1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Τα χαρακτηριστικά του ελληνιστικού κόσμου 🌍

Μετά τη διάσπαση της αυτοκρατορίας του Μ. Αλεξάνδρου, ο κόσμος που προέκυψε ήταν εντελώς διαφορετικός από τον κόσμο των πόλεων-κρατών. Ας δούμε τι άλλαξε στην οικονομία, στην κοινωνία και στην πολιτική, και ποια κράτη προέκυψαν.

Οικονομικά χαρακτηριστικά 💰

Την κατάλυση της περσικής αυτοκρατορίας και την εξάπλωση του Ελληνισμού στην Ανατολή ακολούθησαν σημαντικές οικονομικές μεταβολές.

Ένα ενιαίο οικονομικό σύστημα

Ο ελληνιστικός κόσμος — Έλληνες και αλλοεθνείς μαζί — λειτούργησε μέσα σε ένα ενιαίο οικονομικό σύστημα. Τα κυριότερα οικονομικά στοιχεία των ελληνικών πόλεων-κρατών και της περσικής αυτοκρατορίας συγχωνεύτηκαν μέσω κοινού νομισματικού συστήματος, κοινής δημοσιονομικής πολιτικής και κοινού τρόπου συναλλαγών.

Οι βασιλείς ήταν κάτοχοι όλης της γης και του μεγαλύτερου μέρους της παραγωγής. Η πλούσια γεωργική παραγωγή και η ανταλλαγή αγαθών ανάμεσα στα βασίλεια άνοιξαν νέους ορίζοντες στο εμπόριο. Για τη διευκόλυνση των συναλλαγών χρησιμοποιήθηκαν ελληνικά νομίσματα και αποσύρθηκαν τα περσικά.

Οι ηγεμόνες έκοβαν δικά τους νομίσματα, με ανάγλυφο της κεφαλής τους στη μία όψη και σύμβολα της δυναστείας τους στην άλλη. Παράλληλα δημιουργήθηκαν τράπεζες και χρησιμοποιήθηκαν επιταγές — εργαλεία που δείχνουν πόσο εξελιγμένη είχε γίνει η οικονομία.

Κοινωνικά χαρακτηριστικά 👥

Η νέα οικονομία γέννησε και μια νέα κοινωνική διαστρωμάτωση.

Κοινωνική ομάδαΠοιοι ήταν
Προνομιούχος αστική τάξηΌσοι ασχολήθηκαν με το εμπόριο και τις τραπεζικές επιχειρήσεις, καθώς και οι βασιλικοί υπάλληλοι — κυρίως Έλληνες και λίγοι ελληνίζοντες γηγενείς
ΓηγενείςΣτη μεγάλη τους πλειονότητα εργάτες και μικροκαλλιεργητές, που συγκεντρώθηκαν στις μεγαλουπόλεις αναζητώντας καλύτερη τύχη
ΔούλοιΧρησιμοποιήθηκαν όπου δεν επαρκούσε η εργασία των ελεύθερων πολιτών

Πολιτικά χαρακτηριστικά 👑

Το σύστημα διακυβέρνησης στα ελληνιστικά βασίλεια ήταν η απόλυτη μοναρχία. Οι ηγεμόνες συγκέντρωσαν στο πρόσωπό τους όλες τις εξουσίες και κυβέρνησαν με ένα επιτελείο από Έλληνες και λίγους γηγενείς που ανήκαν σε ανώτερα οικονομικά στρώματα και είχαν εξελληνιστεί. Την αίγλη τους επαύξανε η λατρεία που τους αποδιδόταν από τους υπηκόους.

Το βάρος του στέμματος

Ο Σέλευκος, κατά τον Πλούταρχο, επαναλάμβανε συνεχώς ότι αν οι άνθρωποι ήξεραν πόσο δύσκολο έργο ήταν να γράφει κανείς και να διαβάζει τόσες επιστολές, κανένας δεν θα σήκωνε από κάτω ένα πεταμένο στέμμα. Η γραφειοκρατία ήταν από τα κύρια χαρακτηριστικά του νέου πολιτικού συστήματος.

Το κέντρο βάρους μετατοπίστηκε από τη μητροπολιτική Ελλάδα στις μεγαλουπόλεις της Ανατολής — Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Πέργαμο — που έγιναν τα διοικητικά, οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα του ελληνιστικού κόσμου.

Ο ελλαδικός χώρος κυβερνήθηκε κατά τα πρότυπα της μακεδονικής βασιλείας. Κάποιες πόλεις-κράτη (Αθήνα, Σπάρτη, Ρόδος, Δήλος) διατήρησαν την αυτονομία τους, υπακούοντας πολλές φορές στις επιθυμίες των βασιλέων, ενώ άλλες περιοχές οργανώθηκαν σε ομοσπονδίες — όπως οι Αιτωλοί και οι κάτοικοι της Αχαΐας.

Τα βασίλεια της Ανατολής 🏰

Όταν ο Αλέξανδρος κατέλαβε την Αίγυπτο αναγορεύθηκε φαραώ, και όταν κατέλυσε την περσική αυτοκρατορία ανέβηκε στον θρόνο των Αχαιμενιδών εξουσιάζοντας πολλούς λαούς. Έτσι η βασιλεία έγινε προσωπική. Τον ίδιο τύπο βασιλείας άσκησαν και οι διάδοχοί του στην Ανατολή: κυβέρνησαν ως απόλυτοι κυρίαρχοι σε υπηκόους διαφορετικών εθνοτήτων, που τους απέδιδαν θεϊκές τιμές.

Το βασίλειο της Αιγύπτου (Πτολεμαίοι)

Ιδρυτής του ήταν ο Πτολεμαίος, στρατηγός του Μ. Αλεξάνδρου. Εκτός από την Αίγυπτο κατείχε την Κυρηναϊκή (σημερινή Λιβύη), την Κύπρο — ναυτική βάση του κράτους — και κατά διαστήματα τη νότια Συρία. Οι κάτοικοι ήταν κυρίως Αιγύπτιοι, με μειονότητες Εβραίων, Περσών, Ελλήνων και Σύρων.

Οι Πτολεμαίοι κυβέρνησαν την Αίγυπτο για τρεις περίπου αιώνες, στηριγμένοι σε καλά οργανωμένο στρατό και στόλο.

Η οικονομική ανάπτυξη οφειλόταν στο καλά οργανωμένο και ελεγχόμενο εμπόριο και στη φορολόγησή του. Χαρακτηριστικά, απέφυγαν να επιβαρύνουν με φόρους τον γηγενή πληθυσμό που καλλιεργούσε τη γη, και υποστήριξαν με όλα τα μέσα το εμπόριο — γι' αυτό και η Αλεξάνδρεια εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο εμπορικό λιμάνι της Μεσογείου, με το εμπόριο να ευνοεί και την πνευματική της ανάπτυξη.

Η διοικητική οργάνωση ήταν κληρονομιά των φαραώ: η Αίγυπτος διαιρούνταν σε περίπου σαράντα «περιφέρειες», καθεμιά σε «περιοχές» και «χωριά», με συγκεκριμένο αξιωματούχο σε κάθε επίπεδο. Οι Πτολεμαίοι πρόσθεσαν μια νέα στρατιωτική οργάνωση με στρατόπεδα σε ολόκληρη τη χώρα και ένα πολυπλοκότερο φορολογικό σύστημα.

Το βασίλειο άκμασε τον 3ο αι. π.Χ. Από τον 2ο αι. π.Χ. όμως, εξαιτίας της εκμετάλλευσης των γηγενών, σημειώθηκαν πολλές εξεγέρσεις χωρικών, ενώ οι συγκρούσεις με τους Σελευκίδες για τη νότια Συρία εξασθένησαν το κράτος και οδήγησαν βαθμιαία στην υποταγή του στους Ρωμαίους (31 π.Χ.).

Το βασίλειο της Συρίας (Σελευκίδες)

Ιδρύθηκε από τον Σέλευκο, τον ισχυρότερο από τους νικητές της Ιψού. Εμφανίστηκε ως η συνέχεια της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου, καθώς είχε τα ίδια σύνορα με εκείνη, και περιλάμβανε ποικίλες εθνότητες.

Η έκτασή του ήταν τεράστια: από τον Ινδό μέχρι τη Μεσόγειο και από τον Καύκασο και την Κασπία μέχρι τον Περσικό κόλπο και την Αραβία. Επειδή ο εδαφικός του πυρήνας ήταν η Συρία, έγινε γνωστό ως βασίλειο της Συρίας.

Οι Σελευκίδες προσπάθησαν να διατηρήσουν την ακεραιότητα του κράτους με δύο τρόπους: με τον ισχυρό στρατό τους και με την ίδρυση πόλεων, όπου συγκεντρώνονταν άτομα διαφορετικών εθνοτήτων.

Στρατιωτικές αποικίες

Ίδρυσαν στρατιωτικές αποικίες από τη Μ. Ασία μέχρι το σημερινό Κουρδιστάν. Ήταν συχνά μικρές, με λίγες εκατοντάδες άνδρες, με μερική αυτονομία στους θεσμούς και μερική ανεξαρτησία από τον βασιλιά. Ο σκοπός τους ήταν να λειτουργούν ως εγγύηση εναντίον της τοπικής δυσαρέσκειας, και οι κάτοικοί τους ήταν υποχρεωμένοι να υπηρετούν στον βασιλικό στρατό.

Πρωτεύουσα ήταν αρχικά η Σελεύκεια στον Τίγρη· στη συνέχεια το κέντρο βάρους μετατοπίστηκε προς τη Μεσόγειο και πρωτεύουσα έγινε η Αντιόχεια στον Ορόντη, που εξελίχθηκε σε μεγάλο οικονομικό και πνευματικό κέντρο.

Τον 3ο αι. π.Χ. το βασίλειο ήταν η μεγαλύτερη δύναμη, με πλούσια οικονομία βασισμένη στη γεωργία και στο χερσαίο εμπόριο: από εκεί περνούσαν όλοι οι εμπορικοί δρόμοι των καραβανιών που ένωναν τις αγορές της Ανατολής με τη Μεσόγειο. Στη διοίκηση διατήρησαν τη διαίρεση της περσικής αυτοκρατορίας σε σατραπείες, με διοικητές Έλληνες αλλά και γηγενείς αξιωματούχους. Το κράτος άρχισε να παρακμάζει από τις αρχές του 2ου αι. π.Χ., εξαιτίας των αποσχιστικών τάσεων και των συγκρούσεων με Πτολεμαίους και Ρωμαίους.

Τα βασίλεια του ελλαδικού χώρου 🛡️

Στη μητροπολιτική Ελλάδα ο θεσμός της βασιλείας είχε τις ρίζες του στη φυλετική οργάνωση: τον βασιλιά τον εξέλεγε η συνέλευση των στρατιωτών και τον πλαισίωνε συμβούλιο ευγενών. Η παράδοση αυτή διατηρήθηκε σε όσα ελληνικά φύλα δεν οργανώθηκαν σε πόλεις-κράτη, όπως οι Μακεδόνες και οι Ηπειρώτες.

Ο βασιλιάς που τον ανακηρύσσει ο στρατός

Ο θεσμός της βασιλείας εδώ είχε «εθνικό» χαρακτήρα και διατήρησε το τυπικό της αναγόρευσης του βασιλιά από τον στρατό, ακόμη και όταν η βασιλεία έγινε κληρονομική. Ακόμη και στην εποχή του Φιλίππου Ε΄, οι Μακεδόνες αναφέρονται δίπλα στον βασιλιά στο σύμφωνο που συνάπτει με τον Αννίβα.

Το βασίλειο της Μακεδονίας

Η έκτασή του ήταν περιορισμένη — Μακεδονία, Θεσσαλία και περιοχές της νότιας Ελλάδας — είχε όμως πολιτισμική ομοιογένεια και φυλετική οργάνωση, βασισμένη στην κοινή καταγωγή των κατοίκων.

Ο βασιλιάς ήταν ο κύριος κάτοχος της γης, των δασικών εκτάσεων και των ορυχείων· μεγάλο μέρος της γης το είχε εκχωρήσει ως δωρεά ανακλητή σε ευγενείς. Υπήρχε επίσης μεγάλος αριθμός μικρών και μεσαίων καλλιεργητών, που αποτελούσαν τον μακεδονικό στρατό — από τον οποίο επικυρωνόταν η ανάρρηση του βασιλιά στον θρόνο. Τις μεγάλες γαιοκτησίες τις καλλιεργούσαν ελεύθεροι μισθωτοί ή δούλοι.

Μετά τη διάσπαση της αυτοκρατορίας το βασίλειο κυβέρνησε ο Κάσσανδρος. Σπουδαιότερος από τους διαδόχους του ήταν ο Δημήτριος Πολιορκητής, που κατέλαβε τον θρόνο για επτά χρόνια (294-287 π.Χ.) και διώχθηκε από τον Πύρρο, βασιλιά της Ηπείρου.

Ακολούθησε ταλαιπωρία από την έλλειψη ισχυρής εξουσίας και κυρίως από την επιδρομή των Γαλατών (280 π.Χ.), φύλων κελτικής καταγωγής από τη βορειοδυτική Ευρώπη, που προξένησαν πολλές καταστροφές σε Μακεδονία, Ήπειρο και νότια Ελλάδα.

Ο ιδρυτής των Αντιγονιδών

Τους Γαλάτες τους απομάκρυνε οριστικά ο Αντίγονος Γονατάς, γιος του Δημητρίου Πολιορκητή, το 277 π.Χ. Έγινε έτσι ο ιδρυτής της νέας μακεδονικής δυναστείας των Αντιγονιδών, που κυβέρνησαν μέχρι την κατάληψη της Μακεδονίας από τους Ρωμαίους το 168 π.Χ.

Οι βασιλείς του 2ου αι. π.Χ. εξασθένισαν το κράτος και τις υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις, στην προσπάθειά τους να επιβληθούν στη νότια Ελλάδα.

Το βασίλειο της Ηπείρου

Η Ήπειρος είχε μείνει στην αφάνεια μέχρι τους ελληνιστικούς χρόνους. Κατοικήθηκε από δωρικά φύλα που δεν εξελίχθηκαν πολιτιστικά και δεν ακολούθησαν την ανάπτυξη των πόλεων της νότιας Ελλάδας. Το ισχυρότερο φύλο ήταν οι Μολοσσοί, από όπου καταγόταν η Ολυμπιάδα, μητέρα του Μ. Αλεξάνδρου. Επί Φιλίππου Β΄ και Αλεξάνδρου το βασίλειο ήταν υποτελές στους Μακεδόνες.

Μια βασιλεία με όρους

Οι Μολοσσοί κυβερνούνταν με μετριοπαθή βασιλεία: τη βασιλική εξουσία την περιόριζε ανώτατος άρχοντας, αντιπρόσωπος του λαού. Μια φορά τον χρόνο ο βασιλιάς και ο λαός συγκεντρώνονταν στο πολιτικό και θρησκευτικό τους κέντρο, την Πασσαρώνα, όπου αντάλλασσαν όρκους πίστης για διακυβέρνηση σύμφωνη προς τους νόμους.

Το βασίλειο έφτασε στη μεγαλύτερή του ισχύ με τον Πύρρο, ηγέτη με ικανότητες και μεγαλεπήβολα σχέδια: ήθελε να δημιουργήσει κράτος ανάλογο με εκείνο του Μ. Αλεξάνδρου και γι' αυτό στράφηκε στη Δύση. Σε πέντε χρόνια (280-275 π.Χ.) αντιμετώπισε τους Ρωμαίους στην Ιταλία και τους Καρχηδόνιους στη Σικελία, επέστρεψε όμως στην Ήπειρο με πολλές απώλειες και εξαντλημένο στρατό. Το τελευταίο του σχέδιο, η υποταγή της Μακεδονίας και της νότιας Ελλάδας, απέτυχε: πέθανε άδοξα σε οδομαχίες στο Άργος (272 π.Χ.).

Οι πόλεις-κράτη στον ελληνιστικό κόσμο 🏙️

Η απόλυτη μοναρχία και οι ανταγωνισμοί των ηγεμόνων δεν επέτρεψαν την ανάπτυξη των πόλεων-κρατών. Η πόλη-κράτος, ήδη σε παρακμή ως οργανωτικός θεσμός, επιβιώνει πλέον μέσα από τρία σχήματα:

  1. Οι περισσότερες απορροφήθηκαν από τα ελληνιστικά βασίλεια.
  2. Άλλες συγκρότησαν ομοσπονδιακά κράτη, τις συμπολιτείες.
  3. Ορισμένες κατόρθωσαν να αποσπάσουν την εύνοια των μοναρχών και να διατηρήσουν την αυτονομία τους — Αθήνα, Σπάρτη, Ρόδος, Δήλος.

Η Αθήνα

Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου εξαρτήθηκε από την πολιτική των βασιλέων της Μακεδονίας. Ο Κάσσανδρος διόρισε κυβερνήτη τον Δημήτριο Φαληρέα, που κυβέρνησε ως τύραννος (317-307 π.Χ.) και διώχθηκε από τον Δημήτριο Πολιορκητή.

Η Αθήνα επιχείρησε απελευθερωτικό αγώνα επί Αντιγόνου Γονατά: ο Χρεμωνίδειος πόλεμος (267-261 π.Χ.), με ηγέτη τον Αθηναίο στωικό φιλόσοφο Χρεμωνίδη. Εξεγέρσεις επιχείρησαν και άλλες πόλεις, αλλά απέτυχαν: ο Αντίγονος Γονατάς νίκησε τους συνασπισμένους Έλληνες και κατέλαβε την Αθήνα, ενώ ο Χρεμωνίδης κατέφυγε στην αυλή των Πτολεμαίων.

Η Σπάρτη

Ο τρόπος διακυβέρνησής της και η εξωτερική πολιτική απομόνωσης δημιούργησαν τον 3ο αι. π.Χ. κοινωνικό και πολιτικό αδιέξοδο.

Επτακόσιοι πολίτες, εκατό κλήροι

Ο πληθυσμός της Σπάρτης ελαττώθηκε δραματικά: οι ελεύθεροι πολίτες έφτασαν περίπου τους επτακόσιους, και από αυτούς μόνο εκατό είχαν γεωργικό κλήρο. Κατά τον Πλούταρχο, αιτία ήταν ένας νόμος του εφόρου Επιτάδεα, που επέτρεψε τη μεταβίβαση της περιουσίας και του κλήρου σε όποιον ήθελε ο καθένας: ο πλούτος συγκεντρώθηκε στα χέρια των λίγων και το υπόλοιπο πλήθος έμεινε χωρίς πόρους και πολιτικά δικαιώματα.

Αναγκαίες προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης ήταν η διαγραφή των χρεών και ο αναδασμός της γης.

ΗγέτηςΤι επιχείρησεΚατάληξη
Άγις Δ΄ (από 244 π.Χ.)Μεταρρυθμίσεις, με ένταξη των περιοίκων στην τάξη των Σπαρτιατών πολιτώνΔολοφονήθηκε μετά την αντίδραση των πλουσίων
Κλεομένης Γ΄Προχώρησε με αργά αλλά σταθερά βήματα σε κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές, με αντίκτυπο και σε άλλες πόλειςΝικήθηκε στη Σελλασία (222 π.Χ.) από τους Μακεδόνες· κατέφυγε στους Πτολεμαίους
Νάβις (από 206 π.Χ.)Επέβαλε προσωπική εξουσία και συνέχισε το μεταρρυθμιστικό έργο του ΚλεομένηΔολοφονήθηκε (192 π.Χ.) μετά τις αντιδράσεις άλλων ελληνικών πόλεων

Μετά τη δολοφονία του Νάβι, η Σπάρτη έχασε την αυτονομία της και έγινε μέλος της Αχαϊκής συμπολιτείας μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτηση.

Η Ρόδος

Η μεγάλη της ανάπτυξη οφείλεται στις οικονομικές συγκυρίες μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου. Η γεωγραφική θέση και το ναυτικό της τη βοήθησαν να γίνει μεγάλο εμπορικό κέντρο, ενώ η ισχυρή τείχιση και η εξωτερική της πολιτική καθόρισαν την πορεία της.

Από πού πήρε το όνομά του ο Πολιορκητής

Στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. η Ρόδος απέκρουσε την επίθεση του Δημητρίου (305-304 π.Χ.). Από αυτή ακριβώς την αποτυχημένη πολιορκία ο Δημήτριος πήρε την επωνυμία Πολιορκητής.

Η Ρόδος τυπικά είχε δημοκρατικό πολίτευμα, ουσιαστικά όμως τη διοικούσαν οι πλούσιοι έμποροι και τραπεζίτες. Σε περιόδους κρίσης, για να αποφύγουν κοινωνικές εξεγέρσεις, οι πλούσιοι αναλάμβαναν τη διατροφή των φτωχών — έτσι εξασφαλιζόταν και το ανθρώπινο δυναμικό για την επάνδρωση του στόλου.

Τη δύναμή της την υπολόγιζαν και τα ελληνιστικά βασίλεια και η ανερχόμενη Ρώμη. Η Ρόδος συμμάχησε με τη Ρώμη κατά του Αντιόχου Γ΄ και πήρε ως αντάλλαγμα τη Λυκία και μέρος της Καρίας. Όταν όμως αργότερα συντάχθηκε με τη Μακεδονία, οι Ρωμαίοι της απέσπασαν τα εδάφη αυτά και κήρυξαν ελεύθερο λιμάνι τη Δήλο (167 π.Χ.), ώστε να την εξουθενώσουν οικονομικά. Το ροδιακό κράτος παρήκμασε και τελικά υποδουλώθηκε στους Ρωμαίους το 43 π.Χ.

Η Δήλος

Ο ιερός χαρακτήρας του νησιού και η επίκαιρη θέση του στο κέντρο του Αιγαίου το εξέλιξαν σταδιακά σε οικονομικό κέντρο. Στα τέλη του 4ου αι. π.Χ., όταν παρήκμασε η ναυτική ισχύς των Αθηναίων, η Δήλος πέρασε στη σφαίρα επιρροής των βασιλέων της Μακεδονίας — και τότε γνώρισε την οικονομική της ανάπτυξη, με δημόσιες και ιδιωτικές τράπεζες και με το λιμάνι της να αναγνωρίζεται ως σπουδαίος σταθμός του διαμετακομιστικού εμπορίου της Ανατολικής Μεσογείου.

Το 167 π.Χ. οι Ρωμαίοι, αφού κατέβαλαν τη Μακεδονία, κήρυξαν τη Δήλο ελεύθερο λιμάνι, παραχωρώντας την εποπτεία της στους Αθηναίους. Οι Δήλιοι διώχθηκαν και οι νέοι κάτοικοι που συνέρρευσαν συνέβαλαν στην ανάπτυξή της.

Οι συμπολιτείες 🤝

Δύο αιτίες οδήγησαν πολλές πόλεις, ιδιαίτερα απομονωμένων περιοχών, στη συγκρότηση ομοσπονδιακών κρατών: η αποδυνάμωση της πόλης-κράτους και η επιδίωξη των βασιλέων της Μακεδονίας να επεκταθούν προς τον νότο. Το νέο πολιτειακό σχήμα το χρησιμοποίησαν κυρίως οι Αιτωλοί και οι αχαϊκές πόλεις της Πελοποννήσου.

Η Αιτωλική συμπολιτεία

Οι Αιτωλοί, για να αντιμετωπίσουν τις εχθρικές επιδρομές, δημιούργησαν από τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. έναν χαλαρό πολιτικό σύνδεσμο, το «Κοινό των Αιτωλών». Τον 3ο αι. π.Χ., μετά την απόκρουση των Γαλατών (278 π.Χ.) και την ανάληψη της προστασίας του μαντείου των Δελφών, εξελίχθηκε στην Αιτωλική συμπολιτεία.

Η οργάνωσή της ήταν δημοκρατική: όλοι οι πολίτες ήταν μέλη της συνέλευσης, που εξέλεγε τους άρχοντες, αποφάσιζε για πόλεμο ή ειρήνη και ψήφιζε τους νόμους. Όλες οι πόλεις είχαν κοινό νόμισμα και τα ίδια μέτρα και σταθμά. Στο απόγειό της περιλάμβανε όλες τις πόλεις της κεντρικής Ελλάδας, από τον Μαλιακό κόλπο μέχρι τον Κορινθιακό και τις εκβολές του Αχελώου.

Η Αχαϊκή συμπολιτεία

Προέκυψε από την ομοσπονδιακή ένωση μερικών πόλεων της Αχαΐας στις αρχές του 3ου αι. π.Χ., που σταδιακά περιέλαβε σχεδόν ολόκληρη την Πελοπόννησο.

Η οργάνωσή της παρουσιάζει δημοκρατικά αλλά και ολιγαρχικά στοιχεία. Κάθε πόλη είχε δική της κυβέρνηση, ενώ τη συμπολιτεία τη διοικούσαν:

ΌργανοΣύνθεση και αρμοδιότητες
ΣυνέλευσηΟι πολίτες όλων των πόλεων που είχαν συμπληρώσει το τριακοστό έτος
ΆρχοντεςΣτρατηγός, ίππαρχος, ναύαρχος, δέκα δημιουργοί — με αυξημένες εξουσίες
Βουλή ή σύγκλητος120 μέλη, με δικαιοδοσία κυρίως στις εξωτερικές υποθέσεις

Καθοριστικό ρόλο έπαιξε όταν επικεφαλής της ήταν ο Άρατος και ο Φιλοποίμην.

Ο Άρατος (272-213 π.Χ.) από τη Σικυώνα εκλέχθηκε επανειλημμένα στρατηγός. Στην αρχή στράφηκε κατά των Μακεδόνων και απομάκρυνε τη μακεδονική φρουρά από την Κόρινθο, προσαρτώντας την στη συμπολιτεία. Αργότερα όμως, για να αντιμετωπίσει τον Κλεομένη, ζήτησε την παρέμβαση των Μακεδόνων — με αποτέλεσμα την ήττα του Κλεομένη αλλά και τη δολοφονία του ίδιου του Άρατου.

Ο Φιλοποίμην (253-183 π.Χ.) από τη Μεγαλόπολη διακρίθηκε ως ίππαρχος και ως οργανωτής του στρατού. Επί των ημερών του εντάχθηκε στη συμπολιτεία και η Σπάρτη.

«Ο έσχατος των Ελλήνων»

Έτσι αποκαλεί ο Πλούταρχος τον Φιλοποίμην: χαρισματικός ηγέτης με ικανότητες, που όμως έζησε σε εποχή παρακμής του Ελληνισμού και δεν είχε περιθώριο για δράση.

Η Ρώμη είχε ήδη αρχίσει να επεκτείνεται στον ελλαδικό χώρο, εφαρμόζοντας την πολιτική του «διαίρει και βασίλευε». Μετά από λίγες δεκαετίες η Αχαϊκή συμπολιτεία, αφού αντιστάθηκε στα ρωμαϊκά στρατεύματα, τελικά υπέκυψε (146 π.Χ.).