Ο Μεσαιωνικός Δυτικός Πολιτισμός 🏰
Τα μοναστήρια ως πνευματικά κέντρα
Στη δυτική Ευρώπη, μέχρι τα μέσα του 9ου αιώνα περίπου, οι μόνοι χώροι όπου μπορούσαν να καλλιεργηθούν τα γράμματα και οι τέχνες ήταν τα μοναστήρια και οι αυλές των βασιλιάδων. Συνήθως οι μονές διέθεταν βιβλιοθήκη, όπου οι μοναχοί-γραφείς αντέγραφαν τη Βίβλο, πατερικά κείμενα, χρονικά, βιογραφίες Αγίων, επιστημονικά και ποιητικά έργα της λατινικής γραμματείας και γερμανικά ηρωικά άσματα. Στα ιδιότυπα αυτά μοναστικά σχολεία μπορούσε κανείς να λάβει λόγια ή θρησκευτική παιδεία. Γι' αυτό δεν φαίνεται να είναι τυχαίο ότι πολλοί από τους μοναχούς προέρχονταν από τις οικογένειες των ευγενών. Η αρχή των πνευματικών δραστηριοτήτων στα μοναστήρια της δυτικής Ευρώπης τοποθετείται περίπου στο 650.
Κληρικοί είναι και οι κυριότεροι εκπρόσωποι της πνευματικής ζωής, όπως ο Γρηγόριος, επίσκοπος της γαλατικής πόλης Τουρ (6ος αι.), ο οποίος θεωρείται ο μεγαλύτερος ιστορικός της μεσαιωνικής Δύσης μετά την πτώση της Ρώμης, και ο Ισίδωρος, επίσκοπος της Σεβίλλης (6ος-7ος αι.), ο οποίος θεωρείται πρόδρομος της Καρολίδειας Αναγέννησης.
Η πνευματική δραστηριότητα στα μοναστήρια της Δύσης ξεκινά ήδη γύρω στο 650 — δηλαδή περίπου δύο αιώνες πριν από την εποχή του Καρλομάγνου, τον οποίο συχνά θεωρούμε λανθασμένα ως αφετηρία κάθε μεσαιωνικής πνευματικής ζωής.
Η Καρολίδεια Αναγέννηση
Στην εποχή του Καρλομάγνου η Ευρώπη γνωρίζει μια αξιοσημείωτη πνευματική άνθηση, με κέντρο την αυλή του. Στην πρωτεύουσά του, το Ακυίσγρανο (σημερινό Άαχεν), ο αυτοκράτορας ίδρυσε ένα είδος Ακαδημίας, όπου συγκεντρώνονταν συγγραφείς, ποιητές, καλλιτέχνες, θεολόγοι και φιλόσοφοι, αρχιτέκτονες και μουσικοί, προερχόμενοι από όλη την Ευρώπη, και συζητούσαν για θέματα εκκλησιαστικά, καλλιτεχνικά και επιστημονικά.
Στο αυτοκρατορικό αυτό Διδακτήριο δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στην αντιγραφή βιβλίων και καθιερώθηκε ένα νέο είδος γραφής, περισσότερο ευανάγνωστης, η καρολίδεια μικρογράμματη γραφή. Εκεί ανακαλύφθηκαν τα κείμενα της λατινικής λογοτεχνίας και χρησιμοποιήθηκαν ως πρότυπα στην ποίηση, ενώ η ρωμαϊκή τέχνη επηρέασε αποφασιστικά τους καλλιτέχνες της αυλής του Καρόλου. Εκεί ακόμη διδάσκονταν αρχαίες γλώσσες, ρητορική, γεωμετρία, γεωγραφία, μουσική κ.ά., ενώ ο αυτοκράτορας διέταξε την ίδρυση σχολείων στην επικράτειά του.
Η μικρής διάρκειας αυτή πνευματική κίνηση, η οποία σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην ευρεία αντίληψη και διορατικότητα του Καρλομάγνου, δικαιολογημένα ονομάστηκε Καρολίδεια Αναγέννηση.
Η Καρολίδεια Αναγέννηση δεν πρέπει να συγχέεται με την (Ιταλική) Αναγέννηση των αιώνων αργότερα. Ήταν μια σύντομη, εντοπισμένη πνευματική άνθηση γύρω από την αυλή ενός συγκεκριμένου ηγεμόνα, όχι ένα ευρωπαϊκό πολιτιστικό κίνημα αιώνων.
Σχετικά με την παιδεία του ίδιου του Καρλομάγνου, ο βιογράφος του Εγινάρδος (770-840) αναφέρει στο έργο του Η ζωή του Καρλομάγνου πως κατά τη διάρκεια του γεύματος άκουγε λίγη μουσική και κάποιο ανάγνωσμα· του διάβαζαν ιστορικές αφηγήσεις για τα μεγάλα γεγονότα της αρχαιότητας. Αγαπούσε πολύ τα έργα του αγίου Αυγουστίνου και ιδιαίτερα την Πολιτεία του Θεού. Η μητρική του γλώσσα δεν του αρκούσε, γι' αυτό αφοσιώθηκε στην εκμάθηση ξένων γλωσσών και έμαθε τόσο καλά τα λατινικά, ώστε εκφραζόταν καλύτερα με αυτά παρά με τη μητρική του γλώσσα. Δεν συνέβαινε το ίδιο με τα ελληνικά, που περισσότερο τα καταλάβαινε παρά τα μιλούσε. Επιχείρησε επίσης να γράψει, αλλά μ' αυτό καταπιάστηκε πολύ αργά και τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά.
Η Λογοτεχνία
Κατά τους πρώτους αιώνες του Μεσαίωνα όλα τα συγγράμματα στη δυτική Ευρώπη γράφονται στα Λατινικά. Την περίοδο αυτή δεν υπάρχουν σημαντικοί επώνυμοι ποιητές. Το πιο αξιόλογο αγγλοσαξονικό ποιητικό έργο του 7ου αιώνα είναι το έπος Μπέογουλφ, που δίνει σημαντικές πληροφορίες για τον πολιτισμό της εποχής του. Στη γαλλική γλώσσα μόλις στα μέσα του 9ου αιώνα άρχισαν να γράφονται τα πρώτα κείμενα, που ήταν Βίοι Αγίων. Κατά το 12ο αιώνα γράφονται ορισμένα αξιόλογα έργα στις εθνικές γλώσσες, όπως το Άσμα του Ρολάνδου, στη γαλλική δημώδη γλώσσα, και το έπος των Νιμπελούγκεν στη γερμανική γλώσσα.
Κατά το 13ο και 14ο αιώνα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες διαβάζονται κυρίως τα ιπποτικά έμμετρα μυθιστορήματα, που ως κεντρικό θέμα έχουν τον έρωτα. Το προβάδισμα όμως στη λογοτεχνική παραγωγή έχει η Ιταλία, όπου η λογοτεχνία γνωρίζει πραγματική αναγέννηση. Στο μεγαλύτερο πνευματικό κέντρο, τη Φλωρεντία, ζουν και δημιουργούν τρεις μεγάλοι ιταλοί ποιητές: ο Δάντης (1263-1321), ο Πετράρχης (1304-1374) και ο Βοκκάκιος (1313-1375).
Η Θεία Κωμωδία του Δάντη θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα έργα της παγκόσμιας ποίησης. Ο Πετράρχης έγινε γνωστός για τα λατινικά και ιταλικά Λυρικά του ποιήματα και ο Βοκκάκιος για το Δεκαήμερο, συλλογή διηγημάτων, όπου καυτηριάζεται η υποκρισία των ηθών της εποχής και τονίζεται η χαρά της ζωής και του έρωτα.
Δάντης, Πετράρχης και Βοκκάκιος έζησαν και δημιούργησαν όλοι στη Φλωρεντία, που έγινε έτσι το μεγαλύτερο πνευματικό κέντρο της ιταλικής λογοτεχνικής αναγέννησης του 13ου-14ου αιώνα.
Η Επιστήμη και η Τεχνολογία
Μεγάλη σημασία για την πορεία των επιστημών στη δυτική Ευρώπη έχει η ίδρυση των πανεπιστημίων, λίγο πριν από το τέλος του 12ου αιώνα. Τα πρώτα πανεπιστήμια ιδρύθηκαν στην Μπολόνια, την Οξφόρδη και το Παρίσι με την υποστήριξη αλλά και τον έλεγχο της Εκκλησίας. Οι αντιπαραθέσεις για επιστημονικά θέματα και θεολογικά ζητήματα, στο πλαίσιο των πανεπιστημίων, προκάλεσαν την ανάγκη να ερευνηθεί ο φυσικός κόσμος, γεγονός που αποτέλεσε σταθμό στην πνευματική πορεία της Ευρώπης και συντέλεσε στην αναγέννηση των γραμμάτων και των τεχνών.
Κατά το 13ο αιώνα επικρατεί η μορφή του ιταλού θεολόγου Θωμά Ακινάτη, ο οποίος στα έργα του επιχειρεί να συμβιβάσει την παλαιά γνώση με το δόγμα, προσαρμόζοντας τον Αριστοτέλη στις ανάγκες της χριστιανικής πίστης. Ο ίδιος έγραψε σχετικά με τη σχέση επιστήμης και θρησκείας:
Όπως ο αστρολόγος και ο φυσικός φτάνουν στο ίδιο συμπέρασμα ότι η Γη είναι στρογγυλή, ο αστρολόγος βασισμένος στα μαθηματικά, δηλ. κάνοντας αφαίρεση της ύλης, ο φυσικός πάλι με υπολογισμούς στηριγμένους στην ύλη, έτσι και τίποτα δεν εμποδίζει τα ίδια γεγονότα (που πραγματεύονται τα φιλοσοφικά συστήματα, σύμφωνα με τα οποία γίνονται γνωστά με το φως του φυσικού λόγου) να τα διερευνά και μια άλλη επιστήμη και να τα κάνει γνωστά χάρη στο φως της θείας Αποκαλύψεως.
— Θωμάς Ακινάτης
Όμως το πιο ρηξικέλευθο πνεύμα της εποχής αυτής και προάγγελος της νέας εποχής στην επιστήμη υπήρξε ο άγγλος φιλόσοφος και μελετητής του Αριστοτέλη Ρογήρος Βάκων (1214-1274), που κατόρθωσε να απελευθερωθεί από τη σχολαστική φιλοσοφία και να προαναγγείλει την πειραματική μέθοδο στην επιστήμη.
Μην τους μπερδεύεις: ο Θωμάς Ακινάτης προσάρμοσε την αρχαία (αριστοτελική) γνώση ΜΕΣΑ στο χριστιανικό δόγμα, ενώ ο Ρογήρος Βάκων ξέφυγε από τη σχολαστική σκέψη και προανήγγειλε κάτι νέο — την πειραματική μέθοδο. Ο πρώτος συμβιβάζει, ο δεύτερος τομή.
Οι τεχνολογικές πρόοδοι ήταν ελάχιστες στη διάρκεια του Μεσαίωνα και οι περισσότερες από αυτές έγιναν κατά τους τελευταίους αιώνες. Αρκετές από αυτές έχουν σχέση με τη γεωργική παραγωγή και αποτελούν βελτίωση γνωστών μεθόδων εκμετάλλευσης της δύναμης του αέρα ή του νερού, όπως για παράδειγμα οι νερόμυλοι. Η τεχνική της υαλογραφίας (βιτρώ) αναπτύσσεται από το 12ο αιώνα, υπηρετώντας εκκλησιαστικές κυρίως ανάγκες, όπως και η τεχνική της ελαιογραφίας. Η πιο σημαντική τεχνολογική πρόοδος είναι ίσως η εφεύρεση του πυροβόλου όπλου κατά το 14ο αιώνα, που άλλαξε σημαντικά την πολεμική τακτική.
Η Τέχνη
Στη δυτική Ευρώπη, η εποχή μέχρι τον Καρλομάγνο είναι περίοδος αβεβαιότητας και αναζητήσεων όσον αφορά την τέχνη, γι' αυτό είναι δύσκολο να διακρίνουμε μεγάλα έργα και να τα εντάξουμε σε κάποιο καλλιτεχνικό ύφος. Ωστόσο, όπως όλοι οι λαοί, το ίδιο και τα γερμανικά φύλα είχαν δική τους τέχνη πριν αρχίσουν τη μεγάλη μετανάστευσή τους. Τα στοιχεία της καλλιτεχνικής τους παράδοσης δεν τα περιφρόνησαν, αλλά τα διασταύρωσαν με την ελληνορωμαϊκή και βυζαντινή τέχνη, ενώ αργότερα δέχτηκαν την ευεργετική επίδραση και της αραβικής.
Η περίοδος των μεγάλων αναζητήσεων, της αβεβαιότητας και της ρευστότητας στη δυτική Ευρώπη κλείνει στα μέσα του 11ου αιώνα με την εμφάνιση της ρομανικής αρχιτεκτονικής, η οποία είναι η πρώτη σαφώς δυτικοευρωπαϊκή τέχνη. Από τα μέσα του 11ου αιώνα η δυτικοευρωπαϊκή τέχνη αποκτά τη δική της ταυτότητα. Παράγοντες που συνέβαλαν στην εξέλιξη της θρησκευτικής τέχνης είναι η ανερχόμενη παπική δύναμη και ο θρησκευτικός ενθουσιασμός των πιστών.
Η Αρχιτεκτονική
Η ιουστινιάνεια αρχιτεκτονική, κυρίως ο ναός της Αγίας Σοφίας, επηρέασε σημαντικά την προκαρολίδεια αρχιτεκτονική. Ο Καρλομάγνος έκτισε το σημαντικότερο ίσως ναό της εποχής του, το παρεκκλήσιο των ανακτόρων του στο Άαχεν, κατά το αρχιτεκτονικό σχέδιο του Αγίου Βιταλίου στη Ραβέννα και του ναού των Αγίων Σέργιου και Βάκχου στην Κωνσταντινούπολη. Οι βυζαντινές επιδράσεις συνεχίζονται και κατά τους επόμενους αιώνες, μέχρι την εμφάνιση του ρομανικού και του γοτθικού ρυθμού.
Ο ρομανικός ρυθμός έχει ως αφετηρία τη ρωμαϊκή βασιλική και κύριο χαρακτηριστικό του είναι η συμπαγής και στέρεη δομή, οι αψίδες, τα ημικυκλικά τόξα και οι λίθινοι θόλοι, οι πύργοι των κωδωνοστασίων, η χρήση της γλυπτικής του ανθρώπινου σώματος (κυρίως στο εξωτερικό του ναού) και οι τοιχογραφίες στο εσωτερικό. Εντυπωσιακό παράδειγμα ρομανικού ρυθμού στην Ιταλία είναι η μητρόπολη της Πίζας με το περίφημο κεκλιμένο κωδωνοστάσιό της (12ος αι.).
Ο γοτθικός ρυθμός έχει ως κύρια χαρακτηριστικά το μεγάλο ύψος, τα τεθλασμένα και οξυκόρυφα τόξα, τη χρησιμοποίηση εξωτερικών τοξωτών αντηρίδων για τη στήριξη των τοίχων, τα μεγάλα παράθυρα που επιτρέπουν τον καλύτερο φωτισμό των ναών και διακοσμούνται με υαλογραφήματα, τα οποία παίρνουν τη θέση των τοιχογραφιών. Περίφημοι γοτθικοί ναοί είναι η Παναγία των Παρισίων (12ος αι.), οι καθεδρικοί ναοί της Σαρτρ (12ος-13ος αι.), της Ρενς, της Κολωνίας (13ος αι.) και πολλοί άλλοι, γιατί ο ρυθμός γνώρισε τεράστια εξάπλωση στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, βόρεια των Άλπεων, μέχρι το 19ο αιώνα.
| Ρυθμός | Περίοδος | Κύρια χαρακτηριστικά |
|---|---|---|
| Ρομανικός | μέσα 11ου αι. - 12ος αι. | Συμπαγής δομή, ημικυκλικά τόξα, λίθινοι θόλοι, πύργοι κωδωνοστασίων, γλυπτική στο εξωτερικό, τοιχογραφίες στο εσωτερικό |
| Γοτθικός | από 12ο αι. | Μεγάλο ύψος, οξυκόρυφα τόξα, τοξωτές αντηρίδες, μεγάλα παράθυρα με βιτρό |
Ο ηγούμενος Αιμόν περιέγραψε το 1145 πώς χιλιάδες πιστοί —άνδρες, γυναίκες, άρχοντες και ευγενείς— έμπαιναν οι ίδιοι στο ζυγό για να σέρνουν κάρα με υλικά για την ανοικοδόμηση του ναού της Σαρτρ, ψάλλοντας ύμνους τη νύχτα γύρω από φωτισμένα με κεριά καραβάνια.
Η γοτθική τέχνη: τέχνη της πόλης
Η τέχνη των γοτθικών καθεδρικών ναών είναι τέχνη της πόλης και της αστικής τάξης, σε αντιδιαστολή με τη μοναστηριακή και αριστοκρατική ρομανική τέχνη, με την έννοια ότι οι λαϊκοί έπαιρναν όλο και μεγαλύτερο μέρος στο χτίσιμο των μεγάλων καθεδρικών ναών, ενώ η καλλιτεχνική επίδραση του κλήρου μειωνόταν αντίστοιχα· κι επειδή η ανέγερση των εκκλησιών αυτών είναι αδιανόητη δίχως τον πλούτο των πόλεων, με κόστος πολύ μεγαλύτερο από τους πόρους κάθε μεμονωμένου ιεράρχη, όπως σημειώνει ο Ά. Χάουζερ στην Κοινωνική ιστορία της τέχνης.
Μην θεωρήσεις τη διαφορά ρομανικού και γοτθικού μόνο τεχνική (τόξα, ύψος). Η ουσιαστική τομή είναι κοινωνική: ο ρομανικός συνδέεται με τη μοναστηριακή/αριστοκρατική τάξη, ενώ ο γοτθικός με την ανερχόμενη αστική τάξη των πόλεων.
Η Γλυπτική
Η βυζαντινή επιρροή είναι εμφανής σε πολλά έργα μικρογλυπτικής και μεταλλοτεχνίας της μεσαιωνικής τέχνης της δυτικής Ευρώπης. Η δυτική τέχνη φαίνεται ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος του Μεσαίωνα δέχθηκε την επιρροή της βυζαντινής και ως προς την έλλειψη ενδιαφέροντος για τη μνημειακή γλυπτική. Έτσι, γλυπτό διάκοσμο αποκτούν οι ναοί στη Δύση ουσιαστικά από την εποχή που αρχίζει να επικρατεί ο ρομανικός ρυθμός. Από το 13ο αιώνα η γοτθική γλυπτική δημιουργεί έργα επηρεασμένα κυρίως από την ελληνιστική τέχνη, αποδίδοντας με θεατρικό τρόπο τις σκηνές και εκφράζοντας αμεσότερα και εντονότερα τα ανθρώπινα συναισθήματα.
Η Ζωγραφική
Στο μεγαλύτερο μέρος του Μεσαίωνα η ευρωπαϊκή ζωγραφική είναι επηρεασμένη από τη βυζαντινή, όπως φαίνεται από τις μικρογραφίες των εκκλησιαστικών χειρογράφων. Κατά το 13ο αιώνα, παρατηρείται στην ευρωπαϊκή ζωγραφική εκκοσμίκευση των θρησκευτικών θεμάτων, στα οποία αντανακλάται η φεουδαρχική κοινωνική δομή και η αναπτυσσόμενη αστική τάξη. Παρατηρείται ακόμη η προσπάθεια να αποδοθούν με πιο φυσικό τρόπο οι μορφές, γεγονός που δικαιολογεί το δανεισμό στοιχείων από την κλασική αρχαιότητα. Έτσι μειώνεται η ακαμψία των μορφών, ενώ δίνεται έμφαση στην απόδοση των συναισθημάτων.
Η τάση αυτή εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη κατά το 14ο αιώνα και είναι γνωστή ως διεθνής γοτθικός ρυθμός. Την περίοδο αυτή εμφανίζεται ο Τζιόττο (1266-1337), ένας από τους μεγαλύτερους ζωγράφους στην ιστορία της τέχνης, που απομακρύνεται τόσο από τη βυζαντινή παράδοση όσο και από τη γοτθική ζωγραφική και σηματοδοτεί την αρχή της νεότερης ζωγραφικής. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από πρωτοτυπία και αυθορμητισμό.
Χαρακτηριστικό είναι πως, σύμφωνα με τον ιστορικό της τέχνης Ε. Η. Γκόμπριτς, η φήμη του Τζιόττο απλώθηκε παντού, και οι Φλωρεντινοί ήταν περήφανοι γι' αυτόν — κάτι πρωτόγνωρο για την εποχή, αφού ως τότε οι περισσότεροι καλλιτέχνες δεν ενδιαφέρονταν καν να αποκτήσουν φήμη και συχνά δεν υπέγραφαν τα έργα τους. Από τον Τζιόττο και έπειτα, η ιστορία της τέχνης γίνεται σταδιακά η ιστορία των μεγάλων καλλιτεχνών.
Πριν από τον Τζιόττο, οι καλλιτέχνες συνήθως δεν υπέγραφαν τα έργα τους και δεν τους ενδιέφερε η προσωπική φήμη. Ο Τζιόττο ήταν από τους πρώτους που έγινε ο ίδιος διάσημος ως πρόσωπο — μια αλλαγή νοοτροπίας που άνοιξε το δρόμο για την ιδέα του «μεγάλου καλλιτέχνη».