Η Εξέλιξη της Ελληνικής Επανάστασης (1821-1827) ⚔️
Η Ευνοϊκή Συγκυρία
Οι προϋποθέσεις για την επιτυχία της ελληνικής επανάστασης ήταν σαφώς καλύτερες στον νότιο ελλαδικό χώρο. Εκεί οι ελληνικοί πληθυσμοί ήταν πυκνότεροι και η παρουσία οθωμανικού στρατού δεν ήταν ιδιαίτερα ισχυρή, ενώ την περίοδο 1820-1822 μεγάλο μέρος των οθωμανικών δυνάμεων ήταν απασχολημένο σε πόλεμο εναντίον του Αλή πασά της Ηπείρου.
Στον χώρο αυτό δρούσαν πολυάριθμα μέλη της Φιλικής Εταιρείας (Φιλικοί), που προετοίμαζαν και ανέμεναν τον ξεσηκωμό. Υπήρχαν επίσης ένοπλα σώματα Ελλήνων, οι κλέφτες, καθώς και ελληνικά εμπορικά σκάφη εφοδιασμένα με κανόνια. Πολλοί Έλληνες διέθεταν σημαντική πολεμική εμπειρία, τόσο στην ξηρά —ως στρατιώτες στις ένοπλες δυνάμεις του Αλή πασά ή στον αγγλικό στρατό των Επτανήσων— όσο και στη θάλασσα, ως ναύτες στο τουρκικό πολεμικό ναυτικό ή σε εμπορικά πλοία που συχνά συγκρούονταν με πειρατές ή ασκούσαν και οι ίδιοι πειρατεία. Τέλος, τα ορεινά εδάφη της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας διευκόλυναν τον κλεφτοπόλεμο.
Ο συνδυασμός πυκνού ελληνικού πληθυσμού, εμπειροπόλεμων ανδρών, οπλισμένων πλοίων και δύσβατου ορεινού εδάφους έκανε την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα τα σημεία όπου η επανάσταση είχε τις μεγαλύτερες πιθανότητες να επιβιώσει —και τελικά εκεί ακριβώς επιβίωσε.
Επαναστατικές Εστίες 🔥
Επαναστάσεις ξέσπασαν τον Μάρτιο του 1821 σε διάφορα σημεία της Πελοποννήσου και στη συνέχεια επεκτάθηκαν στη Στερεά Ελλάδα, στην Κρήτη, στα νησιά του Αιγαίου, στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο, στη Μακεδονία και στη Θράκη. Επαναστατικές κινήσεις σημειώθηκαν επίσης στην Κύπρο και στη Μικρά Ασία.
Γρήγορα όμως φάνηκε ότι η απελευθέρωση μιας τόσο εκτεταμένης περιοχής ξεπερνούσε τις δυνατότητες του ελληνισμού. Ειδικά στη Θεσσαλία και στη Μακεδονία, περιοχές σε μεγάλο βαθμό πεδινές, καθώς και στη Θράκη, στην Κύπρο και στη Μικρά Ασία, όπου ο τουρκικός στρατός μπορούσε να φτάσει γρήγορα, η καταστολή ήταν άμεση. Τελικά, η επανάσταση εδραιώθηκε στην Πελοπόννησο, στη Στερεά Ελλάδα και σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου. Οι δυνάμεις των επαναστατών αποτελούνταν από αγωνιστές που ακολουθούσαν κάποιον οπλαρχηγό, χωρίς να υπάρχει ενιαία κεντρική ηγεσία.
Η έλλειψη κεντρικής οργάνωσης φαίνεται καθαρά και στις μαρτυρίες της εποχής. Ο Φωτάκος (Φώτιος Χρυσανθακόπουλος), στα απομνημονεύματά του, περιγράφει την πρώτη περίοδο του Αγώνα ως μια κατάσταση αυθόρμητου συναγερμού:
«Οι περισσότεροι από αυτούς [τους Έλληνες] στην αρχή της επανάστασης ήσαν χωρίς άρματα […] και οι σημαίες των περισσοτέρων ήταν τσεμπέρια των γυναικών τους. Ρωτούσαν οι απλοί Έλληνες τότε ο ένας τον άλλον για ποιο λόγο μαζεύτηκαν εδώ και τι θα κάνουμε. […] Οι Έλληνες στην αρχή της επανάστασης αυτόματα συναθροίζονταν στα στρατόπεδα […]. Έπειτα όμως ο Κολοκοτρώνης πρόλαβε και τους συγκέντρωνε με δική του διαταγή, ή της κυβέρνησης, και δεν τους άφηνε να συγκεντρώνονται αυτόματα, γιατί φοβόταν τη ραδιουργία και τη λιποταξία και ήθελε να τους έχει όλους υπό επιτήρηση.»
Στην αρχή του Αγώνα δεν υπήρχε κεντρική στρατιωτική ηγεσία. Οι αγωνιστές ακολουθούσαν τον δικό τους οπλαρχηγό, και μόνο σταδιακά, όπως δείχνει η μαρτυρία του Φωτάκου, επιχειρήθηκε μεγαλύτερη οργάνωση και πειθαρχία, για παράδειγμα από τον Κολοκοτρώνη.
Οι Πρωταγωνιστές 🏅
Ανάμεσα στις χιλιάδες Έλληνες που συμμετείχαν στην επανάσταση ξεχώρισαν, χάρη στις στρατιωτικές ηγετικές τους ικανότητες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και ο Μάρκος Μπότσαρης στη στεριά, καθώς και ο Κωνσταντίνος Κανάρης και ο Ανδρέας Μιαούλης στη θάλασσα. Ηγετικό ρόλο έπαιξαν επίσης δύο γυναίκες, η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα και η Μαντώ Μαυρογένους.
Η Φάση των Επιτυχιών (1821-1824) 🌟
Στην αρχή οι επαναστάτες περιόρισαν τους Τούρκους στα κατά τόπους φρούρια. Παράλληλα, οι Έλληνες κατέλαβαν πόλεις της Πελοποννήσου, όπως η Καλαμάτα και η Πάτρα. Οι οθωμανικές αρχές απάντησαν με σκληρά αντίποινα σε βάρος Ελλήνων αμάχων στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στη Θράκη, στην Κύπρο και αλλού. Στη διάρκεια αυτών των αντιποίνων απαγχονίστηκε ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ (10 Απριλίου 1821).
Η επανάσταση, ωστόσο, δεν κάμφθηκε. Τουρκικά στρατεύματα που κατευθύνονταν προς την Πελοπόννησο για να την καταπνίξουν συνάντησαν ισχυρή και γενναία αντίσταση σε διάφορα σημεία της Στερεάς Ελλάδας —στην Αλαμάνα, στη Γραβιά, στα Βασιλικά και αλλού— από δυνάμεις οπλαρχηγών όπως ο Αθανάσιος Διάκος και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Σε μία από αυτές τις μάχες σκοτώθηκε πολεμώντας και ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας.
Την ίδια στιγμή ενισχύονταν οι ελληνικές θέσεις στην Πελοπόννησο. Γεγονός-σταθμός υπήρξε η άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), διοικητικού κέντρου της Πελοποννήσου, από δυνάμεις με επικεφαλής τον Θ. Κολοκοτρώνη. Παράλληλα, στη θάλασσα οι ελληνικές δυνάμεις παρεμπόδιζαν τις κινήσεις του τουρκικού στόλου, υποστήριζαν τις χερσαίες δυνάμεις και συμμετείχαν σε πολιορκίες παραλιακών φρουρίων.
Οι Τούρκοι, θέλοντας να σπείρουν τον πανικό, κατέλαβαν τη Χίο το Πάσχα του 1822 και κατέσφαξαν τον ελληνικό πληθυσμό της (23.000 νεκροί και 47.000 αιχμάλωτοι), γεγονός που προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση στην Ευρώπη. Σε απάντηση, ο Κωνσταντίνος Κανάρης και οι άνδρες του ανατίναξαν λίγο αργότερα την τουρκική ναυαρχίδα στο λιμάνι της Χίου.
Η καταστροφή της Χίου, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και αιχμαλώτους, δεν έμεινε χωρίς αντίκτυπο. Το γεγονός προκάλεσε τεράστια συγκίνηση στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και ενίσχυσε το φιλελληνικό κίνημα, δηλαδή την υποστήριξη Ευρωπαίων προς τον ελληνικό αγώνα.
Συγχρόνως, ελληνικές δυνάμεις υπό την ηγεσία του Θ. Κολοκοτρώνη διέλυσαν στα Δερβενάκια της Αργολίδας (25-28 Ιουλίου 1822) τη στρατιά του Δράμαλη, που είχε φτάσει στην Πελοπόννησο με σκοπό την ανακατάληψη της Τριπολιτσάς.
Το 1823 σκοτώθηκε, πολεμώντας λίγο έξω από το Καρπενήσι, ο Μάρκος Μπότσαρης.
Το 1824 ο σουλτάνος ήρθε σε συμφωνία με τον ηγεμόνα της Αιγύπτου Μοχάμετ Άλι, προσφέροντάς του, σε περίπτωση καταστολής της επανάστασης, την Κρήτη και την Πελοπόννησο. Πράγματι, αιγυπτιακός στρατός κατέπνιξε την επανάσταση στην Κρήτη και κατέστρεψε την Κάσο, ενώ τουρκικές δυνάμεις έκαναν το ίδιο στα Ψαρά. Η ελληνική απάντηση δόθηκε στη ναυμαχία του Γέροντα (29 Αυγούστου 1824), όπου ελληνικές ναυτικές δυνάμεις με επικεφαλής τον Α. Μιαούλη κατάφεραν ισχυρό χτύπημα στον τουρκοαιγυπτιακό στόλο.
Η Φάση της Κάμψης (1825-1827) 📉
Στις αρχές του 1825 ο Ιμπραήμ, θετός γιος του Μοχάμετ Άλι της Αιγύπτου, αποβιβάστηκε στην Πελοπόννησο επικεφαλής ενός καλά οργανωμένου τακτικού στρατού. Οι ελληνικές δυνάμεις, εξαντλημένες τότε από εμφύλιες συγκρούσεις ανάμεσα στους ίδιους τους Έλληνες, δεν πρόβαλαν σοβαρή αντίσταση, με αποτέλεσμα ο Ιμπραήμ να ανακαταλάβει μεγάλο τμήμα της Πελοποννήσου.
Η ηρωική προσπάθεια του Παπαφλέσσα να τον σταματήσει, στη μάχη του Μανιακίου (20 Μαΐου 1825), δεν είχε αποτέλεσμα. Μόνο στους Μύλους, περιοχή κοντά στο Άργος, οι Δημήτριος Υψηλάντης, Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και Μακρυγιάννης κατάφεραν να πλήξουν τις δυνάμεις του Ιμπραήμ (13 Ιουνίου 1825).
Παράλληλα, τουρκικές και αιγυπτιακές δυνάμεις είχαν αρχίσει την πολιορκία του Μεσολογγίου (Απρίλιος 1825 - Απρίλιος 1826). Οι κάτοικοι της πολιορκημένης πόλης έζησαν μήνες φοβερής πείνας. Ο Ν. Κασομούλης, στα στρατιωτικά του ενθυμήματα, περιγράφει με ωμότητα τις συνθήκες επιβίωσης μέσα στο πολιορκημένο Μεσολόγγι:
«Αρχίσαμε, περίπου στις 15 Μαρτίου, τις πικραλίδες, το χορτάρι της θάλασσας· το βράζαμε πέντε φορές έως ότου έφευγε η πικράδα, και το τρώγαμε με ξίδι και λάδι σαν σαλάτα, ανακατεμένο και με ζουμί από καβούρια. Δίναμε σημασία και στους ποντικούς, αν και ήταν τυχερός όποιος κατάφερνε να πιάσει έναν. Βατράχια δεν είχαμε, δυστυχώς. Από την έλλειψη τροφής πληθαίνονταν οι αρρώστιες, ο πονόστομος και η αρθρίτιδα. Σε τέτοια κατάσταση βρισκόμασταν όταν μας έφτασε γράμμα από τους απεσταλμένους μας στο Ναύπλιο που συμβούλευε να φάμε, αν χρειαστεί, ο ένας τον άλλον. […] Εκείνη την ημέρα ένας Κραβαρίτης έκοψε κρέας από τον μηρό ενός σκοτωμένου και το έφαγε.»
Η μαρτυρία του Κασομούλη δείχνει πόσο ακραίες ήταν οι συνθήκες μέσα στο πολιορκημένο Μεσολόγγι: οι πολιορκημένοι έτρωγαν αγριόχορτα, ποντίκια, ακόμη και ανθρώπινη σάρκα από νεκρούς, προκειμένου να επιβιώσουν. Η πείνα, όχι μόνο ο εχθρικός στρατός, ήταν αυτή που τελικά ανάγκασε τους πολιορκημένους σε έξοδο.
Η πολιορκία τερματίστηκε τη νύχτα της 10ης προς την 11η Απριλίου 1826 με την ηρωική έξοδο των πολιορκημένων Ελλήνων, μια απεγνωσμένη προσπάθεια διαφυγής που κατέληξε σε σφαγή και προκάλεσε τεράστια συγκίνηση σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Η επανάσταση κινδύνευε πλέον άμεσα να καμφθεί. Μόνο στη Στερεά Ελλάδα δυνάμεις με επικεφαλής τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές φυσιογνωμίες του Αγώνα, πραγματοποιούσαν ακόμη επιχειρήσεις. Ενώ όμως οι Έλληνες μάχονταν εναντίον τουρκικών δυνάμεων που πολιορκούσαν την Ακρόπολη της Αθήνας, ο Καραϊσκάκης σκοτώθηκε (23 Απριλίου 1827). Ο θάνατός του, καθώς και η κατάληψη της Ακρόπολης λίγο αργότερα από τους Τούρκους, ενίσχυσαν την αίσθηση ότι η επανάσταση έσβηνε.
Η Διεθνής Παρέμβαση 🌍
Παράλληλα με αυτές τις εξελίξεις, οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής —Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία— παρακινημένες από δικά τους συμφέροντα, αποφάσισαν με τη συνθήκη του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827) την ειρήνευση και τη δημιουργία ελληνικού κράτους. Ήταν μια απόφαση που άλλαξε ουσιαστικά τα δεδομένα του ελληνικού ζητήματος.
Ενώ στρατιωτικά η επανάσταση φαινόταν να χάνει έδαφος στα τέλη του 1826 και στις αρχές του 1827, η απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων να παρέμβουν διπλωματικά άνοιξε τον δρόμο για τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, ανεξάρτητα από τη στρατιωτική έκβαση στο πεδίο της μάχης.
Η επανάσταση, ωστόσο, δεν είχε ακόμη τελειώσει.