ομάδα γύρω από την εφημερίδα Il Risorgimento, που ιδρύθηκε από τον Καβούρ στο Τορίνο το 1847. Ανταποκρινόταν στις επιθυμίες της βιομηχανικής και εμπορικής αστικής τάξης του βορρά, η οποία έβλεπε σε μια Ιταλία ενωμένη υπό συνταγματική μοναρχία το μέσο για την ικανοποίηση τόσο των πατριωτικών αισθημάτων όσο και των οικονομικών της συμφερόντων.
  • Το δημοκρατικό ρεύμα: ενσαρκωνόταν στο ιδεολογικό και «ρομαντικό» σχέδιο του Ματσίνι και των νέων επαναστατών που συσπειρώνονταν στο κίνημα «Νέα Ιταλία». Βρήκε μεγάλο ακροατήριο στη μικρή και τη μεσαία αστική τάξη, που πρόσφεραν τη μεγάλη μάζα των αγωνιστών της ιταλικής επανάστασης, και ζητούσε τη δημιουργία μιας ενιαίας δημοκρατίας στηριγμένης στον «λαό», για τον οποίο είχαν μια πολύ εξιδανικευμένη εικόνα.
Τρεις διαφορετικοί δρόμοι προς την ίδια ενότητα

Οι τρεις τάσεις του ιταλικού εθνικού κινήματος δεν συμφωνούσαν καθόλου στο πολίτευμα που έπρεπε να έχει η ενωμένη Ιταλία: ομοσπονδία υπό τον Πάπα, συνταγματική μοναρχία ή δημοκρατία. Τελικά επικράτησε η λύση της συνταγματικής μοναρχίας υπό τον βασιλιά του Πεδεμοντίου.

Η πορεία προς την ενοποίηση

Πρωτεργάτες της ενοποίησης υπήρξαν ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Β΄ και ο μετριοπαθής φιλελεύθερος πρωθυπουργός Καμίλο Καβούρ. Παράλληλα, ο πολιτικός Τζουζέπε Ματσίνι ίδρυσε το κίνημα «Νέα Ιταλία» με στόχο τη δημιουργία ενός ενιαίου και δημοκρατικού ιταλικού κράτους.

Στα 1859-1860 το Πεδεμόντιο απέσπασε από την Αυστρία περιοχές της βόρειας Ιταλίας, ενώ ο Ιταλός επαναστάτης Τζουζέπε Γκαριμπάλντι κήρυξε την επανάσταση στη νότια Ιταλία και την ένωση αυτών των περιοχών με το Πεδεμόντιο. Έτσι, το 1861 σχηματίστηκε το ενιαίο βασίλειο της Ιταλίας, που ως το 1870 είχε λάβει την εδαφική μορφή που έχει σήμερα η Ιταλία.

Η ενοποίηση της Γερμανίας (1871) 🇩🇪

Στον γερμανικό χώρο συνυπήρχαν δύο ισχυρά κράτη, η Αυστρία και η Πρωσία, καθώς και πολλά μικρά κρατίδια. Η πολιτική ενοποίηση αυτού του χώρου άρχισε να συζητείται στα χρόνια της ναπολεόντειας κατοχής.

Το 1815 ιδρύθηκε, με τη μορφή χαλαρής ένωσης, η Γερμανική Συνομοσπονδία. Ακολούθησε, το 1834, με πρωτοβουλία της Πρωσίας, η γερμανική τελωνειακή ένωση, που ενοποίησε οικονομικά ένα μεγάλο τμήμα του γερμανικού χώρου, αποκλείοντας όμως την Αυστρία, τον μεγάλο ανταγωνιστή της Πρωσίας. Έτσι δημιουργήθηκε μια ισχυρή οικονομική βάση στην οποία θα μπορούσε να θεμελιωθεί η ενοποίηση.

Η οικονομία προηγήθηκε της πολιτικής ένωσης

Η γερμανική ενοποίηση προετοιμάστηκε οικονομικά δεκαετίες πριν ολοκληρωθεί πολιτικά: η τελωνειακή ένωση του 1834 ένωσε οικονομικά τα γερμανικά κρατίδια σχεδόν 40 χρόνια πριν την ίδρυση της ενιαίας Γερμανικής Αυτοκρατορίας το 1871.

Ο ρόλος του Μπίσμαρκ και οι πόλεμοι της ενοποίησης

Η ανάδειξη του Όττο φον Μπίσμαρκ ως καγκελάριου (πρωθυπουργού) της Πρωσίας επιτάχυνε τις εξελίξεις. Θέτοντας ως ζήτημα άμεσης προτεραιότητας τη γερμανική ενοποίηση υπό πρωσική ηγεμονία, ο Μπίσμαρκ επιδίωξε τη σύγκρουση με την Αυστρία. Το 1866 τα πρωσικά στρατεύματα συνέτριψαν τους Αυστριακούς. Τότε ιδρύθηκε η Βόρεια Γερμανική Συνομοσπονδία, στην οποία δέσποζε η Πρωσία, ενώ τα ανεξάρτητα γερμανικά κρατίδια συμφώνησαν ότι, σε περίπτωση πολέμου, οι στρατοί τους θα διοικούνταν από τον βασιλιά της Πρωσίας.

Εκτιμώντας ότι ένας πόλεμος στον οποίο θα συμμετείχαν όλοι οι Γερμανοί θα σφυρηλατούσε την εθνική τους ενότητα, ο Μπίσμαρκ προκάλεσε σύγκρουση με τη Γαλλία (1870). Στις αρχές του 1871, ενώ οι γερμανικές δυνάμεις πολιορκούσαν το Παρίσι, οι Γερμανοί ηγεμόνες ανακήρυξαν αυτοκράτορα της Γερμανίας τον βασιλιά της Πρωσίας. Το γεγονός αυτό σήμανε τη δημιουργία ενός ενιαίου γερμανικού κράτους και επισφραγίστηκε με την επικράτηση επί της Γαλλίας.

Όπως σημειώνεται σε ιστορική μαρτυρία των S. Berstein και P. Milza, η γερμανική ενοποίηση σηματοδότησε τον θρίαμβο μιας αντίληψης του έθνους που θεμελιωνόταν περισσότερο στη δύναμη παρά στη λαϊκή συναίνεση: γεννημένο από την ορμή ενός λαού, το γερμανικό ενωτικό κίνημα ολοκληρώθηκε χάρη στον συνδυασμό της βούλησης ενός ανθρώπου —του Μπίσμαρκ, με αντιλήψεις αριστοκράτη του Παλαιού Καθεστώτος που πάνω απ' όλα λογάριαζε το μεγαλείο της βασιλεύουσας δυναστείας— και της ισχύος του πρωσικού στρατού, που νίκησε διαδοχικά τους Δανούς, τους Αυστριακούς και τους Γάλλους. Ήδη στην πορεία των εθνικών κινημάτων διαγραφόταν το φάσμα ενός απόλυτου και κατακτητικού εθνικισμού, που δεν θα άργησε να φέρει σε αντιπαράθεση τους λαούς της γηραιάς ηπείρου.

Τα νέα έθνη-κράτη στα Βαλκάνια 🏛️

Το πρώτο, χρονικά, εθνικό κράτος που δημιουργήθηκε στα Βαλκάνια του 19ου αιώνα ήταν η Ελλάδα. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, ιδίως μετά τα μέσα του, διατυπώθηκαν εθνικές διεκδικήσεις και από άλλους βαλκανικούς λαούς.

Κύριο ρόλο σε αυτό έπαιξε η όλο και μεγαλύτερη οικονομική και πολιτισμική σύνδεση των Βαλκανίων με τη δυτική Ευρώπη, που είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση νέων αστικών στρωμάτων, τη διάδοση των ιδεών του Διαφωτισμού και τη διαμόρφωση των εθνικών συνειδήσεων. Συνέβαλαν, επίσης, τα εσωτερικά προβλήματα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι ανταγωνισμοί των ευρωπαϊκών Δυνάμεων στην περιοχή και η γενικότερη ανάδυση των εθνικών ιδεών στον ευρωπαϊκό χώρο.

Οι Σέρβοι

Οι Σέρβοι είχαν, και λόγω της θέσης της χώρας τους, στενή επαφή με τη Δύση. Στις αρχές του 19ου αιώνα, πριν ακόμη από τους Έλληνες, οι Σέρβοι, με επικεφαλής τον Μίλος Ομπρένοβιτς, εξεγέρθηκαν εναντίον του σουλτάνου και εξασφάλισαν περιορισμένη αυτονομία (1812-1815). Στα χρόνια που ακολούθησαν, το σερβικό κράτος, υπό διάφορους ηγεμόνες, οργανώθηκε, απέκτησε σύνταγμα, διοικητικούς θεσμούς και εκπαιδευτικό σύστημα. Τελικά, η σερβική ανεξαρτησία αναγνωρίστηκε από το συνέδριο του Βερολίνου (1878).

Οι Βούλγαροι

Οι Βούλγαροι επιδίωξαν την εθνική τους ανεξαρτησία στρεφόμενοι ταυτόχρονα εναντίον τόσο της οθωμανικής πολιτικής κυριαρχίας όσο και της ελληνικής πνευματικής ηγεμονίας, την οποία θεωρούσαν ότι ασκούνταν μέσω του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο ελεγχόταν από Έλληνες.

Σύμφωνα με ιστορική μαρτυρία του R. Ristelhueber, οι προσπάθειες διάδοσης και ανάδειξης της βουλγαρικής εθνικής γλώσσας και κουλτούρας συνέβαλαν στη σταδιακή αφύπνιση του αισθήματος της κοινής καταγωγής του λαού, εμπνέοντάς τον περηφάνια για την προέλευσή του. Στο εξωτερικό, Βούλγαροι έμποροι εγκατεστημένοι στη Ρουμανία ή στη Ρωσία ενθάρρυναν αυτή την κίνηση: στο Βουκουρέστι και στην Οδησσό της Ρωσίας υπήρχαν πολυάριθμες και οικονομικά ισχυρές βουλγαρικές παροικίες, που ονειρεύονταν την πολιτική χειραφέτηση.

Το 1835, με οικονομική ενίσχυση που στάλθηκε από την Οδησσό, άνοιξε με 120 μαθητές το πρώτο σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που παρείχε διδασκαλία στην εθνική βουλγαρική γλώσσα. Το 1839 ιδρύθηκε το πρώτο τυπογραφείο που χρησιμοποιούσε βουλγαρικούς χαρακτήρες, και το 1844 εμφανίστηκε η πρώτη βουλγαρική εφημερίδα.

Η γλώσσα και η παιδεία ως όπλα εθνικής αφύπνισης

Πριν ακόμη διεκδικήσουν πολιτική ανεξαρτησία, οι Βούλγαροι επένδυσαν σε σχολεία, τυπογραφεία και εφημερίδες στη δική τους γλώσσα. Μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία (1835-1844) δημιούργησαν τα θεμέλια της εθνικής τους παιδείας —πρώτο σχολείο, πρώτο τυπογραφείο, πρώτη εφημερίδα— δείχνοντας πως η εθνική συνείδηση χτίστηκε πρώτα μέσα από την κουλτούρα και μετά μέσα από την πολιτική.

Μετά από πολύχρονες προσπάθειες, οι Βούλγαροι πέτυχαν, το 1870, την αναγνώριση από την οθωμανική διοίκηση της αυτόνομης βουλγαρικής εκκλησίας, της Εξαρχίας. Προβλεπόταν μάλιστα ότι, αν τα δύο τρίτα των ορθόδοξων κατοίκων μιας εκκλησιαστικής περιφέρειας επιθυμούσαν να υπαχθούν στην Εξαρχία, τότε η περιφέρεια εντασσόταν σε αυτή και όχι στο Πατριαρχείο. Οι ρυθμίσεις αυτές δεν αναγνωρίστηκαν από το Πατριαρχείο και προκάλεσαν ένταση στις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις.

Παράλληλα, οι Βούλγαροι στήριξαν πολλές ελπίδες στη Ρωσία. Μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο των ετών 1877-1878, η νικήτρια Ρωσία επιχείρησε να δημιουργήσει μια Μεγάλη Βουλγαρία (συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, 1878). Οι αντιδράσεις, ωστόσο, της Αγγλίας και της Γερμανίας οδήγησαν στη δημιουργία ενός εδαφικά περιορισμένου αυτόνομου βουλγαρικού κράτους (συνέδριο του Βερολίνου, 1878). Η Βουλγαρία απέκτησε την πλήρη ανεξαρτησία της το 1908.

Οι Ρουμάνοι και οι Μαυροβούνιοι

Οι Ρουμάνοι κατοικούσαν στις βόρειες επαρχίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (Μολδαβία, Βλαχία) και διεκδικούσαν, από τα μέσα του 19ου αιώνα, την εθνική τους ανεξαρτησία. Σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση υπήρξε το γεγονός ότι, στα 1858-1859, οι δύο ηγεμονίες απέκτησαν κοινούς νόμους και ένοπλες δυνάμεις και εξέλεξαν τον ίδιο ηγεμόνα, τον Αλέξανδρο Κούζα. Αργότερα, ο Κούζα ανατράπηκε και αντικαταστάθηκε από τον Κάρολο Α΄, ο οποίος συμμάχησε με τη Ρωσία και κήρυξε την ανεξαρτησία της Ρουμανίας, η οποία αναγνωρίστηκε επίσημα από το συνέδριο του Βερολίνου (1878).

Τέλος, οι Μαυροβούνιοι ίδρυσαν και αυτοί ανεξάρτητο κράτος το 1878, με βάση τις αποφάσεις του συνεδρίου του Βερολίνου.

Το συνέδριο του Βερολίνου, σταθμός για τα Βαλκάνια

Το 1878 ήταν καθοριστική χρονιά για τον βαλκανικό χώρο: μέσα στο ίδιο έτος, το συνέδριο του Βερολίνου αναγνώρισε ή επικύρωσε την ανεξαρτησία της Σερβίας, της Ρουμανίας και του Μαυροβουνίου, ενώ δημιούργησε ένα αυτόνομο, εδαφικά περιορισμένο βουλγαρικό κράτος.