Η Παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 🌇
Από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, και ιδίως μετά τον θάνατο του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς το 1566, η Οθωμανική Αυτοκρατορία αρχίζει να παρακμάζει, για πολλούς λόγους που συνδέονται άμεσα με τη δομή και την οργάνωσή της.
Η Πορεία προς την Παρακμή
Ο Παραδοσιακός Χαρακτήρας του Οθωμανικού Κράτους
Η κάμψη των κατακτήσεων από το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα συντέλεσε στην αποδυνάμωση του πνεύματος του ιερού πολέμου, ο οποίος αποτελούσε τον πρωταρχικό λόγο ύπαρξης της αυτοκρατορίας και την πηγή έμπνευσης των μουσουλμάνων μαχητών.
Επιπλέον, η παραδοσιακή αποστροφή των Οθωμανών προς τη δυτική γνώση παρεμπόδιζε την τεχνική και επιστημονική πρόοδο, ενώ η απροθυμία τους για την εκμάθηση ξένων γλωσσών τούς ανάγκασε να χρησιμοποιούν ως διερμηνείς και διπλωμάτες γλωσσομαθείς χριστιανούς, τους Δραγομάνους, και από τις αρχές του 18ου αιώνα σχεδόν αποκλειστικά τους Φαναριώτες.
Το Πρόβλημα των Δημοσίων Οικονομικών
Η ανάσχεση της κατακτητικής ορμής και η απώλεια εδαφών από τον 17ο αιώνα είχαν ως συνέπεια τη μείωση των δημοσίων εσόδων. Παράλληλα, επικράτησε η ανάθεση των δημοσίων αξιωμάτων κατόπιν πλειστηριασμού και ο θεσμός της εκμίσθωσης των δημοσίων προσόδων στον πλειοδότη. Η πρακτική αυτή, όπως και η καθήλωση της παραγωγικής διαδικασίας σε παραδοσιακές δομές, παρεμπόδισε την ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής. Η βιοτεχνία, επίσης, δεν μπόρεσε να εξελιχθεί σε βιομηχανία.
Η χρήση, από τον 16ο αιώνα, των νέων θαλάσσιων δρόμων μείωσε ή και εκμηδένισε τη σημασία των χερσαίων δρόμων και των λιμανιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για τη μεταφορά των αποικιακών προϊόντων από την Ανατολή. Επιπλέον, η εισροή χρυσού και αργύρου από την Αμερική επέφερε υποτίμηση του οθωμανικού νομίσματος.
Τέλος, η άρχουσα οθωμανική τάξη αδιαφόρησε για την οικονομική ανάπτυξη, καθώς είχε αποκλειστικό σχεδόν προσανατολισμό προς τον στρατό και τη διοίκηση, και δεν δραστηριοποιήθηκε στον επιχειρηματικό τομέα. Αυτό έδωσε τη δυνατότητα στους υπόδουλους λαούς της Βαλκανικής να αναλάβουν επιχειρηματικές πρωτοβουλίες. Ιδιαίτερα οι Έλληνες παρουσίασαν κατά τον 18ο αιώνα σημαντική οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.
Ενώ το κράτος βρισκόταν σε οικονομική παρακμή, οι υπόδουλοι λαοί της Βαλκανικής —ιδίως οι Έλληνες— εκμεταλλεύτηκαν το κενό που άφηνε η αδιαφορία της οθωμανικής τάξης για το εμπόριο και σημείωσαν αξιοσημείωτη οικονομική άνοδο τον 18ο αιώνα.
Η Οικονομική Διείσδυση της Δύσης
Η παραδοσιακή αποχή των Οθωμανών από τη ναυτιλία και το εμπόριο επέτρεψε στις ευρωπαϊκές χώρες να κυριαρχούν εμπορικά στον μεσογειακό χώρο. Την ευκαιρία αυτή εκμεταλλεύτηκαν και οι Έλληνες, οι οποίοι, υψώνοντας ξένες σημαίες στα καράβια τους, ανέπτυξαν έντονη δραστηριότητα στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών.
Επιπλέον, η ανάγκη συμμαχιών ανάγκασε το οθωμανικό κράτος να προβαίνει σε συνεχείς ανανεώσεις των διομολογήσεων, δηλαδή των εμπορικών συμφωνιών με τα ευρωπαϊκά κράτη — πρακτική που κατέληξε σε αποικιακή εκμετάλλευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τις αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες. Επειδή σε αυτές τις συμφωνίες δεν υπήρχε αμοιβαιότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, στην ουσία οι διομολογήσεις ήταν μονομερείς πράξεις σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας — γεγονός που επιβεβαιώνει τον αποικιακό τους χαρακτήρα. Έτσι η εκμετάλλευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας λάμβανε τη μορφή κανόνα του διεθνούς δικαίου.
| Έτος | Χώρα |
|---|---|
| 1535 | Γαλλία |
| 1580 | Αγγλία |
| 1612 | Κάτω Χώρες |
| 1615 | Αυστρία |
| 1774 | Ρωσία |
Παρότι είχαν τη μορφή αμφοτεροβαρών συμβάσεων φιλίας και εμπορίου, οι διομολογήσεις ήταν στην πραγματικότητα μονομερείς πράξεις σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το καθεστώς τους καταργήθηκε μόλις το 1923, με τη Συνθήκη της Λωζάννης.
Η Εγκατάλειψη της Υπαίθρου
Η καταπίεση και η εκμετάλλευση των κατοίκων της υπαίθρου από τα όργανα της επαρχιακής διοίκησης, οι δυσβάστακτοι φόροι, η χαμηλή παραγωγή λόγω μη ανανέωσης των μεθόδων καλλιέργειας και η ανασφάλεια από τη ληστεία ανάγκαζαν τους χωρικούς να εγκαταλείπουν την ύπαιθρο και να καταφεύγουν στις πόλεις ή στο εξωτερικό. Το φαινόμενο της ερήμωσης ολόκληρων χωριών πήρε τέτοιες διαστάσεις κατά τον 18ο αιώνα, που αποκλήθηκε η «μεγάλη φυγή».
Την ίδια εποχή αναπτύχθηκε μια τάση χλιδής και κατασπατάλησης του δημόσιου πλούτου σε ποικίλες εορταστικές δραστηριότητες δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα.
Η Κεντρική Διοίκηση: Μείωση της Εξουσίας του Σουλτάνου και Αύξηση της Δύναμης της Αυλής
Οι περισσότεροι σουλτάνοι μέχρι τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή (1520-1566) αναδείχθηκαν για την ικανότητα και την ευφυΐα τους, έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για τις υποθέσεις του κράτους και διηύθυναν προσωπικά τις εκστρατείες. Μετά τη χαλάρωση όμως της κατακτητικής ορμής, οι σουλτάνοι επιδίδονται στη χλιδή και τον τρυφηλό βίο.
Από το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα άρχισαν να εκτοπίζονται οι προερχόμενοι από το παιδομάζωμα ανώτατοι αξιωματούχοι του περιβάλλοντος του σουλτάνου και να αντικαθίστανται από την οθωμανική αριστοκρατία. Αυτό είχε ως συνέπεια, λόγω του κλειστού χαρακτήρα της τάξης αυτής, τον εκφυλισμό της ηγετικής ομάδας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι η εξουσία του σουλτάνου προοδευτικά μειώνεται και υποκαθίσταται από την Αυλή και τον μεγάλο βεζίρη, που είναι επικεφαλής του μεγάλου διβανίου (κρατικού συμβουλίου).
Η Επαρχιακή Διοίκηση και ο Στρατός
Τη γενικότερη εικόνα της παρακμής συμπληρώνει και η πλήρης αποδιοργάνωση και διαφθορά της επαρχιακής διοίκησης. Οι οθωμανικές αρχές των επαρχιακών κέντρων, μέρος και αυτές ενός συστήματος σε κρίση, καταπίεζαν με τον χειρότερο τρόπο τους υπηκόους, εκμεταλλευόμενες τον θεσμό της εκμίσθωσης των δημοσίων εσόδων. Τα τιμάρια, που είχαν δημόσιο χαρακτήρα, μετατράπηκαν σταδιακά σε ιδιωτικά τσιφλίκια, και η θέση των χωρικών που τα καλλιεργούσαν επιδεινώθηκε δραματικά. Η παρακμή του τιμαριωτικού συστήματος προκάλεσε και τη διάλυση του επίλεκτου στρατιωτικού σώματος των σπαχήδων τιμαριούχων.
Το τιμαριωτικό σύστημα: Στις κατακτημένες περιοχές εγκαθιδρύθηκε το οθωμανικό τιμαριωτικό σύστημα. Σύμφωνα με αυτό, οι γαίες της επικράτειας ανήκαν στον σουλτάνο (που εκπροσωπούσε το κράτος) και τις εκχωρούσε κατά βούληση σε αντιπροσώπους του με τη μορφή τιμαρίου (timar), ζιαμετίου (ziamet) και χασίου (hass). Τα ζιαμέτια και τα χάσια είναι ουσιαστικά ανώτερες κατηγορίες τιμαρίων και γι' αυτό αποδίδονται συχνά με τον κοινό όρο «τιμάρια». Το κράτος παραχωρούσε την ισόβια επικαρπία των τιμαρίων στους δικαιούχους με τον όρο ότι θα ανταποκρίνονταν σε συγκεκριμένες διοικητικές ή στρατιωτικές υποχρεώσεις· αν αυτές δεν εκπληρώνονταν, το κράτος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει το τιμάριο. Πάνω σε αυτό το σύστημα στηριζόταν η αποτελεσματική διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά την περίοδο της ακμής της. Τα χάσια παραχωρούνταν σε ανώτατους αξιωματούχους της Αυλής και σε πασάδες, ενώ τα τιμάρια και τα ζιαμέτια στους σπαχήδες.
Το τιμάριο ήταν δημόσια περιουσία: ο κάτοχός του εισέπραττε φόρους ισοβίως, με αντάλλαγμα συγκεκριμένες υποχρεώσεις προς το κράτος, και το κράτος μπορούσε να το ανακαλέσει. Το τσιφλίκι είναι κάτι διαφορετικό: ιδιωτική γη, χωρίς αυτούς τους όρους. Η μετατροπή των τιμαρίων σε τσιφλίκια είναι ακριβώς ένα από τα σημάδια της παρακμής του συστήματος.
Κρίση εκδηλώθηκε επίσης και στον στρατό των γενιτσάρων. Η βαθμιαία εγκατάλειψη του θεσμού του παιδομαζώματος, η δυνατότητα αθρόας διείσδυσης στο σώμα και η χαλάρωση της πειθαρχίας ήταν τα κυριότερα αίτια της παρακμής του. Σε ανάλογη αποδιοργάνωση οδηγήθηκε και ο στόλος: η έλλειψη επαρκών πληρωμάτων και η υστέρηση στην τεχνική καθιστούσαν το οθωμανικό ναυτικό λιγότερο αποτελεσματικό από εκείνο των ευρωπαϊκών χωρών.
Φυγόκεντρες Τάσεις
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, κατά τον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα, έδινε την εικόνα ενός κράτους σε αποσύνθεση. Η κατάσταση αυτή ευνοούσε τη διακίνηση ανατρεπτικών ιδεών, καθιστούσε προσφορότερο το έδαφος για απελευθερωτικές κινήσεις των υπόδουλων λαών της Βαλκανικής και διευκόλυνε τις φυγόκεντρες τάσεις των κατά τόπους ισχυρών τοπικών αξιωματούχων.
Μέσα σε αυτό το κλίμα εντάσσονται το απελευθερωτικό όραμα του Ρήγα, η ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας και η προετοιμασία του Αγώνα, η επανάσταση στη Σερβία το 1804 και οι αποσχιστικές κινήσεις του Αλή πασά των Ιωαννίνων, του πασά του Βιδινίου Πασβάνογλου και του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου.
Οι Απαρχές του Ανατολικού Ζητήματος
Ήδη από τα τέλη του 17ου αιώνα οι Οθωμανοί είχαν χάσει μεγάλο μέρος από τα εδάφη που κατείχαν στη Βαλκανική και την κεντρική Ευρώπη. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Μέγας Πέτρος της Ρωσίας (1682-1725) εγκαινίασε τη ρωσική επεκτατική πολιτική σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Έκτοτε, σχεδόν κάθε αναμέτρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις οδηγούσε στην εδαφική της συρρίκνωση. Ταυτόχρονα όμως με την αποχώρηση των Οθωμανών από τα κατακτημένα εδάφη γεννήθηκε και το λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα, δηλαδή το ζήτημα της τύχης των εδαφών αυτών με τις συνεπακόλουθες διεθνείς επιπλοκές.
Κατά τον 18ο αιώνα η Ρωσία, με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), καθιερώθηκε πλέον ως μεγάλη δύναμη που διεκδικούσε τουλάχιστον συμμετοχή στα σχέδια των άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων για την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Και η Αυστρία, από το τέλος του 17ου αιώνα, έστρεψε την προσοχή της προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία, διεκδικώντας μερίδιο από ενδεχόμενο διαμελισμό της. Αν και πρωτοστάτησε στις συγκρούσεις της περιόδου αυτής, δεν διαδραμάτισε ιδιαίτερο ρόλο στις εξελίξεις στα Βαλκάνια και στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, παρά μόνο ως παράγοντας ισορροπίας στις ευρωπαϊκές σχέσεις.
Η εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο (1798-1799) έδωσε νέα τροπή στο Ανατολικό Ζήτημα με την εμφάνιση στο προσκήνιο ενός νέου παράγοντα, της Αγγλίας. Η χώρα αυτή είχε αναπτύξει σημαντική εμπορική δραστηριότητα στην Ανατολική Μεσόγειο κυρίως από το 1580, όταν απέσπασε τις πρώτες διομολογήσεις από την Πύλη. Η στρατιωτική παρουσία της Αγγλίας στη Μεσόγειο δεν ήταν σημαντική· η κάθοδος όμως του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο και οι φήμες για σχεδιαζόμενη γαλλική επιχείρηση εναντίον των Ινδιών οδήγησαν σε κατακόρυφη αύξηση της αγγλικής δραστηριότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η καταστροφή του γαλλικού στόλου στο Αμπουκίρ το 1798 ανέκοψε την επεκτατική πολιτική του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο και άφησε ελεύθερο το πεδίο στην αγγλική διπλωματία να διαμορφώσει τη στάση της απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Με την ευρύτερη σημασία του όρου, το Ανατολικό Ζήτημα αφορά το ζήτημα της τύχης των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τη βαθμιαία παρακμή της και την υποχώρησή της από την Ευρώπη και την Εγγύς Ανατολή. Για τις μεγάλες δυνάμεις ασφαλώς δεν προείχε η απόδοση των εδαφών αυτών στους δικαιούχους λαούς, αλλά η ένταξή τους στη σφαίρα κατοχής ή επιρροής τους. Μέσα σε αυτό το πνεύμα, και με δεδομένο τον οξύτατο διεθνή ανταγωνισμό, σταθερός στόχος κάθε δύναμης ήταν αφενός να υπηρετηθούν τα δικά της συμφέροντα και αφετέρου να αποφευχθούν ενδεχόμενες ενδοευρωπαϊκές συγκρούσεις που θα έβλαπταν όλους τους ενδιαφερόμενους.
Η ανάγκη των Άγγλων να διασφαλίσουν με κάθε τρόπο τον δρόμο τους προς τις Ινδίες αύξησε τη στρατηγική σημασία της Αιγύπτου και γενικότερα της Ανατολικής Μεσογείου, όπου η Αγγλία φοβόταν μήπως ενισχυθεί σε επικίνδυνο για τα συμφέροντά της βαθμό η επιρροή της Γαλλίας ή της Ρωσίας. Η αδιατάρακτη εξουσία του σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη λειτουργούσε ως φραγμός για την έξοδο της Ρωσίας στη Μεσόγειο. Γι' αυτό η Αγγλία υπέγραψε το 1799 συνθήκη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, με την οποία εγγυήθηκε για 8 χρόνια την εδαφική της ακεραιότητα.
Η αγγλογαλλική Συνθήκη της Αμιένης (1802) αποτέλεσε ένα ακόμη βήμα για τη διεύρυνση του ρόλου της Αγγλίας στη Μεσόγειο, με κέντρο δράσης τη Μάλτα, την οποία είχε καταλάβει ο αγγλικός στόλος το 1800. Η συνθήκη αυτή υποχρέωνε τους Γάλλους να επιστρέψουν την Αίγυπτο στον σουλτάνο και να παραιτηθούν οριστικά από τα Επτάνησα.
Με την έναρξη του ρωσοτουρκικού πολέμου το 1806, η ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έλαβε τη μορφή δόγματος για την Αγγλία. Το δόγμα αυτό, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δέσποζε στην αγγλική εξωτερική πολιτική τον 19ο αιώνα και είχε αρνητικές συνέπειες αργότερα τόσο για την Επανάσταση του 1821 όσο και για την εξέλιξη του νεοελληνικού κράτους.
Η υποστήριξη της Αγγλίας στην ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν ήταν στάση καλής θέλησης προς τους Οθωμανούς: ήταν υπολογισμένη στρατηγική επιλογή, για να μη βρεθεί η Ρωσία με διέξοδο στη Μεσόγειο ούτε η Γαλλία με αυξημένη επιρροή στην Ανατολή. Το ίδιο δόγμα λειτούργησε αργότερα ανασταλτικά και για τα ελληνικά εθνικά ζητήματα.