Η Ελληνική Πνευματική και Καλλιτεχνική Δημιουργία κατά την Περίοδο της Οθωμανικής Κυριαρχίας 🎨
Η κατάσταση της παιδείας και του πολιτισμού μέχρι το 1600
Στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, μέχρι το 1600 περίπου, ο πολιτισμός και η παιδεία βρίσκονται σε πραγματική παρακμή, γιατί ελάχιστα σχολεία λειτουργούν, ενώ πολλοί αξιόλογοι πνευματικοί άνθρωποι αναγκάζονται να καταφύγουν στη Δύση.
Η κατάσταση της παιδείας στον ελληνικό χώρο δεν είναι σταθερή σε όλη την Τουρκοκρατία: υπάρχει σαφής τομή γύρω στο 1600. Πριν από αυτή τη χρονιά κυριαρχεί η παρακμή, ενώ μετά εμφανίζεται πνευματική αναζωπύρωση.
Η πνευματική αναζωπύρωση μετά το 1600
Μετά το 1600 εμφανίζεται κάποια πνευματική ζωή, που εκπροσωπείται από τον πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρη (1572-1638), ο οποίος ίδρυσε σχολεία και το πρώτο τυπογραφείο στην Κωνσταντινούπολη, και τον Θεόφιλο Κορυδαλλέα (1572-1646), φορέα του πνεύματος της Αναγέννησης.
Ο Κύριλλος Λούκαρης δεν αρκέστηκε στην ίδρυση σχολείων· έφερε στην Κωνσταντινούπολη και το πρώτο τυπογραφείο, ένα εργαλείο που μέχρι τότε ο Ελληνισμός το συναντούσε μόνο στη Δύση.
Η Κρητική Σχολή στη βενετοκρατούμενη Κρήτη
Στο χώρο της βενετοκρατούμενης Κρήτης γνωρίζουν αξιόλογη ανάπτυξη τα γράμματα και οι τέχνες, και επιτυγχάνεται έξοχος συνδυασμός βυζαντινών και δυτικών στοιχείων. Τα κυριότερα έργα της κρητικής λογοτεχνίας είναι το έπος Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου και τα θεατρικά έργα Θυσία του Αβραάμ (πιθανόν του ίδιου) και Ερωφίλη του Γεωργίου Χορτάτση. Οι ιδέες και οι αξίες που περιέχουν αυτά τα έργα εκφράζουν τον αναγεννησιακό άνθρωπο, όπως τον βλέπουμε στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία.
Μετά το 1669, τα προϊόντα του κρητικού πολιτισμού μεταφέρονται από τους πρόσφυγες στα Επτάνησα και συμβάλλουν στην ανάπτυξη του επτανησιακού πολιτισμού.
Το 1669 είναι η χρονιά που ο Χάνδακας (σημερινό Ηράκλειο) περνά στους Οθωμανούς, ολοκληρώνοντας την κατάκτηση της Κρήτης. Αυτό δεν σταματά τον κρητικό πολιτισμό — τον μεταφέρει στα Επτάνησα, που έμειναν εκτός οθωμανικής κυριαρχίας.
Η μεταβυζαντινή τέχνη στην ηπειρωτική Ελλάδα
Η μεταβυζαντινή τέχνη στην ηπειρωτική Ελλάδα συνεχίζει τη βυζαντινή παράδοση και έχει έντονα συντηρητικό χαρακτήρα, σε αντίθεση με τη δυτική Ευρώπη που βιώνει τη μεγαλειώδη Αναγέννηση και το εκρηκτικό Μπαρόκ. Η νοσταλγία για το ένδοξο παρελθόν και η αντίσταση της Ορθοδοξίας για κάθε τι ευρωπαϊκό αποτελούν τα βασικά αίτια της προσκόλλησης στην παράδοση. Εντούτοις, το 16ο αιώνα κτίζονται στο Άγιο Όρος και στα Μετέωρα επιβλητικά κτίρια, με πρότυπο κτίσματα της παλαιολόγειας αρχιτεκτονικής.
Οι ζωγράφοι της Κρητικής Σχολής
Η οικονομική ανάπτυξη των κρητικών πόλεων, κυρίως του Χάνδακα (Ηράκλειο), συντέλεσε στην ανάπτυξη της Κρητικής Σχολής. Το 16ο αιώνα κυριαρχεί η μορφή του Θεοφάνη Στρελίτζα Μπαθά (Θεοφάνης ο Κρης), που εργάστηκε και στην ηπειρωτική Ελλάδα και τοιχογράφησε τον Άγιο Νικόλαο Αναπαυσά στα Μετέωρα και το καθολικό της Μονής της Λαύρας στο Άγιο Όρος. Στο έργο του συνδυάζει στοιχεία της παλαιολόγειας παράδοσης και της δυτικής τέχνης, δημιουργώντας ένα έξοχο προσωπικό ύφος.
Ο Μιχαήλ Δαμασκηνός (1530-1591) είναι περίφημος ζωγράφος φορητών εικόνων που συνδυάζει επίσης το παλιό με το νέο. Αξιόλογοι ζωγράφοι είναι επίσης ο Γ. Κλότζας και ο Θεοδ. Πουλάκης.
| Ζωγράφος | Ειδίκευση / Έργο |
|---|---|
| Θεοφάνης ο Κρης | Τοιχογραφίες στα Μετέωρα και στο Άγιο Όρος· συνδυασμός παλαιολόγειας παράδοσης και δυτικής τέχνης |
| Μιχαήλ Δαμασκηνός (1530-1591) | Φορητές εικόνες, συνδυασμός παλιού και νέου |
| Γ. Κλότζας | Ζωγράφος της Κρητικής Σχολής |
| Θεοδ. Πουλάκης | Ζωγράφος της Κρητικής Σχολής |
Οι κρητικοί ζωγράφοι, γενικότερα, δεν αντιγράφουν άκριτα τα ξένα πρότυπα και αποτελούν τη γέφυρα δημιουργικής επικοινωνίας της μεταβυζαντινής τέχνης με τα δυτικοευρωπαϊκά ρεύματα. Μετά το 1669, πολλοί κρητικοί ζωγράφοι κατέφυγαν στα Επτάνησα και έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην εξέλιξη της επτανησιακής τέχνης. Ο σπουδαιότερος Επτανήσιος ζωγράφος αυτής της περιόδου είναι ο Ηλίας Μόσκος.
Η άνθηση της τέχνης στα Επτάνησα
Κατά τα τέλη του 17ου αιώνα, η βελτίωση των συνθηκών στην Ελλάδα έχει ευεργετικές επιδράσεις στην εξέλιξη της τέχνης. Χτίζεται μεγάλος αριθμός μοναστηριών και ο αριθμός των ζωγράφων αυξάνεται σημαντικά. Στα Επτάνησα συνεχίζεται η κρητική καλλιτεχνική παράδοση, η οποία θα διαμορφωθεί αφού δεχτεί ευρωπαϊκές επιδράσεις. Σημαντικός εκπρόσωπος αυτών των τάσεων είναι ο Παναγιώτης Δοξαράς, με σημαντικό έργο στην Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο. Το έργο του συνεχίζουν ο γιος του Νικόλαος και ο Νικόλαος Κουτούζης (1741-1813), προσωπογράφος και ζωγράφος θρησκευτικών και κοσμικών θεμάτων.
Οι κορυφαίοι ποιητές και οι πρώτοι μουσουργοί
Μέσα σε αυτό το κλίμα αναδείχθηκαν οι κορυφαίοι ποιητές μας Διονύσιος Σολωμός (1798-1857) και Ανδρέας Κάλβος (†1865), ενώ και οι πρώτοι μουσουργοί της νεότερης Ελλάδας ήταν Επτανήσιοι. Συνεπώς, τα Επτάνησα πρόσφεραν πολλά στο νεοελληνικό πολιτισμό, γιατί ήταν η γέφυρα επικοινωνίας του Ελληνισμού με τα πολιτιστικά δρώμενα στη Δύση.
Τα Επτάνησα δεν πέρασαν ποτέ στην οθωμανική κυριαρχία. Γι' αυτό μπόρεσαν να λειτουργήσουν ως γέφυρα ανάμεσα στον υπόδουλο Ελληνισμό και τη Δύση, χαρίζοντας στο νεοελληνικό πολιτισμό τόσο τους πρώτους μεγάλους ποιητές του (Σολωμό, Κάλβο) όσο και τους πρώτους μουσουργούς της νεότερης Ελλάδας.
Ο ελληνικός λαϊκός πολιτισμός
Ένα από τα εντυπωσιακότερα φαινόμενα κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στον ελληνικό χώρο είναι η άνθηση του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού. Πολλά από τα προϊόντα του φαίνεται ότι έχουν τις ρίζες τους όχι μόνο στο Βυζάντιο, αλλά και στην αρχαία Ελλάδα, και αποτελούν, μέχρι σήμερα, τον κυριότερο μοχλό αντίστασης στον κίνδυνο αφομοίωσης από σύγχρονους ισχυρούς πολιτισμούς.
Το δημοτικό τραγούδι αποτέλεσε την υψηλότερη πνευματική δημιουργία στη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, ενώ η λαϊκή τέχνη χαρακτηρίζεται από ποικιλία και πλούτο. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η αρχιτεκτονική των αρχοντικών που χτίστηκαν σε ευημερούντα κέντρα του ελληνικού χώρου (Καστοριά, Αμπελάκια, Ύδρα, Σπέτσες κ.λπ.).
Πρόσεξε τον χαρακτηρισμό του σχολικού βιβλίου: το δημοτικό τραγούδι θεωρείται η υψηλότερη πνευματική δημιουργία όλης της περιόδου — πάνω και από τη λόγια λογοτεχνία της Κρητικής Σχολής. Μην το υποβαθμίσεις σε απλή «λαϊκή παράδοση».